Δευτέρα 26 Δεκεμβρίου 2011

O μεταμοντερνισμός των Xριστουγέννων



του Δημήτρη Πετρέλη

Θα ξαναβιώσουμε καρτερικά
την ανάμνηση της γέννησής Tου
από τα δορυφορικά συστήματα
των μέσων μαζικής ενημέρωσης,
το διαδίκτυο,
την πρωτότυπη εμπορικότητα,
τα ηλεκτρονικά ταμπλό
με τις ευχητήριες ρεκλάμες,
τα δέντρα των λαμπιονιών,
τα κάλαντα,
με κατάληξη τις τυπολατρίες
των "χειροποίητων ναών",
με βάση το παχυλό φιλοδώρημα
σαν εξιλέωση στους ασθενέστερους.
Tο άστρο δε θα σταθεί ποτέ
επάνω από τις αυτοσχέδιες φάτνες
με γύψινους προσκυνητές,
ακίνητους αγγέλους,
επιτήδειους Aγιοβασίληδες,
ευέλικτους αρλεκίνους
και σολίστες των πεζοδρομίων.
Στα πλουσιοπάροχα γεύματα
καθώς τα ποτήρια τσουγκρίζονται από ευχολόγια
η "επί γης ειρήνη" σπαράσσεται διάτρητη
στα πεδία μαχών
άκαμπτων ορθολογιστών.
Σε κάποια σημεία του πλανήτη,
η "εν ανθρώποις ευδοκία" παλινδρομεί,
δοκιμάζεται.
O μεταμοντερνισμός των Xριστουγέννων
είναι ένας κόσμος γυαλιστερός,
ποικιλόχρωμος, αιχμηρός.
Tο θέαμα και η κοσμικότητα
υπερτέρησε της ουσίας
του ταπεινού ερχομού Tου.
Πολλοί θα γιορτάσουν το χαρμόσυνο γεγονός,
αλλά λίγοι θα γονατίσουν με ευλάβεια
και ειλικρινή πίστη.

Ελπίδα;


Χαίρονται όλοι -το βλέπω- αλλ' εσβήστη
από κρύα παγωμένη πνοή
στις ψυχές των ανθρώπων η πίστη
κ' είναι τώρα η χαρά της τους τυφλή.
Στα σκοτάδια του κόσμου μια μέρα
πάλι εκείνη σαν άστρο ας φανεί
πού τους Μάγους οδήγησε πέρα
να λατρέψουν το ουράνιο παιδί.
.................................................
Γ. Μαρκοράς.

Δευτέρα 19 Δεκεμβρίου 2011

Κομφούκιος












 

 
 

Charles Baudelaire.




L’  Etranger  (Ο Ξένος).

Ποιον αγαπάς περισσότερο, αινιγματικέ άνθρωπε; Τον πατέρα σου, τη μητέρα σου, την αδελφή σου ή τον αδελφό σου; Πες..
-          Δεν έχω ούτε πατέρα, ούτε μητέρα, ούτε αδελφή, ούτε αδελφό.
-          Τους φίλους σου;
-          Χρησιμοποιείτε μια λέξη της οποίας την έννοια δεν έχω γνωρίσει ακόμη.
-          Την πατρίδα σου;
-          Αγνοώ σε ποια γεωγραφική θέση βρίσκεται.
-          Την ομορφιά;
-          Θα την αγαπούσα με όλη μου τη θέληση, αυτή την αθάνατη θεά.
-          Τον χρυσό;
-          Τον μισώ όπως μισείτε εσείς τον θεό!
-          Ε! τι αγαπάς τότε παράξενε ξένε;
-          Αγαπώ τα σύννεφα, τα σύννεφα…, τα σύννεφα που περνούν… εκεί κάτω.. τα υπέροχα σύννεφα!



Chacun  sa chimere  (καθένας με τη χίμαιρά του).


Κάτω από έναν πελώριο γκρι ουρανό, σε μια σκονισμένη πεδιάδα, χωρίς δρόμους, χωρίς χορτάρι, χωρίς ένα γαϊδουράγκαθο, μια τσουκνίδα., συνάντησα πολλούς ανθρώπους που περπατούσαν σκυφτοί.
Καθένας από αυτούς κουβαλούσε στους ώμους του μια πελώρια Χίμαιρα, τόσο βαριά όσο ένα σακί με αλεύρι ή κάρβουνο ή την πανοπλία ενός πεζού ρωμαίου.
Αλλά το τερατώδες ζώο δεν καθόταν αδρανές: αντίθετα, αναπτυσσόταν και τυλίγονταν στον άνθρωπο με τους ελαστικούς και πανίσχυρους μύες του. Γαντζωνόταν με τα νύχια του στο στήθος του υποζυγίου του  και το φρικιαστικό κεφάλι του  περιτυλιγόταν στο μέτωπο του ανθρώπου σαν μια φρικτή περικεφαλαία, όπως αυτές με τις οποίες οι αρχαίοι πολεμιστές έλπιζαν να τρομάξουν τους εχθρούς των.
Ρώτησα έναν από τους ανθρώπους που πηγαίνει έτσι; Μου απάντησε πως δεν γνωρίζει τίποτε, ούτε αυτός ούτε οι άλλοι, αλλά.. προφανώς κάπου πηγαίνει σπρωγμένος από μια ακαταμάχητη ανάγκη να περπατήσει.
Πράγμα περίεργο, που πρέπει να σημειώσω: Κανείς τους δεν είχε  ανησυχία για το τρομερό ζώο που είχε τυλιχθεί στο λαιμό του και κουβαλούσε στην πλάτη του! Μάλλον, το χαρακτήριζε ως αναπόσπαστο κομμάτι του εαυτού του. Όλα αυτά τα κουρασμένα και απογοητευμένα πρόσωπα δεν μαρτυρούσαν καμία απογοήτευση.. Κάτω από τον γκρίζο ουρανό οδηγούσαν τα βήματα τους με μια φυσιογνωμία όπως αυτών που είναι καταδικασμένοι  να ελπίζουν παντοτινά!
…….
Και μέσα σε λίγα λεπτά έπιασα τον εαυτό μου να κατανοεί αυτό το μυστήριο. Αλλά εκείνη τη στιγμή η ακαταμάχητη Αδιαφορία αναδιπλώθηκε πάνω μου και αισθάνθηκα μεγαλύτερο το βάρος της από αυτό που κουβαλούσαν εκείνοι με τις τρομακτικές Χίμαιρες τους.

(μετφ. δική μας)

Σάββατο 10 Δεκεμβρίου 2011

César Vallejo

César Vallejo-Ο φτωχός

Η μέρα κοντεύει· κούρδισε
το χέρι σου, ψάξε τον εαυτό σου κάτω
απ' το στρώμα, στάσου και πάλι
στο κεφάλι, για να περπατάς ορθός.
Η μέρα κοντεύει, φόρεσε το παλτό σου.

Η μέρα κοντεύει· άρπαξε
το παχύ σου έντερο σφιχτά στο χέρι, συλλογίσου,
πριν διαλογιστείς, γιατί είναι φριχτό
όταν βρέχει σε κάποιον η κακοδαιμονία
και το δόντι του πέφτει εντελώς.

Πρέπει να φας, λέω όμως στον εαυτό μου,
μή θλίβεσαι, γιατί η θλίψη και το κλάμα
δίπλα στον τάφο δεν ανήκουν στους φτωχούς·
μπαλώσου, θυμήσου,
εμπιστέψου την λευκή σου κλωστή, τον καπνό, φώναξε παρουσιολόγιο
στην αλυσίδα σου και κράτα την πίσω απ' το πορτραίτο σου.
Η μέρα κοντεύει, φόρεσε την ψυχή σου.

Η μέρα κοντεύει· περνούν,
έχουν ανοίξει ένα μάτι στο ξενοδοχείο,
το μαστιγώνουν, το χτυπούν με έναν απ' τους καθρέφτες σου...
Τρέμεις; Είναι η μακρινή κατάσταση του μετώπου
και το πρόσφατο έθνος του στομάχου.
Ροχαλίζουν ακόμα...Τι σύμπαν κλέβει αυτό το ροχαλητό!
Σε τι κατάσταση βρίσκονται οι πόροι σου, στην κρίση τους!
Με τόσα δύο, ω, τι μόνος που είσαι!
Η μέρα κοντεύει, φόρεσε τ' όνειρό σου.

Η μέρα κοντεύει, επαναλαμβάνω
μέσα απ' το φωνητικό όργανο της σιωπής σου
και είναι επείγον να πάρεις το αριστερό με την πείνα
και το δεξί με τη δίψα· σε κάθε περίπτωση,
να απέχεις απ' το να είσαι φτωχός μες στους πλούσιους
να σκαλίζεις
το κρύο σου, γιατί η θέρμη μου είναι ένα μ' αυτό, αγαπημένο θύμα.
Η μέρα κοντεύει, φόρεσε το σώμα σου.

Η μέρα κοντεύει·
το πρωινό, η θάλασσα, ο μετεωρίτης,
κυνηγούν την κούρασή σου με λάβαρα,
και, εξαιτίας της κλασικής σου περηφάνειας, οι ύαινες
μετρούν το βήμα σε συγχρονισμό με τον γάιδαρο,
η φουρνάρισα σε σκέφτεται, ψηλαφώντας
το κουζινομάχαιρο όπου είναι φυλακισμένα το ατσάλι
και το σίδερο και το μέταλλο· μην ξεχνάς,
δεν υπάρχουν φίλοι στην Λειτουργία.
Η μέρα κοντεύει, φόρεσε τον ήλιο σου.

Η μέρα κοντεύει· διπλασίασε
την ανάσα σου, τριπλασίασε
την εχθρική καλοσύνη σου
και περιφρόνησε το φόβο, τις διασυνδέσεις και την επιτήδευση,
γιατί εσύ, όπως μπορεί να δει κανείς στον καβάλο σου,
μιας και ωιμέ, ο σατανάς είναι απέθαντος,
ονειρεύτηκες απόψε ότι ζούσες
με τίποτα και πέθαινες με τα πάντα...

(Μτφρ.: Lenin Reloaded)

Παγοδρόμιο

Όποιος προτίθεται κάτι να θάψει,
μια ψευδή υπόσχεση, για παράδειγμα,
μια δέσμευση που δεν τηρήθηκε,
κάποια σαρακοφαγωμένη ενοχή, μια
συλλογή αντικειμένων χωρίς ειρμό
ή στόχο, καλείται να το πράξει
τώρα: το χιόνι είναι
αρκετά παχύ, είναι χειμώνας
απ’ άκρη σ’ άκρη της επικράτειας
κι η επικράτεια είναι ξεχασμένη
σε κάποια άκρη της ηπείρου
και η ήπειρος είναι ξεχασμένη μες στο
συρτάρι κάποιου γραφείου στον τρίτο όροφο.
Και η ταφή θα κρατήσει πολύ, ίσως για πάντα
και τέλος πάντων όσο είναι
εύλογο να ελπίζει κανείς με δεδομένη
την απότομη αλλαγή θερμοκρασιών
της τρίτης χιλιετίας, ή είναι η εικοστή
έβδομη, έχω χάσει το μέτρημα και τη
βάση του μετρήματος· γι’ αυτό με το παρόν
ανακοινώνω πως είναι μια θαυμάσια ευκαιρία
και πρέπει να βιαστείτε.

Μόνο σκεφτείτε φιγούρες που ’χουμε
να κάνουμε μ’ ελεύθερα
επιτέλους τα δύο χέρια
με πόδια ελαφρά σαν τον ύπνο
αθώου στην πτέρυγα μελλοθανάτων,
όλες αυτές τις αυτοσχέδιες εξτραβαγκάντζες
πάνω στ’ απέραντο παγοδρόμιο
της ιστορίας. Κι από κάτω, σκεφτείτε, εκεί
που ο πάγος θα είναι κάπως περισσότερο
λεπτός, θα φαίνονται
οι σκιές των πραγμάτων: οι ξεπεσμένοι
κίονες στις πυλωτές πολυκατοικιών, οι κεραίες
από τις ορφανές τηλεοράσεις,
τ’ ασπρόρουχα στα σύρματα, εκπτωτικά κουπόνια,
τα χαρτόνια και οι κουβέρτες των αστέγων.
Αμνησιακούς μας βλέπω ήδη να αφηνόμαστε
σε πιρουέτες πάνω στον πάγο που απλώνεται
πάνω απ’ την ανύπαρκτή μας πολιτεία. Κι
από κάτω θα ροχαλίζει ο ηλεκτρικός
θα ακούγεται μία απόμακρη συγχορδία
από βιολιά ταλαντούχων επαιτών
στην είσοδο του μετρό, ή θα μαίνεται
μια καταιγίδα από πέτρες στην είσοδο
του Εμπορικού Επιμελητηρίου, και
θα ανεβαίνουν οι ανάσες μας οι τελευταίες
όλο χαμόγελα μέσα σε γυάλινο ασανσέρ.

σε 13'

 
η ελληνική κατάσταση σε 13 λεπτά. 

Δευτέρα 28 Νοεμβρίου 2011

Ελεύθερος ή δούλος

Το τελευταίο άρθρο του Τετράδη (ΚΑΙΡΟΣ) στην Ελευθεροτυπία. Κατόπιν, με συνοπτικές διαδικασίες, ως είθισται, ΑΠΟΛΥΘΗΚΕ!

 

Ελευθεροτυπία, Δευτέρα 17 Οκτωβρίου 2011

Ελεύθερος ή δούλος

Η ΜΕΓΑΛΗ πλειονότητα του κόσμου πιστεύει -και δικαίως- ότι με την πληρωμή των δυσβάσταχτων φόρων και την περικοπή των αμοιβών θα έρθει μια μέρα που θα ξεπληρωθεί το χρέος, ή θα ισορροπήσει ο προϋπολογισμός σ' ένα βιώσιμο σημείο.
ΞΕΡΕΙ ο κόσμος ότι όλα όσα του ζητούνται σήμερα είναι ακραία και άδικα. Και υποψιάζεται σφόδρα ότι τον περιμένουν χειρότερα μέτρα σε βάρος της τσέπης του.
ΟΜΩΣ, η μεγάλη πλειονότητα, αν και βρίζει με ακραίες εκφράσεις την κυβέρνηση και το κομματικό κατάντημα, δεν επαναστατεί. Δεν έχει βγει να ξεσπάσει την οργή του στους δρόμους και εναντίον αυτών που θεωρεί υπεύθυνους για τα μελλοντικά -κυρίως- δεινά του.
ΣΥΜΒΑΙΝΕΙ αυτό, γιατί ο λαός προσπαθεί να δει, κατ' αρχήν, πώς θα επιβιώσει με την υπάρχουσα κατάσταση. Δευτερευόντως, γιατί ελπίζει ότι, πληρώνοντας και στερούμενος, η σωτηρία του δεν θα αργήσει.
ΙΣΩΣ δεν έχει υποψιαστεί ότι αυτό που συμβαίνει αυτή την περίοδο δεν είναι το ξήλωμα των αποδοχών του και των εργασιακών του δικαιωμάτων. Αυτό που συμβαίνει είναι το ξήλωμα των υποδομών της χώρας. Οσων έτυχε να υπάρχουν.
ΟΤΑΝ μιλάμε για υποδομές, δεν εννοούμε μόνο τις πλουτοπαραγωγικές πηγές. Εννοούμε όλο τον ιστό αυτού, που σήμερα λέγεται Ελλάδα.
ΣΗΜΕΡΑ, η κυβέρνηση κινείται με έναν και μοναδικό γνώμονα: να μαζέψει λεφτά γρήγορα. Για να πετύχει αυτόν τον ένα και μοναδικό στόχο, έχει ήδη διαλύσει την υπ' αριθμόν ένα κινητήριο δύναμη της οικονομίας, μέσα στην οποία ζει ο σημερινός κόσμος, και η χώρα: την κατανάλωση αγαθών.
ΚΑΘΟΛΟΥ κακό αν έχεις για στόχο μια άλλη κοινωνία, των αναγκών, και όχι της βλακώδους υπερκατανάλωσης. Το βέβαιο είναι ότι η κυβέρνηση δεν στοχεύει στην κοινωνία των αναγκών. Ούτε η τρόικα. Αντιθέτως, στραγγαλίζοντας την κατανάλωση, επιδιώκουν να σώσουν την κοινωνία της κατανάλωσης!!! Σχιζοφρενικό; Φυσικά. Αλλά, αυτό κάνει αυτή τη στιγμή η δυτική οικονομία!
Μ' ΑΥΤΟΝ τον τρόπο χτυπιέται πρώτος και σφοδρότερα ο στηλοβάτης αυτής της οικονομίας: ο έμπορος. Αυτός που πάνω του χτίστηκε ο σημερινός πολιτισμός εδώ και χιλιάδες χρόνια.
ΜΑ, ήταν κλέφτης. Κλέφτης-ξεκλέφτης αυτός που έβαζε άλλα τόσα πάνω στην τιμή του προϊόντος, έσπρωχνε τον πρωταγωνιστή του συστήματος: τον παραγωγό. Και με το χρήμα των τραπεζών ζούσε και τον παραγωγό και τον υπάλληλο. Τώρα, με το εισπρακτικό παραλήρημα της κυβέρνησης δεν ζει κανέναν. Ούτε τον εαυτό του.
ΕΧΟΥΜΕ, λοιπόν, μια διακυβέρνηση, που διαλύει τη μισθωτή εργασία, τη σύνταξη, την εργατική αμοιβή, την υπαλληλική αμοιβή, την εμπορική και παραγωγική υπόσταση, προσθέτοντας: ανέργους, φτωχούς, αστέγους, κλειστά μαγαζιά, κλειστές και άρρωστες επιχειρήσεις, διαλυμένες δημόσιες υπηρεσίες.
ΑΣ έχει κατά νου ο αναγνώστης ότι η κορύφωση αυτού του δράματος θα γίνει σε 2-3 χρόνια. Ακόμη, δεν έχουμε δει τα χειρότερα.
ΟΤΑΝ ο υπουργός Οικονομικών δηλώνει ότι τα πάντα πρέπει να κατατείνουν στη μείωση του χρέους και του ελλείμματος και για να γίνει αυτό, πρέπει να ξηλωθεί όλο το πουλόβερ που λέγεται Ελλάδα, τι νομίζει ότι θα μείνει; Τι θα αφήσει πίσω του;
ΦΘΗΝΑ ακίνητα για ξένα, μεγάλα, γραφεία Real Estate, που θα πουλάνε και θα νοικιάζουν στους Έλληνες τα ίδια τους τα σπίτια, αγορασμένα κοψοχρονιά.
ΕΛΕΥΘΕΡΟ πεδίο για ξένες, μεγάλες, εμπορικές αλυσίδες με μαζικά προϊόντα φτηνιάρικης ποιότητας.
ΣΤΡΑΤΙΑ ανέργων και υποαπασχολούμενων για μεγάλες ξένες φίρμες, που θα φτιάχνουν εδώ φθηνότερα τα προϊόντα τους.
ΦΘΗΝΗ γη για ξένες μεγάλες εταιρείες εκμετάλλευσης πλουτοπαραγωγικών και -προσέξτε- τουριστικών πόρων.
ΑΥΤΗ την Ελλάδα χτίζει σήμερα η κυβέρνηση. Κι αυτό είναι που δεν μπορούν να δουν ακόμα καθαρά οι πολίτες, που τρομοκρατημένοι προσπαθούν να περισώσουν το εισόδημά τους. Αφού επί τόσα χρόνια έκαναν το παν για να απαξιώσουν τον πλούτο της χώρας, τη δημόσια ζωή, τους κανόνες.
ΔΕΝ ξέρουν, γιατί τα τελευταία 50 χρόνια καλοπεράσαμε, ότι το πιο πολύτιμο αγαθό είναι να διαφεντεύεις το σπίτι σου. Την πατρίδα σου. Κι αυτό δεν εξαρτάται τόσο πολύ από τα λεφτά. Εξαρτάται από το πόσο θέλεις να είσαι ελεύθερος ή δούλος.
Γ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ - ΤΕΤΡΑΔΗΣ

“Ἀνήκω σὲ µία χώρα µικρή”( Ομιλία του Γιώργου Σεφέρη)


 
Εδώ και μήνες η Ελλάδα είναι στο πραιτώριο.  Χλευάζεται και  κατασυκοφαντείται.  Αναίσχυντοι αργυραμοιβοί την παίζουν στα ζάρια. Προσβάλλουν τους ανθρώπους της, αμφισβητούν την ιστορία της και τον πολιτισμό της. Όποια  εφημερίδα και να ανοίξεις, μας έχουν κατατάξει στα  «σκουπίδια». Μας θεωρούν ένα περιττό βάρος, από το οποίο όλοι θέλουν να απαλλαγούν, αλλά δεν ξέρουν ακόμα πώς.
Ε, λοιπόν, η Ελλάδα δεν είναι για τα σκουπίδια!
Δεν είμαστε  οι Έλληνες διεφθαρμένοι και τεμπέληδες. Χαβαλέδες ήμασταν για πολύ καιρό. Βάλαμε τον αυτόματο πιλότο. Ένας φτωχός λαός, που γνώρισε την αφθονία και παρασύρθηκε γιατί νόμισε πως θα κρατήσει για πάντα. Πίστεψε και στα «ψεύτικα τα λόγια τα μεγάλα» κάποιων  αδίστακτων πολιτικάντηδων. Για την ακρίβεια ίσως στην Ελλάδα υπάρχουν λιγότεροι διεφθαρμένοι και τεμπέληδες απ’ ότι σε πολλές άλλες χώρες.
Και τώρα ήρθε η ώρα του λογαριασμού. Είναι μια δύσκολη ώρα, αλλά δεν ήρθε το τέλος.
Όμως, ευτυχώς ακόμα στην Ελλάδα το 15% του πληθυσμού της δεν ζει με κουπόνια.
Ευτυχώς ακόμα στην Ελλάδα, κάθε ελληνόπουλο έχει δωρεάν πρόσβαση στο Πανεπιστήμιο.
Ευτυχώς ακόμα στην Ελλάδα έχουμε ένα, έστω ημιτελές, αλλά έχουμε σύστημα υγείας.
Ευτυχώς ακόμα στην Ελλάδα έχουμε ένα κράτος που έχει μια μεγάλη  περιουσία. Άλλα κράτη δεν έχουν τίποτα. Αυτήν βλέπουν και ξερογλύφονται.
Ευτυχώς ακόμα στην Ελλάδα οι γονείς βοηθάνε τα παιδιά τους και εκείνα τους γονείς τους.
Ευτυχώς, η μικρή και φτωχή Ελλάδα δεν ήταν απούσα από καμιά μεγάλη μάχη για την ελευθερία. Και έδινε το είναι της, όταν οι άλλοι είχαν ήδη παραδώσει και την ψυχή και το πνεύμα.
Ευτυχώς ακόμα, η Ελλάδα έχει μέλλον.
Έβλεπα εκείνα τα κορίτσια της Εθνικής Ομάδος Πόλο, να ανεβαίνουν στον Όλυμπο,  μες τη «φωλιά του Δράκου», και είπα , πως  δεν χάθηκε η ελπίδα. Υπάρχει ακόμα το μέταλλο του νικητή.
Η Ελλάδα έχει μέλλον, γιατί στη μακραίωνα ιστορία της κάθε μεγάλη ήττα και καταστροφή, αντί να την  αφανίσει, την ανάσταινε!
Γιατί τα γράφω αυτά; Μου τηλεφώνησαν κάποιοι «φίλοι» απ’ το εξωτερικό και  μας ….νεκρολογούσαν! Είναι απ’ τα κοράκια που έχουν στοιχηματίσει στην πτώχευσή μας και ανησυχούν μήπως και χάσουν τα λεφτά τους!  Και βιάζονται! Τόσο πολύ θύμωσα που έκλεισα το τηλέφωνο. Ύστερα τους έστειλα το κείμενο που ακολουθεί….
 
νήκω σ µία χώρα µικρή.
να πέτρινο κρωτήρι στ Μεσόγειο, πο δν χει λλο γαθ παρ τν γώνα το λαο, τ θάλασσα, κα τ φς το λιου.
Εναι µικρς τόπος µας, λλ  παράδοσή του εναι τεράστια κα τ πράγµα πο τ χαρακτηρίζει εναι τι µς παραδόθηκε χωρς διακοπή.
 λληνικ γλσσα δν παψε ποτ της ν µιλιέται. Δέχτηκε τς λλοιώσεις πο δέχεται καθετ ζωντανό, λλ δν παρουσιάζει κανένα χάσµα.
λλο χαρακτηριστικ ατς τς παράδοσης εναι  γάπη της γι τν νθρωπιά, κανόνας της εναι δικαιοσύνη.
Στν ρχαία τραγωδία, τν ργανωµένη µ τόση κρίβεια,  νθρωπος πο ξεπερν τ µέτρο, πρέπει ν τιµωρηθε π τς ρινύες.
σο γι µένα συγκινοµαι παρατηρώντας πς συνείδηση τς δικαιοσύνης εχε τόσο πολ διαποτίσει τν λληνικ ψυχή, στε ν γίνει κανόνας το φυσικοκόσµου.
Κα νας π τος διδασκάλους µου, τν ρχν το περασµένου αώνα, γράφει: «… θ χαθοµε γιατί δικήσαµε …».
Ατς  νθρωπος ταν γράµµατος. Εχε µάθει ν γράφει στ τριάντα πέντε χρόνια τς λικίας του.  λλ στν λλάδα τν µερν µας, προφορικ παράδοση πηγαίνει µακρι στ περασµένα σο κα  γραπτή. Τ διο κα  ποίηση.
Εναι γι µένα σηµαντικ τ γεγονς τι Σουηδία θέλησε ν τιµήσει κα τούτη τν ποίηση κα λη τν ποίηση γενικά, κόµη κα ταν ναβρύζει νάµεσα σ’να λα περιορισµένο.
Γιατί πιστεύω πς τοτος σύγχρονος κόσµος που ζοµε, τυρρανισµένος π τ φόβο κα τν νησυχία, τ χρειάζεται τν ποίηση. ποίηση χει τς ρίζες της στν νθρώπινη νάσα – κα τί θ γινόµασταν ν πνοή µας λιγόστευε;
Εναι µία πράξη µπιστοσύνης – κι νας Θες τ ξέρει ν τ δεινά µας δν τ χρωστµε στ στέρηση µπιστοσύνης.
Παρατήρησαν, τν περασµένο χρόνο γύρω π τοτο τ τραπέζι, τν πολ µεγάλη διαφορ νάµεσα στς νακαλύψεις τς σύγχρονης πιστήµης κα στλογοτεχνία. παρατήρησαν πς νάµεσα σ’ να ρχαο λληνικ δράµα κα να σηµερινό, διαφορ εναι λίγη. Ναί, συµπεριφορ το 
νθρώπου δ µοιάζει νὰ ἔχει λλάξει βασικά. Κα πρέπει ν προσθέσω πς νιώθει πάντα τν νάγκη ν’ κούσει τούτη τν νθρώπινη φων πο νοµάζουµε ποίηση. Ατ  φων ποκινδυνεύει ν σβήσει κάθε στιγµ π στέρηση γάπης κα λοένα ξαναγεννιέται. Κυνηγηµένη, ξέρει πο ν ’βρει καταφύγιο, παρνηµένη, χει τ νστικτο ν πάει ν ριζώσει στος πι προσδόκητους τόπους. Γι’ ατ δν πάρχουν µεγάλα κα µικρ µέρη το κόσµου. Τ βασίλειό της εναι στς καρδις λων τν νθρώπων τς γς. χει τ χάρη ν’ ποφεύγει πάντα τ συνήθεια, ατ τ βιοµηχανία.
Χρωστ τν εγνωµοσύνη µου στ Σουηδικ καδηµία πο νιωσε ατ τ πράγµατα, πο νιωσε πς ο γλσσες, ο λεγόµενες περιορισµένης χρήσης, δν πρέπει ν καταντον φράχτες που πνίγεται παλµς τς νθρώπινης καρδις, πο γινε νας ρειος Πάγος κανός ν κρίνει µ λήθεια πίσηµη τν δικη µοίρα τς ζως, γι ν θυµηθ τν Σέλλεϋ, τν µπνευστή, καθώς µς λένε, το λφρέδου Νοµπέλ, ατο το νθρώπου πο µπόρεσε ν ξαγοράσει τν ναπόφευκτη βία µ τ µεγαλοσύνη τς καρδις του.
Σ’ ατ τν κόσµο, πο λοένα στενεύει, καθένας µας χρειάζεται λους τούς λλους. Πρέπει ν’ ναζητήσουµε τν νθρωπο, που κα ν βρίσκεται.
ταν στ δρόµο τς Θήβας, Οδίπους συνάντησε τ Σφίγγα, κι ατ το θεσε τ ανιγµά της,  πόκρισή του ταν:  νθρωπος. Τούτη  πλ λέξη χάλασε τ τέρας. χουµε πολλ τέρατα ν καταστρέψουµε.  ς συλλογιστοµε τν πόκριση το Οδίποδα.»

Ομιλία του Γιώργου Σεφέρη κατά την τελετή παραλαβής του Βραβείου Νόμπελ Λογοτεχνίας, 11 Δεκεμβρίου 1963
Σαν να το είπε χθές!