α μ ύ νο μα ι

αμύνομαι στην επίθεση της καθημερινότητας,
στην πεζότητα και τον ναρκισσισμό της εποχής, αμύνομαι στο ανελέητο κυνηγητό του κέρδους,
στην ηττοπάθεια και την ηλιθιότητα του ανέραστου πλήθους,
αμύνομαι στην άλωση των ψυχών, στην εγκατάλειψη της επανάστασης,
στον φόβο και στο μίσος για τον συνάνθρωπο, αμύνομαι για όλους εσάς που αναλίσκεστε
στην άνευ όρων παράδοση!

Κυριακή, 22 Μαΐου 2016

ΟΡΦΕΑΣ






Μισώ στο φεγγάρι
τη μαύρη ουρά του,
τ’  αστέρια που κρέμονται
χυτά στα πλευρά του,

μισώ το φεγγάρι
γιατί θα μου λείψει
στη γη σαν ξανάρθω
για να ‘βρω τη θλίψη!

Μισώ το σκοτάδι
γιατί στ’  όνειρό του
προβάλλει το χάδι
που βλέπει ομπρός του,

μισώ της νυχτιάς
την αθώα σαγήνη
γιατί ο νοτιάς
τη μουσκεύει κι εκείνη,

τ’  αθόρυβο βήμα
της νύχτας που θροΐζει,
τα άνθη, τη ρίμα
παντού τα σκορπίζει.

Ζηλεύω τ’  αθώο
λουλούδι της νύχτας
γιατί ευωδιάζει
σαν τέλειος αρτίστας,

ζηλεύω τ’ αστέρια
που φέγγουν μονάχα
χωρίς να τα σκιάζουν
τ’  απείρου τα βράγχια!

Ζωή μετρημένη
σαν τάφος κλειστή,
ζωή βυθισμένη
σ’ ανόσια κλαγγή,

ζωή που ζηλεύει
τον άπειρο χρόνο,
τον θόλο του σύμπαντος,
του χάους τον θρόνο!

Σκοτάδι τριγύρω
ενός μακελάρη
τα ξίφη ουρλιάζουν,
ποιον τάχα θα πάρει;

Το έρεβος τούτο,
το πιάτο του τρόμου
τροφή για τον Πλούτωνα
σ’ αγύριστο δρόμο!

Μισώ τη Σελήνη,
μισώ το φεγγάρι,
μισώ τη γαλήνη
στης γης το χορτάρι
που μισεί και κραυγάζει
πως ήρθε η ώρα
που τη γη θα τραντάξει
του Χάρου η μπόρα,

Μισώ το σκοτάδι
της νύχτας το φως
γιατί σαν θαμπώνει
δεν βλέπω εμπρός,

μισώ της ψυχής μου
την αιώνια καταδίκη
ποτέ να μη σώσω
τη  γλυκειά Ευρυδίκη!

Τρίτη, 17 Μαΐου 2016

ΓΡΑΜΜΑ ΣΤΟΝ ΑΝΩΝΥΜΟ ΚΑΘΗΓΗΤΗ.




(επειδή υπάρχει και ο … άγνωστος στρατιώτης)


-σ' ευχαριστώ άνθρωπέ μου που έκατσες υπομονετικά τόσο χρόνο μαζί με το παιδί μου για να του εξηγήσεις ορισμένα πράγματα που μπορεί (και) να τα χρησιμοποιήσει στη ζωή του,
-σ' ευχαριστώ άνθρωπέ μου που ανέχτηκες την αδιαφορία και την ειρωνεία των παιδιών μου επειδή θέλησες να κάνεις σωστά τη δουλειά σου,
- σ' ευχαριστώ άνθρωπέ μου που παράβλεψες την ανωριμότητα, την εμπάθεια, την απαξίωση των παιδιών μας και συνέχισες (με βαρίδια στην ψυχή) να προσπαθείς να διδάξεις και όχι να ρητορεύσεις...
-σ' ευχαριστώ άνθρωπέ μου που αγωνίστηκες τόσο σκληρά απέναντι σε ένα εξοντωτικό, απάνθρωπο, μαζοποιητικό και απρόσωπο σύστημα που θέλει να φτιάξει ανθρώπους-μηχανές και όχι ανθρώπους-στοχαστές,
-σ' ευχαριστώ άνθρωπέ μου επειδή ποτέ δεν έσκυψες κεφάλι μπροστά στη δαμόκλειο σπάθη της αποστήθισης μιας προγραμματισμένης γνώσης, στον κέρβερο του αναλυτικού προγράμματος και στα φτιασίδια μιας ανύπαρκτης παιδείας,
-σ' ευχαριστώ άνθρωπέ μου που έδωσες την ευκαιρία να γνωρίσουν τα παιδιά μας ένα σύντροφο, βοηθό, εξομολογητή, ψυχαναλυτή, αγωνιστή γι αυτά που βιώνουν και γι αυτά που έρχονται,
-σ' ευχαριστώ άνθρωπέ μου που δεν λύγισες και δεν έκανες πίσω στις κακοήθειες όλων εμάς, των γονιών, που γνωρίζουμε πως πρέπει "εσύ" να κάνεις σωστά τη δουλειά σου,
-σ' ευχαριστώ άνθρωπέ μου επειδή τα παιδιά μας θα έχουν να θυμούνται στη ζωή τους και εικόνες από ανθρώπους που αγωνίζονταν για ένα καλύτερο κόσμο και όχι για να πλουτίσουν, να βρουν ιδιαίτερα, να μοσχοπουλήσουν τη δήθεν επιστημοσύνη τους,
-σ' ευχαριστώ άνθρωπέ μου επειδή έδειξες κατανόηση, συμπάθεια και αγάπη στα παιδιά των ανθρώπων που ζουν ανάμεσά μας και που ενώ εμείς δεν τους βλέπουμε, εσύ διάβασες στο κούτελο των παιδιών τους, τα φοβερά οικογενειακά, κοινωνικά, οικονομικά κ.α. προβλήματα που ξέσκιζαν τις ψυχές τους,
-σ' ευχαριστώ άνθρωπέ μου επειδή τα παιδιά μου έμαθαν να μη φοβούνται να σε χτυπούν φιλικά στην πλάτη, να σε φωνάζουν δάσκαλο ή Σπύρο, Γιάννη, Γιώργο, Παναγιώτα, Κατερίνα, Ιωάννα κ.α. επειδή η οικειότητα που τους καλλιέργησες συμβάδιζε με τον σεβασμό και την αναγνώριση των γνώσεών σου και κυρίως της ανθρωπιάς που κρύβεις μέσα σου,
-σ' ευχαριστώ άνθρωπέ μου γιατί εξακολουθείς σε όλες αυτές τις φριχτές συνθήκες που ζούμε, να παραμένεις παράδειγμα για τους νεότερους δασκάλους και καθηγητές που θα επανδρώσουν τα σχολεία με αλαζονεία, απαξίωση, πειθαρχημένη αλλά ανούσια και ισοπεδωτική παροχή (μάλλον) άχρηστων γνώσεων,
σ' ευχαριστώ άνθρωπέ μου επειδή τα παιδιά μας θα εξακολουθούν, σε όλη τους τη ζωή, να έχουν και ένα διαφορετικό πρότυπο για να τιθασεύουν τον άγριο εγωισμό που τους καλλιεργεί αυτό το απάνθρωπο σύστημα,
-σ' ευχαριστώ, τέλος, άνθρωπέ μου επειδή είσαι πρώτα απ' όλα Άνθρωπος και παράλληλα Δάσκαλος, πράγμα που ξεχάσαμε τι σημαίνει θυσιάζοντας τα παιδιά μας στη γραμμή παραγωγής αναίσθητων τεχνοκρατών και στυγνών επαγγελματιών.
σ' ευχαριστώ άνθρωπέ μου επειδή μπορώ ακόμα - χάρη σε σένα - να λέω κι ένα "ευχαριστώ" στον συνάνθρωπό μου!!

Τετάρτη, 27 Απριλίου 2016

ΠΟΝΟΣ






Άνοιξα την πόρτα στον φίλο, τον μοναδικό
παλιό μου φίλο, σε όλους σας γνωστό,
του είπα "άργησες" και του 'δωσα το μήλο
αυτό απ’ τό οποίο ξεκίνησε ολούθε το κακό!


του πρόσφερα ψωμί, λάδι, αλάτι και νερό,
του είπα τα νέα μου, τη θλίψη που με τριγυρνά,
του έδειξα εικόνες σε χρώμα χαμένο, σε χρώμα θολό
και μαζί ήπιαμε κρασί, νερό μυρωμένο με καμπίσια φυτά,


μιλήσαμε για το χτες, το σήμερα μας ξέφυγε,
το μέλλον ήταν γεμάτο σκλήθρες από ξύλα καμένα,
φόρτωσα στους ώμους μου ό,τι ασυλλόγιστα τού έφυγε,
ό,τι πλημμύρισε με θλιμμένες νότες και φύλλα χαμένα,


τον πλησίασα, τον χάιδεψα, του έστρωσα να κοιμηθεί
όμως πριν μου ζήτησε να μιλήσει, ν' απολογηθεί,
έκατσα και τον άκουσα, τον συμπάθησα κι είπα να θυμηθεί
πόσες και πόσες μέρες ήταν σύντροφος και φίλος στη φυγή,


η πόρτα πλατάγισε, ο άνεμος αγρίεψε, αγκάλιασε τη θύελλα,
βούρκωσε το εικονοστάσι, θόλωσε το βλέμμα του Χριστού
με κοίταξε, στοργικά, θλιμμένα και μου φώναξε "έλα",
μα ήταν αβάσταχτα τα κύματα που σάρωναν τον νου,


γονάτισα δίπλα του, του είπα ένα παραμύθι, μια εικόνα
για έναν κόσμο χωρίς ελπίδα, χωρίς θυσία.
Χάραξε ένα χαμόγελο και σάμπως νάταν γοργόνα
βούτηξε στ' απύθμενα νερά, στα στρωσίδια, στη λατρεία


μιας ψυχής σταυρωμένης σε πορφυρό σταυρό,
σε ασημένια ανάκλιντρα, σε χωμάτινη στοά,
στέναξε βαθειά, μονολόγησε κάτι για τον καιρό
κι έπεσε σε ύπνο βαθύ, ο Πόνος μου ζούσε σιμά!!

Σάββατο, 27 Φεβρουαρίου 2016

ΠΡΟΣΦΥΓΑΣ


Τριγύρισα στην κοιλιά της μάνας μου
πρόσφυγας
γιατί ήταν η εποχή που οι μισοί έλληνες
ήταν πρόσφυγες
σε άλλες χώρες ή στη μεγάλη καταβόθρα
των εθνικών στρατόπεδων συγκέντρωσης
όπου η πατρίδα
μεγαλουργούσε!
Μεγάλωσα πρόσφυγας
κοιτάζοντας τα δακρυσμένα μάτια της μάνας μου
γιατί ήμουν αγόρι
και θα κατέληγα σ' αυτά τα στρατόπεδα!
Έζησα πρόσφυγας
ζώντας μέσα στον λυγμό
των κυνηγημένων παιδιών
που φρόντισε η εθνοσωτήρια "επανάσταση"
να μεγαλώσουν χωρίς γονείς
γιατί τους ειχε κλειδωμένους
σε στρατόπεδα μιασμάτων και χολεριασμένων
προσφύγων-εθνοπροδοτών!
Έμαθα στο σχολείο ότι τα στρατόπεδα
είναι για το καλό μας,
έμαθα ότι δεν έπρεπε να μάθω
τον Επιτάφιο λόγο του Περικλή
και τον ύμνο στη δημοκρατία
γιατί ήταν λόγια απαγορευμένα,
λόγια που μόνο πρόσφυγες
και προδότες σε στρατόπεδα τα έλεγαν.
Σπούδασα παλεύοντας να γνωρίσω
αυτό που ήταν απαγορευμένος καρπός,
αυτό που με κατηγοριοποιούσε
στην ομάδα των απόκληρων, των εξω-απο-δω,
αυτό που οδηγούσε στα μπουντρούμια
και στις εξορίες,
στα εκτελεστικά αποσπάσματα και στην προσφυγιά.
Μεγάλωσα, έκανα οικογένεια,
πρόσφυγας μέσα στη χώρα μου,
με πρόσφυγα πατέρα, μάνα και τη μισή της οικογένεια,
προσπάθησα να δείξω στα παιδιά μου
τον μοναδικό δρόμο,
τον δρόμο της αξιοπρέπειας, της εντιμότητας,
της σοβαρότητας, του σεβασμού του άλλου,
δηλαδή, τον δρόμο του πρόσφυγα
επειδή η πατρίδα γλένταγε
μέσα στο αχαλίνωτο πάρτυ της αρπαγής, της απάτης, της λαμογιάς,
δρόμος για τη φυγή,
δρόμος προσφυγιάς.
Εξακολουθώ και είμαι πρόσφυγας,
ίσως και τα παιδιά μου να με ακολουθήσουν,
έχω όμως ψηλά το κεφάλι
και βλέπω μακριά,
δεν υπέκυψα στα καλέσματα της Κίρκης
να ρίξω τη μουσούδα μου στην κοπριά
και να κυλιέμαι στη λάσπη,
δεν εγκατέλειψα ποτέ αυτόν τον δρόμο,
αδιαφορώ για τους συνάνθρωπους-υπάνθρωπους
που κυνηγούν πρόσφυγες,
αδιαφορώ για τα ανθρωπόμορφα κτήνη
που προσκυνουν ένα σταυρό με αγκάθια,
γυρίζω το κεφάλι μου
και τους φτύνω κατάμουτρα,
γυρίζω το κεφάλι μου
και βλέπω το βλέμμα του πρόσφυγα,
το βλέμμα του ξεριζωμένου, του άστεγου,
του πεινασμένου, του κατακτημένου,
του εξορισμένου, του απελπισμένου,
στέκομαι όρθιος και βροντοφωνάζω:
"όσο στη γη υπάρχουν πρόσφυγες
θα είμαι ΠΡΟΣΦΥΓΑΣ" !!

Παρασκευή, 29 Ιανουαρίου 2016

τα παιδικά μας χρόνια...

(δεν λυγίζουμε, βαστάμε, παλεύουμε, γιατί δεν είμαστε πολλοί, είμαστε ένας! καλή δύναμη κορίτσι μου)
γαμώτο μου, γαμώτο μου, γαμώτο μου........ μια ζωή παλεύεις να πιάσεις λίγο από τη λάμψη των άστρων, λίγο από το φύσημα του μελτεμιού που κάνει το σύρμα να βουϊζει, λίγο από τον παφλασμό του κύματος που σκάει πάνω στην ξέρα και στον πέτρινο δρόμο. Ν' ακούσεις τι λένε τα καλάμια, ψηλά-καμαρωτά με τη φούντα πάνω τους σαν λοφίο αρχαίου πολεμιστή, όταν τα λυγίζει ο καλοκαιρινός άνεμος που λυσσομανά τον δεκαπενταύγουστο, να αποκωδικοποιήσεις τα τραγούδια των τζιτζικιών που υμνούν το καλοκαιρινό παράθυρο στη ζωή, να αφουγκραστείς τη γλυκιά σιγαλιά της νύχτας που σε ταξιδεύει στο επιθυμητό πέρας που τόσο ονειρεύεσαι, ν' ακούσεις τα φιλιά των εραστών που κάθονται ξαπλωμένοι στους μόλους χαζεύοντας τις βάρκες που λικνίζονται στ' αρμυρό νερό. Να γευτείς τον χυμό του γινομένου ροδάκινου, να γλύψεις την άκρη της κανάτας με το βρόχινο νερό, το τελευταίο κομμάτι από το παγωτό που έμεινε στο ξυλάκι που κοιτάς λυπημένος επειδή τελείωσε, την αρμύρα της θάλασσας στο φανελάκι σου που πότισε ψάχνοντας για καβούρια, γαρίδες, ψαρεύοντας με το καλάμι μικρά-μικρά ψαράκια ξοδεύοντας ώρες ατελείωτες κάτω από τον καυτό ήλιο που αγνοείς συστηματικά κι αυτός σου βγάζει τη γλώσσα, να απολαύσεις την τελευταία δροσιά από το φιλί που σου έδωσε η πρώτη σου αγάπη, να γλύψεις το μέλι από τα σύκα που μέλωσαν και μαζεύεις μετρώντας και ξαναμετρώντας πόσα θα δώσεις και πόσα θα φας..... γαμώτο μου, γαμώτο μου....να φτιάχνεις σφυρίχτρες από την κορυφή των καλαμιών, να μαζεύεις σαλιγκάρια για δόλωμα, να ψάχνεις για φωλιές πουλιών μέσα στις τρύπες των ξερολιθιών, να ξεσέρνεσαι στο σπιτάκι που έφτιαξες με την παρέα κάνοντας τον Ροβινσώνα σε μια φανταστική πραγματικότητα που σε καταβρόχθισε σε μια άλλη διάσταση, να φτιάχνεις ξώβεργες, τόξα και όπλα από τ' αρμυρίκια που λέκιαζαν με την αρμύρα του νοτιά τα ρούχα σου, να βάζεις σορτσάκι και φανέλα και να ρίχνεσαι στο τόπι ξυπόλητος, παθιασμένος, αχόρταγος, να κάθεσαι στον ίσκιο της ύπαρξης σου και όλοι μαζί να βλέπουμε το αντιφέγγισμα του φεγγαριού στη θάλασσα που έβρεχε τα πόδια μας, να κατουράς στο χώμα και να πέφτεις στο ράντσο για ύπνο νομίζοντας ότι ο παράδεισος είναι εκεί, να μη θέλεις να ξεφύγεις ούτε στιγμή από την ευτυχία που αναλώνεις στιγμή τη στιγμή, μέρα τη μέρα, μήνα το μήνα, .... να σκίζεις την καρδιά σου όταν βλέπεις το πλοίο να σκίζει τα νερά φεύγοντας από τον παιδικό σου παράδεισο επιστρέφοντας σε μια βουβή, θλιβερή και στείρα πραγματικότητα, να δίνεις όρκους αγάπης για τον χαμένο παράδεισο, να σκαρώνεις στιχάκια για την ώρα της επιστροφής και το δάκρυ σου να ποτίζει την αδιάφορη, αγέλαστη, παγερή κουπαστή του πλοίου της αναχώρησης......γαμώτο μου.....να περιμένεις τόσο καιρό να ξαναζήσεις με τους αγγέλους, να λαχταράς την ώρα που θα επιστρέψεις να δεις τον τόπο και αυτούς που αγάπησες..... γαμώτο μου, γαμώτο μου, γαμώτο μου......καταραμένη πραγματικότητα, καταραμένη ωριμότητα μας στερήσατε την ανάσα μας, το χώρο μας, την τροφή της ψυχής μας, την τροφή που αναζητούν οι θεοί.......μας στερήσατε τα πάντα, μας πήρατε ό,τι λατρέψαμε, όσους αγαπήσαμε και είσαστε αχόρταγες, ζηλόφθονες, εριστικές και απάνθρωπες, βαλθήκατε να μας εξολοθρεύσετε όλους ξέροντας ότι ακόμη και χώρια, ήμασταν πάντα μαζί, πάντα ένα, πάντα εκεί γιατί εκεί σταμάτησε ο χρόνος, γιατί εκεί σταμπάραμε τη ζωή μας με πυρωμένο σίδερο, με άσβηστη φωτιά και αιώνια πίστη στον παράδεισό μας............γαμώτο μου, γιατί ζωή είσαι τόσο σκληρή, γιατί δεν υπήρξες ποτέ παιδί;;;;.......................... γαμώτο μου, γαμώτο μου, γαμώτο μου, γαμώτο μου.............και τι θα καταφέρεις; εμείς τον είδαμε, τον ζήσαμε τον παράδεισο...εκεί θα ξαναβρεθούμε όλοι επειδή αυτό ΔΕΝ μπορείς να μας το στερήσεις, επειδή αυτό είναι που ζηλεύεις.......

Δευτέρα, 18 Ιανουαρίου 2016

ΔΕΣΜΑ


ένα σάκο μάς φόρτωσ' η ζωή
κι αιώνια κουβαλάμε,
αγάπες, πόνους κι όνειρα
μας έβαλε τριγύρω να πουλάμε,


σκαλί-σκαλί να βγαίνουμε
στου ήλιου την απόχη,
στα πλουμιστά μας όνειρα
πάντα μας λέει όχι,

γυρίζουμε αερικά, σε τοίχους μαυρισμένους
κολλάμε, με υδρόκολλα, αφίσες για το αύριο
κι ύστερα λησμονούμε τους στόχους τους χαμένους,
μόνοι τη ζούμε τη ζωή, μόνοι δίχως καρνάγιο,

μόνοι σκαρτάρουμε σκοινιά,
μόνοι φορτώνουμε τ' αμπάρια
μίας ζωής που από παλιά
ψιθύριζε της ήττας τα χαμπάρια,

βαρύς κι άδικος ο αγώνας μας,
τίποτα δεν χρεώνει
τίποτα δεν έταξε ο αιώνας μας,
για μας ποτέ δεν ξημερώνει,

αγρύπνια, λιβάνι και κερί,
γονατισμένοι προσκυνούμε
το μύθο που από παιδί
μας 'μάθαν να υμνούμε,

υπομονή, υπακοή, μια διαρκής νηστεία
στα όνειρα, στη φύση μας, στην κάθε μας θυσία,
μόνοι φορτώνουμε εμείς αμπάρια με τη στάχτη
που σκόρπισ' η απάντηση ενός απόντος Πλάστη,

μόνοι θα την ανέβουμε τη σκάλα της θυσίας,
μόνοι θα ζητιανέψουμε μπροστά εις τον βωμό,
μόνοι θα ζήσουμε εδώ, στον τόπο της ληστείας,
μόνοι θε' να λατρέψουμε της νύχτας τον θυμό,

γιατί όσοι πλανεύτηκαν, όσοι αργοπορούνε,
όσοι ταϊζουν χίμαιρες και καρκινοβατούνε,
αυτοί θα γίνουν φάλαγγες, στίφη, όπλα κι ασπίδες
για να στηρίξουν όρθιες τις φρούδες μας ελπίδες....