α μ ύ νο μα ι

αμύνομαι στην επίθεση της καθημερινότητας,
στην πεζότητα και τον ναρκισσισμό της εποχής, αμύνομαι στο ανελέητο κυνηγητό του κέρδους,
στην ηττοπάθεια και την ηλιθιότητα του ανέραστου πλήθους,
αμύνομαι στην άλωση των ψυχών, στην εγκατάλειψη της επανάστασης,
στον φόβο και στο μίσος για τον συνάνθρωπο, αμύνομαι για όλους εσάς που αναλίσκεστε
στην άνευ όρων παράδοση!

Παρασκευή, 2 Δεκεμβρίου 2016

Βουλιαγμένες αγάπες









βουλιαγμένες αγάπες
σαν σκαριά σκεβρωμένες,
βουλιαγμένες αγάπες
στον βυθό πεταμένες,
κι ο βυθός που γυρίζει
που μιλάει
και χαϊδεύει
που γελά
και χορεύει
τις θωρεί τρελαμμένες,


βουλιαγμένες αγάπες
ψυθιρίζουν στον ήχο
της σιωπής και του ψύχους
τον μακάβριο στίχο,
κι ο βυθός θολωμένος
στου αγέρα το πάθος,
ο βυθός
τις ρωτάει
"που να ήταν το λάθος",

βουλιαγμένες αγάπες
σαν στοιχιά τριγυρνούνε
στου ονείρου το πάθος
μιας κι αγάπη ζητούνε,
κι ο βυθός
μιας αγκάλης
που πλανεύει το πάθος,
ο βυθός
τους θυμίζει
το απύθμενο βάθος,

βουλιαγμένες αγάπες
μ' αγωνία κοιτάζουν
του αφρού τη γαλήνη
κι ολοένα αλλαλιάζουν
στον βυθό
με τις θίνες,
με τα σάπια σαρκία
στο βυθό
που μοιράζει
του καημού τα βραβεία,

βουλιαγμένες αγάπες
σ' ένα κόσμο απάτης
σ' ένα κόσμο που λείπει
ο ρυθμός της αγάπης,
κι ο βυθός
σαν μαινάδα,
σαν τεράστια χοάνη,
ο βυθός τους θυμίζει
όποιος παίζει πως χάνει....

Τρίτη, 15 Νοεμβρίου 2016

Άστρα


Άστρα,
αυτοί που δεν σας βλέπουνε,
όσοι δεν σας μιλάνε,
άστρα,
σας φέραν καταγής
και πια δεν τραγουδάνε,
άστρα
με φρίκη σας κολλήσανε
στους τοίχους και στις πέτρες,
σας κάρφωσαν στο έδαφος,
σας πνίξανε με δέστρες,
άστρα
όσοι σας αγνοούν
κάθονται  και μετρούνε
τις λιγοστές τις μέρες τους,

δεν ζουν, δεν αγαπούνε,
άστρα
δεν λάμπετε ψηλά
γιατί ανθρώπου χέρι,
άστρα
μ' όμίχλη γέμισε,
με γλυστερό μαχαίρι,
τον κόσμο αυτόν που άλλοτε
 σας έστηνε καρτέρι,
άστρα
σας εξαφάνισε
γιατί αλλού σκοπούσε,

άστρα
ποτέ δεν ένοιωσε
ότι πισωπατούσε.
Άστρα,
που τον Φαέθωνα κάνατε στρατηλάτη,
πάνω στον τύπο των καρφιών σάς ρίξανε αλάτι,
με κουρελούδες τύλιξαν το άμοιρο κορμί σας,
άστρα
μην ξανα-ξελογιάσετε τη φύση τη δική μας,
άστρα
τώρα ο ουρανός τα βράδια κλαίει, ματώνει
κι ένας θανατερός βοριάς φτερούγες ξεδιπλώνει.
Τώρα μονάχα λιγοστές
ψυχές σάς καρτερούνε
άστρα
να λάμψετε ξανά
στη γη μας που πατούνε!

Τετάρτη, 9 Νοεμβρίου 2016

Αυτό το ποίημα...


Ηλεκτρικό ψυγείο
με σήμα γνωστό απ' έξω
γεμάτο μοσχοφίλερο μεσα,
στα πόδια χρυσή άμμος τριζάτη
της Παναγιάς τα κρίνα
ρουφάω για μένα και σένα,
η άρμη της θάλασσας,
το απέραντο γαλάζιο
κτισμένο με χάρη θεία,
βουτάς στου αγνώστου
τη μόνη ελπίδα.
διπλοί τροχοί, καλοκαιρινός άνεμος,
μαστίγωμα ζωής
στο χάρο που σου φωνάζει "πήδα",
αυτό το ποίημα δεν είναι για σένα,
είναι κομμάτια του Είναι
που, σε τελετή σφαγιαστικών οργίων,
αναπνέει το αίμα
ανάποδων στροφών,
ανθρώπινων πόθων,
ξηρών, καμμένων πλαγιών,
καμμένων σχίνων, μυρωδιές θυμαριών,
ανάλατων πιάτων σε δείπνο θεών,
κλεισμένα μάτια
που τρέχουν εμπρός,
γυρεύοντας θλίψη
στου ονείρου το φως,
ανάσα δροσιάς στο τζάμι θολών μαγαζιών,
καπνός βαρύς στο άγχος μαζών
που ζουν για να θησαυρίσουν
στους άγριους χειμώνες
που μουσκλια και βρύα
κοσμούν χαμένες ψυχές,
αυτο το ποίημα δεν είναι για σένα,
είναι για τους λίγους,
τους θλιμμένους, τους μοναχικούς,
αυτούς που ζουν απ' έξω.
που καθημερινά τρυγούν
ο,τι δεν μπόρεσαν να δουν,
στην κάψα φλογίζει ο πόθος,
στη γη κοιμάται ο πόνος
μονάχος, γερός, δυνατός,
του ανθρώπου ο αιώνιος καημός,
ψηλά διαβαίνεις, πατάς το φλόγιστρο πλαγιών
και κρυφών μονοπατιών,
βρώμικων σοκακιών,
άδειων καρδιών,
πιάτων με εδέσματα περίπλοκα
στα πλοκάμια μοντέρνων καιρών,
κι εσύ επάνω στην άμμο
ξανά γονατίζεις,
τα παιδικά όνειρα ανακαλείς,
πεθαίνεις καθημερινά
γιατί ξέρεις να ζεις!

Σάββατο, 22 Οκτωβρίου 2016

Κραυγές και Ψίθυροι.









Σ’ ένα ψεύτικο κόσμο που διαλέγεις να ζεις
τις κραυγές του ανέμου αποφεύγεις να ακούς,
αποφεύγεις να νοιώσεις την αρμύρα της μέρας
προχωράς και θαυμάζεις το πολύμορφο τέρας,

κλείνεις πόρτες, σφαλίζεις του φωτός χαραμάδες
γιατί βγαίνεις και κλείνεις στις σκιές τις λαμπάδες
που σε κράταγαν όρθιο ν’  αντιπαλέψεις τον πόνο
που σκορπούσαν κραυγές που παγώνουν τον κόσμο.

Ξεκινάς κάθε μέρα με σκυμμένο κεφάλι
και γνωρίζεις πως κάνεις ό,τι κάνουν κι άλλοι,
κλείσαν μάτια, αυτιά, ακολούθησαν δρόμους
που παλιά καταριώνταν  γιατί κύρτωναν ώμους

με φορτία που κραύγαζες ότι ήτανε σάπια,
ότι σπρώχναν τον κόσμο στην υποταγής την απάθεια.
Τώρα έτσι σκυμμένος  κάνεις – τάχα – πως δεν ξέρεις
ποιος κραυγάζει, ποιος κλαίει, ποιος ελπίδα δεν έχει,

σκύβεις, σκύβεις, ζαρώνεις, δεν ακούς και δεν βλέπεις
τις κραυγές που συντρίβεις γιατί επέλεξες να έχεις
πορτοφόλι γεμάτο, μια ζωή βολεμένη
και αντί να κραυγάζεις  πολεμάς να χορταίνεις!

Ελησμόνησες όλες τις κραυγές π’  ακουστήκαν
απ’ το στόμα που είχες για κραυγές π’ ορκιστήκαν
πως τον ψίθυρο του κόσμου που ακούς σα ρυάκι
δεν θ αφήσεις να στερέψει του αγώνα το δάκρυ.


Ψιθυρίζεις και πας και με άλλους πληθαίνεις
την αγέλη ενός κόσμου που μ’  αγκάθια τον ραίνεις.
Ψιθυρίζεις και πας, προχωράς και μυρίζεις
ό,τι σάπιο πετιέται, ό,τι σάπιο χαρίζεις
σε αυτούς που κι εκείνοι ψιθυρίζουν  και ξέρουν
πως στον κόσμο ετούτο κάθε μέρα μικραίνουν,
κάθε μέρα πεθαίνουν.

Τετάρτη, 12 Οκτωβρίου 2016

Μελαγχολία







καλως ήρθες φεγγάρι σε μια ώρα σκληρή,
καλώς ήρθες φεγγάρι, καλως ήρθες κι εσύ,
καλώς ήρθες κι εσύ
συντροφιά μου τις νύχτες,
συντροφιά μου σκληρή,


στις απέραντες ώρες των παλιών μας καιρών
συντροφιά μας δεν ήσουν,
δεν υπήρχες εδώ...

άσπρα, έρημα κρίνα μεσ' την άμμο ορθά
αντιφέγγιζαν πάντα της καρδιάς τη φωτιά,
όλοι γύρω, παρέα,
σ' ονειρώδεις καιρούς που λατρέψαμε τότε
γιατί ήσουν αλλού...

στο φεγγάρι παιχνίδια και στον ήλιο σκοπιά,
τραγουδώντας περνούσαν
χρόνια ξέγνοιαστα, αθώα,
χρόνια τόσο γλυκά...

κι όταν έπιανε εκείνος ο μανιώδης νοτιάς
μεσ' τη χούφτα μας λέγαμε
λόγια ατρόμητα
λόγια αθώα,
λόγια για μας παιδικά,
λόγια που ακόμ' αντηχούνε στη μικρή μας καρδιά..

πέρασαν μέρες, μήνες κι ήρθαν χρόνια πολλά
τότε φάνηκες με τις μαύρες φτερούγες
να τσακίζουν με μίσος,
τα δικά μας σωθικά,

τότε ήρθες και ήσουν σκοταδιού συντροφιά...
κάθε βράδυ παλεύεις να μας φας τη ζωή,
τα ηλιόλουστα χάδια, την παιδική μας ορμή,
καθε βράδυ παρέα,
με το έρεβος φίλη, πολεμάς να σκοτώσεις
την παιδική μας γαλήνη....

κάθε βράδυ παλεύουμε
κάθε βράδυ θα δούμε
τη ζωή μας συντρίμμια
αν στη λήθη θα μπούμε...

Κυριακή, 22 Μαΐου 2016

ΟΡΦΕΑΣ






Μισώ στο φεγγάρι
τη μαύρη ουρά του,
τ’  αστέρια που κρέμονται
χυτά στα πλευρά του,

μισώ το φεγγάρι
γιατί θα μου λείψει
στη γη σαν ξανάρθω
για να ‘βρω τη θλίψη!

Μισώ το σκοτάδι
γιατί στ’  όνειρό του
προβάλλει το χάδι
που βλέπει ομπρός του,

μισώ της νυχτιάς
την αθώα σαγήνη
γιατί ο νοτιάς
τη μουσκεύει κι εκείνη,

τ’  αθόρυβο βήμα
της νύχτας που θροΐζει,
τα άνθη, τη ρίμα
παντού τα σκορπίζει.

Ζηλεύω τ’  αθώο
λουλούδι της νύχτας
γιατί ευωδιάζει
σαν τέλειος αρτίστας,

ζηλεύω τ’ αστέρια
που φέγγουν μονάχα
χωρίς να τα σκιάζουν
τ’  απείρου τα βράγχια!

Ζωή μετρημένη
σαν τάφος κλειστή,
ζωή βυθισμένη
σ’ ανόσια κλαγγή,

ζωή που ζηλεύει
τον άπειρο χρόνο,
τον θόλο του σύμπαντος,
του χάους τον θρόνο!

Σκοτάδι τριγύρω
ενός μακελάρη
τα ξίφη ουρλιάζουν,
ποιον τάχα θα πάρει;

Το έρεβος τούτο,
το πιάτο του τρόμου
τροφή για τον Πλούτωνα
σ’ αγύριστο δρόμο!

Μισώ τη Σελήνη,
μισώ το φεγγάρι,
μισώ τη γαλήνη
στης γης το χορτάρι
που μισεί και κραυγάζει
πως ήρθε η ώρα
που τη γη θα τραντάξει
του Χάρου η μπόρα,

Μισώ το σκοτάδι
της νύχτας το φως
γιατί σαν θαμπώνει
δεν βλέπω εμπρός,

μισώ της ψυχής μου
την αιώνια καταδίκη
ποτέ να μη σώσω
τη  γλυκειά Ευρυδίκη!