Πέμπτη 26 Δεκεμβρίου 2013

S.O.S



Παρέα με τον θάνατο πάλεψα τη ζωή μου,
χορεύοντας στον ήχο απ' τις ορχήστρες λουλουδιών,
στα πράσινα λιβάδια, μυρίζοντας το άρωμα της αυγής,
σε πανδαισία χρωμάτων πίσω απ' την πλάτη των θεών.
Σε καταιγίδες αισθημάτων, στο μαύρο της νύχτας,
στην πλάνη του ανθρώπου για ορθολογισμό,
σε πανηγύρια ξωτικών, σε ληστείες οραμάτων,
σε πλανέματα νυμφών και σε μακελειά ήχων,
κοιμήθηκα στο άγνωστο και ξύπνησα σε πόλεμο,
δοκίμασα τις γεύσεις του αόρατου, λάτρεψα τα χάδια
και τον σπασμό της ηδονής στα αχυρένια πέλαγα.
Ήπια τη θάλασσα της μέθης, τον καπνό της παραίσθησης,
ονειρεύτηκα την ουτοπία, δοκίμασα την άρμη
του άπιαστου φιλιού, τον πόνο της αγάπης,
έφαγα τον απαγορευμένο καρπό, το νέκταρ της ζωής,
σε κυνήγησα και σ' έχασα, λυτρώθηκα, σκλαβώθηκα.
Ξυπόλητος, μίλησα στην πέτρα, άκουσα την οργή του ανέμου,
πλησίασα, έπιασα τη φλόγα που δεν μ' έκαψε,
άνοιξα τον τάφο και τον γέμισα μ' ευχές, με σκιρτήματα καρδιάς,
είδα τους κρύσταλλους να ουρλιάζουν στην αντανάκλασή σου,
την πάχνη να στρώνει κρεβάτια στους λύκους, στα θηρία,
στα τέρατα της ύπαρξής μου.
Φοβήθηκα, ξάπλωσα και αποκοιμήθηκα στη μελωδία της ζωής,
στο πάθος του έρωτα, στην άσβηστη φλόγα μιας λαμπάδας
που μοσχοβολούσε λιβάνι και δάκρυα.
Μίλησα με τα πουλιά, πέταξα μαζί τους, ανάλαφρα κι αθόρυβα,
βυθίστηκα στο έρεβος μιας αδαμάντινης λάμψης, μιας κηλίδας ωχρής,
παρέα με το θάνατο πάλεψα τη ζωή μου...

Η Γέννηση ξανά.



Τ΄ άστρα έπαψαν να γελούν τη νύχτα,
ο δρόμος χάθηκε, πνίγηκε στο σκοτάδι,
οι μάγοι δε θάρθουν.
Ερινύες έπλεξαν το πέπλο της σιωπής,
λυγμοί και βογγητά φτιάνουνε το υφάδι
των δούλων που στενάζουν.

Ξέφρενα πάθη, κολασμένες ψυχές,
πλαστή ζωή σε ματωμένα χέρια,
ο Διγενής θα σφαγιαστεί στ’ αλώνι.
Γρήγορα φαγητά για σύντομη ζωή,
σκεπή της πλάσης του χάρου τα πανέρια
γεμίσανε τη γη με μαύρο χιόνι.

Οι φαρισαίοι γλεντούν μεσ’ τη χλιδή
πλούτου που συσσωρεύτηκε μ’ ανθρώπινα κουφάρια,
ξερνά χολή και θάνατο το μαύρο το νερό!
Νεκροί μαζί και ζωντανοί μέσα στην έπαρσή τους,
βγαίνουν απ΄ τα λαγούμια τους σαν τυφλωμένα ψάρια
γιατί το αίμα των λεπρών τους φέρνει στον αφρό.

Υποκριτές γρυλίζουνε στο βούρκο τους χωμένοι,
φορούν μανδύες, πόρπες κι αστραφτερά φορέματα
στη λάσπη τους χορεύουν το βαλς της ενοχής.
Τα χοιροσφάγεια αργούν, μα θάρθουν κάποια μέρα,
τότε του κόσμου οι ερημιές γόνιμες θα γενούν μ΄ αίματα
κι οι άγγελοι θ’ αναγγείλουν τον ερχομό μιας άλλης εποχής.

Τότε, μέσα στους πρόσφυγες της γης, στους σκλάβους που στενάζουν,
τότε, χωρίς ορχήστρες και γιορτές, χωρίς άλλα πλανέματα,
Χριστέ με τη ρομφαία σου θα ξαναγεννηθείς!

Δευτέρα 16 Δεκεμβρίου 2013

Ο Φόβος τρώει τα σωθικά




[εμπνευσμένο από τον Ρ. Μ. Φασμπίντερ]

Φοβάσαι τη στροφή του δρόμου,
το άγνωστο είναι πέντε βήματα μακριά
και αισθάνεσαι την ύπαρξή του.
Είναι κολασμένο, αχόρταγο, ασταμάτητο,
είναι ο θεριστής των ψυχών!
Διστάζεις, οπισθοχωρείς, πάντα σε τρόμαζε το άγνωστο,
φοβάσαι να φωνάξεις, φοβάσαι να υπάρξεις,
φοβάσαι να είσαι, απλά, ο εαυτός σου.
Μέσα σου ματώνεις, σταγόνα - σταγόνα
ο πανικός γίνεται χείμαρρος,
η βροχή θεριεύει τον πανικό, ζωντανεύει το θηρίο.
Δεν υπάρχει ανάχωμα...φοβάσαι...
κι αυτός ο φόβος σου τρώει τα σωθικά,
σου πλημμυρίζει το μυαλό, σου κόβει τα γόνατα.
Ματώνεις παντού, ο σταυρός σου κουβαλάει χιλιάδες καρφιά,
πνίγεσαι στη λάσπη, το πηχτό χώμα σου φράζει το στόμα,
γεμίζει τα πνεμόνια σου, ξερνάς χολή.
Λησμόνησες το δρόμο, χάθηκες στη δύση του ίσκιου σου,
απαρνήθηκες τ' αρώματα της φύσης, τη λατρεία του ήλιου.
Ο φόβος τρώει τα σωθικά σου, μαράθηκες πριν καν ανθίσεις,
ο ρόγχος του πλάσματος της νύχτας σκορπά το μοιρολόι
μιας ζωής χαμένης.
Φοβάσαι τη στροφή του δρόμου,
τα πόδια πλήγιασαν από τα δεσμά τους,
μέσα σου καλπάζει ο μαύρος θάνατος ανεμίζοντας τα λάβαρά του,
είσαι το τρόπαιο που πάντα θα αναζητά.
Γονάτισες, ο φόβος σε τσάκισε, σου ξερίζωσε τα σπλάχνα,
γίνεσαι έρμαιο στην καταιγίδα που θα έρθει.

Εμείς σε περιμένουμε, στήνουμε τις παγίδες στον όλεθρο,
οδοφράγματα στον φόβο, κυματοθραύστες στη λύσσα του θηρίου.
Φοβάσαι τη στροφή του δρόμου
κι ο φόβος σου τρώει τα σωθικά....
όμως, σε πέντε βήματα είμαστε εμείς, είσαι εσύ!

Παρασκευή 11 Οκτωβρίου 2013

Για σένα τραγουδάω.



ο,τι και να λες για σένα τραγουδάω,
ό,τι και να σκέφτεσαι για σένανε γυρνάω
σε σκοτεινές μεριές, σε δρόμους και πλατείες
ψάχνω να βρω που χάθηκαν τόσες ελευθερίες.

όπου κι αν ψάχνω να σε βρω, φαντάσματ' αντικρύζω,
ό,τι αγαπήσαμε μαζί στο θάνατο χαρίζω,
σκουπίδια έπνιξαν ξανά τις πόλεις και τη χώρα,
μαύρη, πηχτη ατμόσφαιρα μας προμηνύει μπόρα.

θυμάμαι που σου σφύριζα τραγούδια της ζωής μας,
θυμάμαι που κρατούσαμε τα ουράνια μαζί μας,
τώρα στάχτες κι ερείπια φωλιάζουν στην ψυχή μας
τώρα από τα σπλάχνα μας αρδεύουν τη σφαγή μας.

όπου κι αν είσαι μόνη σου, όπου κι αν τριγυρίζεις,
αερικό στους ουρανούς, άστρο που λαμπυρίζεις,
μαζί σου είμαι, μέσα σου, κομμάτι της ζωής σου,
ξαναγεννιέμαι άπειρες φορές μέσ' από τη μορφή σου.

όπου κι αν κρύβεσαι εκεί θα σέρνετ' η ψυχή μου,
εκεί στην κόρη του ματιού, ανταύγειες της ζωής μου,
εκεί θα ψάξω και θα βρω με πόνο και θυσίες
να ξαναφέρουμε στο φως τόσες ελευθερίες.

ο,τι κι αν ζεις μονάχη σου, ο πόνος που σηκώνεις,
ό,τι σημάδια αυλάκωσε η μοίρα και ματώνεις,
για τις ψυχές που γέννησες, τα σώματα π' ανδρώνεις,
σταχτη θα γίνω, θα χαθώ σ' ετούτο τον αιώνα
τη λευτεριά που χάσαμε να βρω μεσ' τον αγώνα.

[στη σύντροφο και στους συντρόφους μου]

Πέμπτη 3 Οκτωβρίου 2013

Τα βράδια που κλείνουν τα κρίνα.





Τα  βράδια που κλείνουν τα κρίνα,
μαζεύοντας το πάλλευκο ριχτάρι τους,
ο κορμός λυγίζει, σκύβοντας προς τη γη.
Μοιάζουν άσχημες φυλλωσιές που ρίχτηκαν στην άμμο
ανάξιες για περισυλλογή και στοχασμό.
Κι όμως, μόλις χαράξει το πρωινό,
θα στυλωθούν ξανά για το συλλαλητήριο στον ήλιο,
για τη διαμαρτυρία της ζωής.

Τ΄ αγιόκλημα και το νυχτολούλουδο μυρώνουνε τη νύχτα
με ευωδιές που φέρνουνε στο νου ταξίδια μαγικά,
ανάσες άπιαστων, φευγαλέων ονείρων
για περιπλανήσεις στην ουτοπία και το άρρητο.
Μεθύσι κρυφών και λατρεμένων πόθων,
γιοφύρι της ελπίδας με το άπιαστο,
θα τυλιχτούν, αδύναμα, στην ηλιακή ραστώνη,
ανίκανα να φυλαχτούν απ’ το πραγματικό.

Τα ρόδα, υπερφίαλα, απλώνουν τα φτερά τους,
πέταλα που ματώνουνε στο άγγιγμα της θλίψης,
έμπνευση και αποστροφή για τόσους ποιητές, 
για λίγο θα τραβήξουνε το δρόμο της ματαιοδοξίας
μα σύντομα θα συντριβούν στης λήθης το αδράχτι.
Ο θρίαμβος κι η πτώση χαμένων παραδείσων
προειδοποίηση σκληρή της Φύσης η αναγκαιότητα!

Άνθος χωρίς σπορά κι ο άνθρωπος στην πλάση,
πότε θυσίες και σφαγές προσφέρει, απλόχερα, στη νύχτα,
πότε στο σκότος αλυχτά κι αλλάζει τη μορφή του,
πότε σκορπά θεσπέσιες και πλάνες μυρωδιές,
πότε στον ήλιο όνειρα κι ελπίδες ψιθυρίζει,
κρατώντας τον σφιχτά μεσ’ τη μικρή του αγκάλη.
Παλεύει, αγωνίζεται, ματώνει και δακρύζει
στο αιώνιο ταξίδι του από τις δύο πλευρές.
Όμως, αυτό που τον κρατά ξεχωριστό στον κόσμο
είν’ ο δικός του λογισμός, να πέφτει, να γεννιέται,
ν’  αφήσει τις ελπίδες του στις νέες τις γενιές,
στης Μέδουσας το πρόσωπο ποτέ να μη πετρώσουν
μα με σπαθί, αλύπητα, το κτήνος να σκοτώνουν.
Ο Λόγος δε θέλει σπορά, το αίμα του αρκεί.

Σάββατο 17 Αυγούστου 2013

Το καλοκαίρι της μελαγχολίας.



Οι ανεμόμυλοι σταμάτησαν τον γύρο τους,
τα πηγάδια στέρεψαν,
τα πουλιά εγκατέλειψαν τα περάσματα
και οι κυνηγοί τα καρτέρια τους.
Οι ψαράδες μάζεψαν τα δίχτυα,
τα κρεμάσανε στους τοίχους
μπας και μπλεχτούνε τίποτα, σκόρπιες, ελπίδες.
Οι βάρκες ξέμειναν δεμένες,
έχασαν το δρόμο της αναχώρησης
και της επιστροφής, ξεχάσανε το ρόλο τους.
Ο ήλιος δεν ζεσταίνει πια,
ό,τι σαρώνει θα το κάψει.
Οι νύχτες του Αύγουστου
δεν έχουνε φεγγάρι,
τα σκυλιά κλείστηκαν σε μαύρες τρύπες,
φοβήθηκαν τις άγριες, ασταμάτητες νύχτες
στις ανθρώπινες ψυχές.
Η θάλασσα ματώνει κάθε βράδυ
στα άχρωμα μάτια των λιγοστών ανθρώπων,
ο άνεμος ξανάγινε κυρίαρχος,
ουρλιάζει με μανία ολάκερο το καλοκαίρι,
στις άγριες ριπές του ελπίζει
να σηκώσει φραγμούς στην πανδημία,
να αποστειρώση την απελπισία.
Οι ξερολιθιές οργώνουνε τον τόπο μας,
ψεύτικη φύση σε ψεύτικους χρόνους.
Τα παιδιά μεγάλωσαν απότομα
κάθε χρόνος τους φορτώνει άλλους δέκα,
οι πλάτες τους λυγίσανε
στο δάκρυ της μητέρας και του πατέρα.
Τα βράδυα τριγυρνούν τα μεθυσμένα όνειρα,
το τραγούδι έγινε μοιρολόι,
το καλοκαίρι έχασε τους χυμούς των φρούτων του,
ζούμε το καλοκαίρι της μελαγχολίας,
τον χειμώνα του θερινού ηλιοστάσιου...

Τετάρτη 31 Ιουλίου 2013

Θλιβερότητα.



Η Ευθύνη είναι βαρειά στους ώμους που ξεσυνήθισαν το βάρος. Σε γονατίζει, σου λυγίζει τα γόνατα, χαλάει την ισορροπία του σώματος και του νου. Σου προσφέρει, απλόχερα, την ευκολία να απαλλαγείς από αυτή. Τινάζεις το κορμί (και το μυαλό) και συντρίβεται στην άσφαλτο που πύρωσε στον ήλιο του καλοκαιριού.
Η Αλληλεγγύη είναι μια χίμαιρα που κουλουριάζεται στο μυαλό σου, την έχεις εκεί, σε βασανίζει, σε τρομάζει, θέλεις να της δώσεις χώρο, να την αφήσεις ν' αγκαλιάσει το περιβάλλον μέσα στο οποίο ζεις. Μάταια, κουλουριάστηκε επειδή τρομάζει με τον εξωτερικό σου κόσμο. Μόλις θελήσει να ξεμυτίσει, φοβερά τέρατα καραδοκούν να την πετσοκόψουν, να της λειώσουν το κεφάλι λες και είναι φίδι δηλητηριώδες. Ο Εγωισμός, η Αναβλητικότητα, η Ρουτίνα, η Ξενοφοβία και η Επανάπαυση σε φτηνές ηδονές φυλάνε τις πύλες του (δικού σου) Αχέρωντα για να μη δραπετεύσει η ψυχή σου με τα φτερά της. Επειδή δεν γνωρίζουν και δεν γνωρίζεις πως είναι η Λύτρωση και όχι η Έχιδνα.
Το Χρέος κατάντησε μικρό, άγονο κομμάτι στο μυαλό που επαναπαύτηκε στη χέρσα γη της Αδιαφορίας. Πάλλεται σαν πολύχρωμη ταμπέλα, φτηνού μαγαζιού, που μαστιγώνεται από τον άνεμο της λύπης. Το Χρέος, αχ αυτό το Χρέος... Βυθίζεσαι στην ταπεινότητα της καθημερινότητας και φοράς, μόνιμα, τα γιαλιά του απρόσωπου Εγώ. Η ζωή σου έγινε πίνακας λογιστικής, ξεφτισμένο κομπολόι για να μετράς, ανάποδα, τις ώρες. Τις ώρες της Ζωής γιατί αυτό που ζεις είναι ο Θάνατος. Ξέχασες ότι οι αριθμοί δεν είναι το χρέος, το χρέος είναι να ζήσεις και να πεθάνεις σαν Άνθρωπος. Αν δεν μπορέσεις, στην Κόλαση των ψυχών, θα γίνεις ένας αριθμός, ασήμαντος, όπως εκατομμύρια άλλοι.
Ο Αγώνας είναι ο πιο δύσκολος αντίπαλός σου. Βρίσκεται παντού γύρω σου, γεύεσαι τον ιδρώτα του, την αρμύρα του αίματός του, τη βαρειά ανάσα του. Νομίζεις ότι ταξιδεύεις μαζί του, ότι είναι εκεί, στη στροφή του δρόμου, πάνοπλος να σε στηρίξει όταν θα βρεθείς αντιμέτωπος με τα τάγματα του σκότους. Βούτηξες τα χέρια σου στα υλικά που νομίζεις πως σε κρατούν δεμένο μαζί του, δεν γνωρίζεις, όμως, ότι αρνήθηκες τον σύνδεσμο με την καρδιά σου, κανένα δέσιμο, καμία επαφή, κανένα συναίσθημα. Η τυφλότητα σε καθοδηγεί μέσα από τις ατραπούς νεκρανάστασης του Εαυτού που δεν πληρώνει κανένα τίμημα.
Η Ανάσταση δέθηκε με τις χειροπέδες της μισαλλοδοξίας, της αυθεντικότητας, της μονομέρειας των χιλιάδων σελίδων που στραγγίζουν μαύρο αίμα. Λάτρεψες τις δικές σου εικόνες, περιχαράκωσες το σύμπαν σε ένα στείρο κείμενο. Έκλεισες τον ήλιο έξω από τον τόπο σου υψώνοντας τείχη Ευαγγελίων που ευαγγελίζονται τον θάνατο, τον μαρασμό της φυσικής νεότητας, το θαύμα της γονιμότητας. Είσαι βαθύτερα φυλακισμένος από αυτούς που θέλεις να σώσεις.
Άφησες τον θάνατο να αλλώσει την ψυχή σου. Η Σκέψη και το Πνεύμα έγιναν απόκληροι μιας ράτσας που τρώει τις σάρκες της. Αλλοτροιώθηκες, έγινες αυτό που επιθυμούσε ο δεσμώτης σου, απέστρεψες το βλέμμα από τον καθρέπτη για να μην τρομάξεις από τα απίστευτα γηρατειά σου, από το σαπισμένο κορμί σου. Περπατάς χαμένος, απαγγέλεις τσιτάτα, κρατάς λάβαρα, κραυγάζεις συνθήματα, πέφτεις πάντοτε στην ίδια παγίδα επειδή ποτέ δεν κατανόησες ότι η εξέγερση και η επανάσταση γίνονται, πρώτα απ' όλα, απέναντι στον Εαυτό. Απέναντι σε αυτό που νομίζεις πως σου ανήκει!

(ποτέ δεν θα ανατρέψουμε τον Ιανταλμπαώθ, αν δεν τον συντρίψουμε, πρώτα μέσα μας - Ανατολ Φρανς, "Η επανάσταση των Αγγέλων")

Κυριακή 14 Ιουλίου 2013

Η πρώτη νίκη

Στον Κ. ΣΑΚΚΑ (ελάχιστη συνεισφορά)

Ανοίγω τη ζωή και βλέπω μαύρο,
αλλάζω τα κανάλια της αξιοπρέπειας και βλέπω μαύρο,
ρυθμίζω τις συχνότητες του ρατσισμού, ξανά μαύρο,
μαύρο ξεχυλίζει η ψυχή των συνανθρώπων μας,
μαύρο δείχνουν όλα τα παράθυρα στην τηλεόραση
(μαύρο ωραίο, εξευγενισμένο, ύπουλο)
συντονίζομαι στο μαύρο των εφημερίδων
και βλέπω μαύρες ψυχές να πουλιούνται για πολύχρωμα χαρτονομίσματα,
ανοίγω το παράθυρο, το μαύρο είναι παντού,
σου καίει τη μύτη, τα σωθικά, σε κάνει να λιγοθυμάς,
μιλάω στους ανθρώπους και απαντούν με χρώμα: μαύρο,
το σπιτάκι κι ο καναπές μαύρισαν από το ατομικό σου μαύρο,
το μαύρο της απραξίας, του εγωϊσμού, της έγκλειστης εγωπάθειας.
Στους δρόμους, το βράδυ, τα φώτα είναι μαύρα... η νύχτα φωτίζει τον κόσμο μας
κι οι πινακίδες ζαλίζουν με πολλαπλές αποχρώσεις του μαύρου,
μαύρα σκυλιά καραδοκούν να σφάξουν έγχρωμους μετανάστες,
μαύρα κοράκια γυροφέρνουν το λάκκο με τους αυτόχειρες,
η σιωπή σου είναι μαύρη, άγευστη, πικρή μεσ' τη χολή,
ακόμη κι ο καφές δεν έχει απόχρωση λευκού, το δηλητήριο πίνεται σκέτο,
----
στα κελλιά των φυλακών αχνοφέγγει το φως,
στα κελλιά η πάλη κι η συντροφικότητα σκορπίζει αχτίδες,
στα κελλιά χτίζεται η αυγή...

Οι φλόγες του παραμυθιού.



Η ζέστη που αναδυόταν γύρω μας, όλο και φούντωνε.. η στάχτη περιπλανιόταν στην ατμόσφαιρα, μοναχικός ιππότης που δεν συμβιβάζονταν με την καθημερινότητα και έψαχνε τους δικούς του δράκους.. Αποκαϊδια κείτονταν σκορπισμένα τριγύρω, νεκροί στρατιώτες σε πεδίο μάχης που σκοτώθηκαν με τη σκέψη της λησμονιάς και την εικόνα μιας ευτυχισμένης ζωής. Το περιβάλλον μουντό, η ομίχλη από τους καπνούς έπνιξε το χάραμα, τις αχτίδες που θερμαίναν τις ψυχές μας. Τοπίο βουβό, δίχως στάλα νερού να γλυκάνει τα χείλια σου. Βουβή πλάση σε βουβή προσευχή.
Η ανάσα μας χτυπούσε ακόρντα ασθμαίνοντας, οι στάχτες είχαν μπει βαθειά στα πνευμόνια και στο μυαλό μας. Κάποιος σιγοψυθίριζε τα λόγια κάποιων στίχων...νομίζω ότι ήταν το Άβε Μαρία. Στο μυαλό μου ήρθαν τα λόγια του Ευαγγελιστή: και είδε τα οστά τα γεγυμνωμένα... τα ερείπια έστηναν γύρω μας χορό, γελώντας μας με σαδισμο, και είπε: τις άραγε εστί...χάσαμε την ταυτότητά μας, δεν είμασταν πια άνθρωποι, γίναμε πλάσματα της νύχτας, η αυγή (φοβόμασταν) θα μας έκαιγε πολύ... πλούσιος ή πένης... έβλεπες μόνο φιγούρες περιπλανόμενες στο ρέκβιεμ της ανθρωπότητας, ρακοσυλλέκτες χαμένων παραδείσων.
Η δυσωδία απλωνόταν παντού, φορούσαμε τις μάσκες του απρόσωπου, τις μάσκες της απόγνωσης, σκουντουφλάγαμε ο ένας πάνω στον άλλο...δεν βγάζαμε μιλιά, κοιτάζαμε τους κάδους σκουπιδιών και ψάχναμε για ψίχουλα ελπίδας. Οι λυγμοί είχαν κοπάσει, τα δάκρυα εξατμίζονταν πριν βγουν από τα μάτια μας, οι χτύποι της καρδιάς πλησίαζαν τη σαγήνη της απόλυτης σιωπής. Είχαμε χάσει το δρόμο, είχαμε χάσει το νόημα...
Και γύρω, μακριά από εμάς, τα σκυλιά αλυχτούσαν...μαύρα, πάνοπλα σκυλιά ντυμένα με ανθρώπινες φορεσιές, παραταγμένα στη σειρά. Φοβόντουσαν το φως, την αχτίδα που περιπλανιόταν ορφανή μέσα μας, τον τελευταίο χτύπο της καρδιάς μας. Λεγεώνες του σκότους, μισθοφόροι της απελπισίας, άγρια σκυλιά θρεμμένα με ανθρώπινο κρέας...
----
έκανα μια κίνηση στον αέρα πιάνοντας μια μισοκαμμένη σελίδα: ο τίτλος ήταν "Αν"...αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος;;
το παραμύθι είχε γίνει στάχτη, το σκόρπιζε στον άνεμο η βαθειά ανάσα και ο ρόγχος της Χίμαιρας, το παγωμένο άγγιγμα της Στυγός...

Σάββατο 8 Ιουνίου 2013

Άρη Αλεξάνδρου


Ανεπίδοτα Γράμματα

[13]
Σύντροφε κοιμάσαι;
Ήθελα να μου πεις, ξέρεις καμιά σελίδα μαρξισμού
που να βουλιάζουνε οι λέξεις στο χαρτί
σαν τη σιωπή μου
στις κόρες των ματιών της;

[5]
Ο Πέτρος που κοιμόταν στο τσιμέντο
δίχως φόδρα στο σακάκι
κάθε πρωί μου έκανε τράκα μια καλημέρα στα κλεφτά
γιατί τον είχαν για προδότη

Βάλαμε τις στάμνες
εκεί που έστρωνε την τρύπια κουρελού
μιλάμε για την δήλωση
τις ώρες που έμενε σκυφτός
διαβάζοντας μια περσινή εφημερίδα

Τότε θα’πρεπε να’ταν που μας έπιασε βροχή.
Ανάβοντας τσιγάρο είδα το πρόσωπό σου
στο τζάμι της βιτρίνας.
Κάτι ψιχάλες πέσανε στα μαλλιά σου και το σβήσανε
Δίπλα στις στάμνες που κρυώνουν το νερό
λέω πως αν ήταν να διαλέξω
θα γύριζα κοντά σου.
Αν τα κατάφερνα να βρω το σπίτι μου
θα σε έπαιρνα μαζί μου

[11]
Στο θάλαμο κρυώνουν.
Με τα πόδια στις κουβέρτες
με το παλτό στην πλάτη
παίζουν σκάκι
Ο Νικόλας στη γωνιά
ξαναδιαβάζει το γράμμα του Σεπτέμβρη.
Σκαλίζει μες στις λέξεις
μετράει τα γρατσουνίσματα της πένας
τούτο το σίγμα το πάτησε πολύ
και σε φιλώ - αχ Θεέ μου
άλλοτες έγραφε πολύ
τόσο μικρό δελτάριο δε χώρεσε στην άκρη.

Έκανε το γράμμα της χωνάκι
ρίχνει μέσα τη στάχτη
μη λερωθεί ο θάλαμος
ρίχνει τη σιωπή
..............
Θέλω να σου γράψω
μα τι σε νοιάζει εσένα η σιωπή του
κάτω απ' τη βροχή;

Παρασκευή 17 Μαΐου 2013

Η ΜΟΝΑΞΙΑ ΤΟΥ ΔΑΣΚΑΛΟΥ.



(στη Βασιλική)

Κοίταξα τα βλέμματα συντρόφων,
βαθειά μελανιασμένα, απελπισμένα, άχρωμα,
άγρια και μελαγχολικά,
θυμήθηκα τη συντριβή του Εωσφόρου,
το βλέμμα στον παράδεισο που έχανε,
θυμήθηκα την οργή των Τιτάνων
όταν σφραγίστηκε η πύλη για τον έξω κόσμο,
θυμήθηκα το βλέμμα μου αλλά και το δικό σου,
το βλέμμα της αποστροφής,
 βλέμμα της μοναξιάς.

Βαθειά πληγή η μοναξιά σε χρόνους φλογισμένους,
πικρό ποτήρι η οργή για τους φυλακισμένους,
άγονη γη, βραχώδης τόπος, ο δρόμος για τον Γολγοθά,
τα βράδια γίνονται ξανά εφιάλτες που διαβαίνουν
και σου μηνούν τη σταύρωση
που τώρα ξεκινά.

Καθένας μόνος κι άοπλος, στις θύελλες που ζώνουν
την  ύπαρξη μας που, συχνά, τρικλίζοντας γυρνά,
παραπατά, λικνίζεται, σωριάζεται στο χώμα
και μάταια αγωνίζεται απέναντι στο φόβο που τρώει τα σωθικά.
Κλείνει ρωγμές ανοίγοντας χαράδρες, στήνει δοκάρια για σκεπή
κι άσκεπη  ξαγρυπνά, τον Σίσυφο αναπολεί και βλέπει την αρένα
μιας ζήσης που επέλεξε κόντρα στα ξωτικά,
στις νύμφες και στους σάτυρους, στις άγριες σειρήνες
που σε πλανεύουν εύκολα με κόλπα μαγικά,
κόντρα στο πλήθος των νεκρών που ζουν γιατί αντικρίζουν,
το είδωλό τους σε πλατειά οθόνη αρπαγής ψυχών και  λογικής,
σε καπηλειά που σου ‘ταξαν μιαν άγρια ηδονή,
στις άκρες των χειλιών που οινόπνευμα μυρίζουν κι ανέραστοι
τον έρωτα πάντοτε κυνηγούν, στο σπορ της εποχής.

Βαριά πληγή η μοναξιά σε χρόνους φλογισμένους,
συντρίβει το ανθρώπινο μυαλό, δείχνει αλλοπαρμένους
να τριγυρνούν αδιάκοπα, σαν άγρια σκυλιά,
γιατί, στης μάντισσας το τρίποδο, βλέπουνε το μετά!

 Άδειες ψυχές, άδεια κορμιά, ερείπια στημένα
κόντρα στη λύσσα του βοριά, στην άρμη του νοτιά,
πατρίδα δεν αναπολούν, κανένας νόστος δεν μπορεί
να σπάσει τα δεσμά,
κανένα ξόρκι μαγικό, πλανέματα του πλήθους,
ακροβασίες τρομερές σε λόγια και χαρτιά,
σημαίες π’ ανεμίζουνε και ψέματα χαρίζουν
στων ευκολόπιστων θνητών τις άγριες ορδές,
αδιάφορες κι ανέγγιχτες αιώνια τις αφήνουν
θυσία κι ολοκαύτωμα στις πλάνες που θερίζουν,
χωρίς ελπίδα γιατρειάς σ’ ανθρώπινες πληγές.

Βαριά πολύ η μοναξιά σε χρόνους φλογισμένους,
απίστευτη η μοναξιά επάνω στον σταυρό,
μαύρη χολή σ’ ανήλιαγα μπουντρούμια νοτισμένα,
στον τάφο σου, ολοζώντανος, να βρίσκεσαι κλεισμένος
γιατί ποτέ και πουθενά δεν βλέπεις λυτρωμό!

Πέμπτη 16 Μαΐου 2013

ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗ ΦΥΛΑΚΗ (;)


Βλέπω το μέλλον και βλέπω σφαγές
Βλέπω το μέλλον και βλέπω αγώνα
Βλέπω το μέλλον και βλέπω ανθρώπους να πεθαίνουν όρθιοι για την αξιοπρέπεια τους
Βλέπω το μέλλον χωρίς νταβατζήδες, καναλάρχες, εργολάβους, εξαγορασμένους δημοσιογράφους, τάγματα καταστολής
Βλέπω το μέλλον των απλών πολιτών που δεν χειραγωγούνται από τα κόμματα
Βλέπω ένα μέλλον ελπίδας, συμφιλίωσης, χωρίς τζόγο και χωρίς κέρδος
Παλεύω για την πατρίδα μου, για τους εργαζόμενους, για τους εξαθλιωμένους όλης της γης
Βλέπω το μέλλον που ονειρεύεστε αλλά γονατιστοί δεν μπορείτε να το δείτε επειδή έχετε το κεφάλι σκυμμένο κάτω, κάτω από τον φόβο
Βλέπω, όμως, τα παιδιά μας χαρούμενα, σε μια άλλη κοινωνία, σε ένα άλλο μέλλον
Βλέπω αυτό που δεν βλέπετε επειδή είμαι τυφλός
Ακούω τον ψίθυρό του επειδή είμαι κουφός και δεν ακούω τις σειρήνες
Βλέπω το μέλλον επειδή είμαι ελεύθερος, επειδή το χρωστάω στους δικούς μου, στους μαθητές και φοιτητές μου
Βλέπω το μέλλον επειδή κάποιος, επιτέλους, πρέπει να πολεμήσει.

Κυριακή 21 Απριλίου 2013

Νεωτερισμοί και προτροπές (Ζαχαρίας Μανουράς)






Χρόνια και χρόνια αγοράζεις περίτεχνους συνδυασμούς
ήχων, εικόνων και χρωμάτων,
λαβύρινθους περιττωμάτων
μη νοιώθοντας τους κραδασμούς

Πρόστυχο πνεύμα να λικνίζεις σε υποδόριους ρυθμούς
την αρμονία να τσακίζεις τη δομημένη μ΄ αριθμούς
μιας άλλης αρετής και αξίας
ολημερίς σε προκαλούν έμποροι κάθε φιλαυτίας

Ζωώδη ένστικτα εκθρέφουν παραγωγοί των ασωμάτων
πηνίων, chips και κυκλωμάτων
μέσα στα μέταλλα να κλείσουν παλλόμενη νοητική χορδή
μετουσιώνοντας σε ρεύμα κάθε σου  σχέση και επαφή

Ολόγυρα αστεροειδείς αρπάζουνε την Περσεφόνη
εκσφενδονίζοντας κρατήρες με τη διαστρική σου σκόνη
και συ χωρίς φωνή, χωρίς σκιά
θαυμάζεις ναρκισσιστικά, το είδωλό σου στην οθόνη

............................................................................................................

Μήνες και μήνες κοπιάζεις να φτάσεις ξένα ιδανικά
και την επίδειξη να κάνεις σ΄ αυθεντικά αφεντικά
με εργολαβίες να σκορπάς δικά σου κι άλλων δανεικά
που θα κληθείς για να πληρώσεις
μια μέρα όταν θα νυχτώσεις
στη παραζάλη της φορμόλης

Πέντε ρουπίες του Ινδού, δυό ρενμινμπί του σχιστομάτη
Προσφέρουν σε ισοτιμία του κάτεργου την εργασία
και συ τολμάς και επιζητάς μια θέση στη δημοπρασία
και σ’  ίδρυμα φιλανθρωπίας εξιλεώνεις την απάτη

Νεφρά πουλάει ο σακάτης στην αγορά της Μαλαισίας
πως ζει κανείς να σε διδάξει σε πέλαγα απελπισίας
δεν είναι φρόνιμο να μάθεις - δεν έχεις χρόνο να κοιτάξεις
όσο η κοιλιά είναι χορτάτη
έτσι κι αλλιώς, έχει σβηστεί, κάθε του στίγμα από το χάρτη

Μιας μελαμψής οι εφιάλτες, για χάρη της δικής σου στύσης
οι νωτισμένοι στο κρεββάτι με τις δικές σου αναμνήσεις
σ’ εχουν ποτίσει με ευφορία
και συ τολμάς και εκπορνεύεις της μάνας σου την ιστορία

................................................................................................

Μέρα τη μέρα σού οργώνει κύτταρα, νεύρα και ιστούς
μια φωσφορίζουσα περόνη, στο θάνατο σε εξοικιώνει
με βία και τρόμο σε στοιχειώνει
σε ανεξέλεγκτους σπασμούς

Πεισματικά κυκλοφορεί σαν ερπετό
σε ώρες που εσύ κοιμάσαι
και ασυνείδητα σε κάνει τη βούλησή της να θυμάσαι
φλοιούς και μήνιγγες διατρύει
αλήθεια και ψέμμα αντιστρέφει, με την μετάλλαξη σε θρέφει
ότι επιθυμεί σου κρύβει και με φτηνό σε νανουρίζει

Μια αχαρτογράφητη ιδέα διαχέεται και σε κυκλώνει
ασφυκτικά, νευρωτικά, αδίστακτα
και σε ματώνει
άλλων ευθύνες σου φορτώνει
και σε ενοχές σε εγκολπώνει

Μ΄ εξατομίκευση γυρεύει τα σωθικά σου να τρυγίσει
Ιστούς και συνοχές διαλύει, σαν ορφανό να σε κοιμήσει
με την ασφάλεια τη δική της παζαρεύει
την ύπαρξη να σου στερήσει

.........................................................................................................

Ώρα την ώρα σε φορτώνουν ενέσεις ματαιοπονίας
Είσαι μικρός για ν΄ αγναντεύεις έλεγχο κάθε τρικυμίας
Υπάκουσε τον εστεμμένο, έχει σπουδές δέκα πτυχία
αυτός φροντίζει, αυτός ξέρει, πασχίζει για ισονομία

Δε βλέπεις γύρω σου αντένες και ναρκοπέδια σωρό;
Είναι ανώφελο να στέρξης να πολεμήσεις τον εχθρό
Πάρ’ το άλλοιώς - σαν ευκαιρία- κλείσε μαζί του συμφωνία
να προσκυνήσεις τον Σταυρό στη νέα του σταυροφορία

Σκυλιά σε ζώνουν με μελάνι, μορφή από pixels και φωνή,
στοχεύουν πάντα στο κεφάλι μαντατοφόρου κομιστή
Ότι κινείται σημαδεύουν αλλότρια όντα με στολή
κι υπέρυθρη  τεχνολογία,
να πειθαρχήσουνε γυρεύουν σε εγκλεισμό μια κοινωνία

....................................................................................................................

Νά ‘την η ώρα!
Ήταν γραφτό... με τέτοια ρότα να βρεις καιρό!

Το εκκρεμές της ιστορίας άρχισε πάλι το χορό
τρελλό, φρενήρες, αιωρείται ανελκυσμένο απ’ το βυθό
μνήμες κι αλήθειες για να σβήσει μέσα σε νέα βογγητά
δύσκολη γέννα προμηνύει, νυστέρι και εμβρυουλκά

Η νηνεμία δεν αντέχει  να είναι νόμος της ζωής
Ιστορικά βεβαιωμένο τα ράμματα βαθειάς πληγής
δε θα αντέξουνε σε χρόνο σεισμογενούς παθολογίας
μιας φανερά τραυματισμένης κι αδίστακτης κερδοφορίας

Έλα και φέρε μας, σου λένε, ότι με κόπο ή χωρίς
απέκτησες τόσο νωρίς
και πρόσφερέ τα στο βωμό μιας εθνικής τους σωτηρίας
συνειδητή επιλογή παγκόσμιας συνομωσίας

Πάρε και σπείρε στο χωράφι bronze καθρέπτες Βοημίας
συσσωρευτές καινοτομίας στο ενεργειακό σου τζάμι
αισθήσεις μήπως κι αισθανθείς, καθώς πενθείς
σε σάβανο από κατράμι
τις ενοχές μιας παρελθούσας και χαλκευμένης ασωτίας

Κλείσε τα μάτια στις πληγές σου,
στα γάγγλια του εγκεφάλου συρρίκνωσέ τες τις ορμές σου
τι τόσα χρόνια νοσηλεία σε κρατικά νοσοκομεία
τι στο καλό! Δεν θέλει άλλο για ν΄ αποδώσει η θεραπεία!

Αλοίμονο!
δεν έχει τέλος το παραμύθι της θυσίας
της Ιφιγένειας η Ταυρίδα είναι ροή μυθοπλασίας
μην περιμένεις τους θεούς ούριο άνεμο να φυσήξουν
δεν πρόκειται να εξευμενίσουν τους άρχοντες της απληστίας

Στα μαυσωλεία χλιμιντρίζουν οι μισθοφόροι μιας σκιάς
Κέρβεροι άνοιξαν τις πύλες να ξεχυθούν τ’ αερικά
που άφριζαν χωρίς κεφάλι και με κομμένη την ουρά
απ΄ του γεννήτορα το αίμα της περασμένης σου γενιάς

Οι σπιναλόγκες ανοίξαν πάλι! Όλοι της γης οι λαοπλάνοι,
καρνάβαλοι και στρατοκράτες, αρχέγονα σημαδεμένοι
με υλιστικών αιτιοτήτων συνεπακόλουθη ειμαρμένη
αλήτες, ψεύτες και ρουφιάνοι βρήκαν την ώρα για σεργιάνι

Πόρνοι και άρπαγες σαλιώνουν της κόρης σου την εφηβεία
του γυιού σου την μακροζωϊα
πριν με ξυράφι τις ματώσουν, διπλα-τριπλά τις χαρακώσουν
στη πέτρα για να βαλσαμώσουν
σαν τρόπαιο ιδιοκτησίας

...................................................................................................................

Μην ξεγελιέσαι! Μην απατάσαι!

Αψήφησε χρησμούς και ρήτρες, του Φουκουγιάμα τις κλαγγές
σπάσε τα μελανόμορφα αγγεία,
άδραξ’  τον χρόνο - πύκνωσ’ τον,
πλάσ’ τον σε εύμορφο πηλό
δοκιμασμένα εκμαγεία, σε σύγχρονη τελετουργία
θα χρειαστείς για οδηγό, στη μονοσήμαντη πορεία

Βάλε τη μάσκα του θανάτου!

Σφίξε στο χέρι σου δρεπάνι, θέρισε, κόψε Μοντιλιάνι,
στης μοναξιάς τα προσωπεία, τα ίχνη ματαιοδοξίας
Ξερίζωσε τα δανεικά, τα ευτελή τα πρότυπά σου
σμίλεψε το παλιό σαν νέο -στο διηνεκές- το έμβλημά σου

Σπείρε καρπούς μιας οπτασίας που όμοια της δεν υπάρχει
στους παφλασμούς του καταρράκτη επίγειας οδομαχίας
που θα γκρεμίσει για να χτίσει, αφού φιλήσει
ότι είναι άγιο και ιερό
του πνεύματος δημιουργία, της πράξης σου το θυμιατό

Όρμησε πάνω από την προβιά σου και σήκωσε το ανάστημά σου
και σαν αγέλη εκτινάξου και ξέσκισε τις μεταλλάξεις
υπακοής, υποταγής και ακαμψίας νεκρικής
μετουσιώνοντας το σπέρμα σε ολοζώντανες υπάρξεις!

Το αίμα πρόσφερε στη μάνα για να θηλάσει τα μικρά της
Αξίωμα της εντροπίας φρόντισε νά’χει στη ποδιά της
να γαλουχήσει δίχως πια πίστη, καρτερικότητα και πλάνη
ανθρώπων θεία κοινωνία, παγκόσμια, αυθεντική, μεγάλη
των φιλοσόφων Ουτοπία

Και στήσε ζωντανά μνημεία ανθρώπινης χρεωκοπίας
χρυσελεφάντινους σταυρούς,
στους μάρτυρες της προδοσίας ενός ανύπαρκτου Χριστού
στ’ όνομα κάθε εξουσίας που δεν χωράει χριστιανούς

Για να θυμάσαι κάθε χρόνο,
κάθε μήνα,
κάθε ημέρα,
κάθε ώρα και λεπτό
πως, με εκλεγμένους εκπροσώπους, απραξία και στεγανό ιδανικό
κύκλους θα κάνεις χωρίς τέλος,  σε Έρεβος κοινωνικό,
σε φάλτσας νότας συγχορδία
ανθρώπινης Προϊστορίας
με πένθιμο ιστορικό


.................................................................................................................................


“Οι άνθρωποι κάνουν την ίδια τους την ιστορία, δεν την κάνουν όμως κάτω από ελεύθερες συνθήκες, που διάλεξαν μόνοι τους, μα κάτω απο συνθήκες που βρέθηκαν άμεσα, που δόθηκαν και κληρονομήθηκαν από το παρελθόν. Η παράδοση από όλες τις πεθαμένες γενιές βαραίνει σαν εφιάλτης πάνω στα μυαλά των ζωντανών.”