α μ ύ νο μα ι

αμύνομαι στην επίθεση της καθημερινότητας,
στην πεζότητα και τον ναρκισσισμό της εποχής, αμύνομαι στο ανελέητο κυνηγητό του κέρδους,
στην ηττοπάθεια και την ηλιθιότητα του ανέραστου πλήθους,
αμύνομαι στην άλωση των ψυχών, στην εγκατάλειψη της επανάστασης,
στον φόβο και στο μίσος για τον συνάνθρωπο, αμύνομαι για όλους εσάς που αναλίσκεστε
στην άνευ όρων παράδοση!

Τρίτη, 21 Μαρτίου 2017

Ποια ημέρα; ποια Ποίηση;

                                                                           

Η Ποίηση δεν έχει ημερα γιορτής
γιατί η Ποίηση ειναι δημιουργία,
είναι το αέναο λαμπύρισμα στο σκοτάδι της ανθρωπότητας,
οι οδύνες της γέννας, το κλάμα της μάνας,
ο ανθός των μπουμπουκιών που σιγοσκάνε την άνοιξη,
η ανταύγεια του ήλιου στη θάλασσα
κάθε πρωινό και κάθε δείλι,
είναι η πέτρα του κτίστη στο θεμέλιο,
η πρώτη πινελιά στο μουσαμά,
η πρώτη φθινοπωρινή σταγόνα στο διψασμένο έδαφος,
ο πρώτος καρπός της ελιάς που μεστωσε
στο ζωοφόρο δέντρο,
η κραυγή του κατάκοιτου, του ασθενή,
ο πόνος και ο σπαραγμός της απώλειας,
ο περιπλανώμενος διαβάτης στο χέρσο μονοπάτι,
το τραγούδι της παρέας,
ο λυγμός του ποιητή,
ο ανεκπλήρωτος έρωτας,
είναι η σκιά του άγγελου στην κούνια του μωρού,
το θείκό άγγιγμα στη μέγιστη δημιουργία του,
ο ήχος του κελαριστού νερού,
το ξέπλυμα της πέτρας από το θαλασσινό κύμα,
είναι η δίψα της ύπαρξης,
ο καθημερινός αγώνας κι η σταγόνα
που κυλάει στο μέτωπο,
είναι το κάθε πρωινό κι η σκοτεινή αβεβαιότητα,
είναι η λαχτάρα της επιστροφής
στον τόπο που αγάπησες, στον τόπο που γεννήθηκες,
η αύρα του μελτεμιού που σιγοτραγουδά
στα καλοκαιρινά σμηξίματα, στον εφήμερο έρωτα,
είναι το αλλόκοτο φως του άστρου που έχει χαθεί
αλλά φεγγοβολά ακόμη,
είναι η Αγάπη κι ο Πόνος, το Καλό και το Άδικο,
ποίηση είναι η διαρκής πάλη για μια καλύτερη ζωή,
για την ευγνωμοσύνη στα ματια κάθε σύντροφου,
είναι το πάθος των περιπλανώμενων ψυχών,
η ματαιοδοξία μα και το μεγαλείο του ανθρώπινου γένους,
το πρώτο μας φιλί, το πρώτο σκίρτημα της καρδιάς,
το πρώτο μας μεθύσι, το πρώτο μας τσιγάρο,
ποίηση είναι η παλιά μας γειτονιά, τα γεράνια,
τα τριαντάφυλλα και τα γιασεμιά,
είναι η φωνή της Ζωής, ο αντίλαλος αυτού που δεν ζούμε,
είναι η ηρωϊκή μας έξοδος σ' ένα μακελάρη κόσμο,
είναι η κοινοποίηση της Ψυχής μας στο Σύμπαν,
το βιβλίο που ανοίγουμε για να κάνουν
οι άλλοι τη "διάγνωση", είναι τα προσωπικά μας όρια
και το διαρκές ξεπέρασμά τους,
είναι το δώρο του Ποιητή σ' αυτούς που καραδοκούν
για ανθρώπινη λεία,
είναι το όπλο της Ανθρωπότητας απέναντι στο διαρκή θάνατο,
είναι η Ελπίδα της Μελαγχολίας, η άρνηση της Άρνησης,
η Ποίηση είναι το Είναι, το Όν και το Γίγνεσθαι,
γι αυτό και για όσα κράτησα κρυφά
η Ποίηση δεν έχει δική της γιορτή, τη δική της ημέρα,
η Ποίηση Ποιεί διαρκώς το Όμορφο σ' ένα κόσμο όλο ασχήμια.....

Σάββατο, 18 Μαρτίου 2017

Κοινωνική Δικτύωση

                                                                     

Pixels και χρώματα,
μικρά, μικρά στίγματα στον χάρτη της οθόνης,
αναπαράγουν το Τυχαίο επαναλαμβάνοντας το Ίδιο,
διαθέτουν Στρατηγική, Τακτική και Εκπαίδευση,
φορτώνουν με Χρώματα το Ασπρόμαυρο της Καθημερινότητας,
βοούν, ουρλιάζουν,
υφαίνουν τον Ιστό της Εγκατάλειψης, της Μοναξιάς,
είναι μικρά και α-σήμαντα,
υμνούν τις Σειρήνες και ψέλνουν τις ωδές τους,
λατρεύουν τους Λωτοφάγους,
μοναδική τροφή η Λήθη,
μοιράζουν τροφή στο αγελαίο πλήθος
και ορμή στον αναβάτη του Χάους,
συμπιέζονται, συμπυκνώνονται, συνεργάζονται,
κωλυσιεργούν τη μετάβαση στη Ζωή,
διδάσκουν τη λατρεία του απέθαντου,
του ετεροχρονισμένου, βαλσαμωμένου, υστερόβουλου,
αχόρταγου Εγώ,
διχάζουν τον Χρόνο, εξαφανίζουν τις Μέρες,
υμνούν τον αιώνιο Ύπνο του Ενδυμίωνα,
την ασυναίσθητη συνεύρεση με το σώμα της Σελήνης,
παθητική ύπαρξη ξέχειλη από ενέργεια,
παθητικός ο Έρωτας, παθητικό το Μήνυμα,
η Κίρκη τα ποδηγετεί, τα χειραγωγεί και τα μαντρώνει
κι αυτά - με τη σειρά τους - διδάσκουν την Απόλαυση του Κτήνους,
δεν υπάρχει οσμή, δεν υπάρχει γεύση,
ούτε ορίζοντας στους οφθαλμούς μιας ζωώδους ύπαρξης,
μέσα στην αιθαλομίχλη της επιστήμης
στιβάζουν τα άνθη του Άλλου, του Απόκοσμου,
πλέκουν γιρλάντες με χρυσές στάλες,
φορτώνουν την Ύπαρξη με Βεβαιότητα,
απασφαλίζουν τη βόμβα της άηχης Έκρηξης,
της θλιβερής Μονοτονίας, του έλεγχου του Νου,
οργώνουν τ' άψυχα σπαρτά, σάπιοι καρποί,
δοξάζουν τον αιώνιο Εγκλεισμό της Περσεφόνης
που χάθηκε για πάντα στον Άδη,
μοιράζουν άνισα τη Θλίψη, το Φόβο,
ρισκάρουν στην αρένα το σήμα του Καίσαρα,
Εκατόγχειρες, Τιτάνες, Γίγαντες
απειροελάχιστα στίγματα
συγκλονίζουν το σύμπαν,
σφυρηλατούν τους ήλους των νέων σταυρών,
χαράζουν την πορεία στο Γολγοθά,
καρφώνουν την Εικόνα, ξανά και ξανά,
αρπάζουν την Αργώ και τη συντρίβουν στα βράχια,
δεν υπάρχει Τρόπαιο, δεν υπάρχει Δέρας,
το ταξίδι δεν ξεκίνησε ποτέ,
ενθαρρύνουν τα αρπακτικά που λουφάζουν,
τα ταϊζουν με αίμα, χολή και μίσος,
τα ξαμολούν πίσω από τα Άνθη του Κακού,
ουρλιάζουν στην αυτοκρατορική πομπή του Θριάμβου
της συντριβής των βάρβαρων, των αδούλωτων, των εξεγερμένων,
δαμάζουν τα Κύματα, υψώνουν τηνΤρίαινα ενάντια στην Αιγίδα,
αντιστρέφουν τους πόλους,
η Ιστορία ξαναγράφεται με διαρκείς κύκλους και επαναφορές,
το Ίδιο παράγει το Άλλο, το Άλλο παράγει το Ίδιο,
φιμώνουν τη Μνήμη, εχθρεύονται τον Λόγο,
μικρά, μικρά στίγματα στον χάρτη της Μοίρας,
ο θρίαμβος της Χειραγώγησης,
το κουτί της Πανδώρας,
η θυσία της Αλκμήνης,
ο πόθος της Φαίδρας,
η οργή της Μήδειας,
το πάθος των Μαινάδων,
βακχικά όργια από τους Μυρμιδόνες της Μαύρης Οθόνης.
Ο πόλεμος ξεκίνησε,
ατελείωτα στρατεύματα, αχανή πεδία μαχών,
Κυρίαρχοι "ιδού ο στρατός σας",
υπόδουλοι "ιδού οι Κυρίαρχοί σας"!!

Δευτέρα, 23 Ιανουαρίου 2017

ΓΙΟΡΤΗ






Δεν γιορτάζω εγώ,
Δεν ελπίζω πια κάτι,
Όμως σήμερα είναι
Που γιορτάζει η αγάπη
Μπορεί νάναι τίποτα,
Μπορεί νάναι, όμως, και κάτι..

Περπατώ σ’ άγονους τόπους,
Σε καμένη γη φτερουγίζω
Και ρωτώ
Μην την είδαν,
Μην ακούσαν θροή της,
Μην ακούσανε κάτι…

Μεσ’ τους άδειους τους δρόμους,
Στις σκιές που γυρίζουν,
Στο λαμπύρισμα φώτων
Σταματώ και γυρίζω
Ν’ αντικρύσω το φάντασμα
Που ξοπίσω μου πάει,
Να ρωτήσω αν είναι
Μια ακόμα οφθαλμαπάτη…

Σε στενά και πλατείες,
Κάθε μέρα και νύχτα
Τριγυρίζω αλαφιασμένος
Και παντού ψιθυρίζω:
«είναι κάτι που στ’ αλήθεια
βαθειά με στοιχειώνει,
Είναι κάτι που αργά
Σιγολιώνει το χιόνι,
Είναι άρωμα χυμού
Από άγρια καρύδα,
Από λεβάντα και κέδρο,
Από ρόδα και κρίνα,
Είναι άρωμα από κάτι
Που ποτέ μου δεν είδα;»

Στους απέραντους κάμπους,
Και με κρύο και με ζέστη,
Αναρωτιέμαι τι είναι
Αυτό που αδιάκοπα με μανία
Την ψυχή μου την έλκει,
Σαν κοπάδι από άγρια,
Και ατίθασα ζώα
Που τριγύρω γυρίζουν
Και δεν έχουν πια ρότα,

Δεν γιορτάζω απόψε,
Τριγυρνώ και μεθάω
Με τη λάμψη των άστρων
Με του ήλιου το δείλι,
Με της νύχτας τ’ αδράχτι,
Κι όλο πίσω μου βλέπω
Μια γλυκιά οπτασία,
Της ζωής μου μουράγιο,
Της ζωής μου κουράγιο,
Της ζωής μου ναυάγιο….

Προχωρώ και στοιχειώνω
Τα σοκάκια που ζήσαν
Τον χορό Νηρηίδων,
Το τραγούδι του Πάνα,
Την οσμή κάθε γέννας
Με τα μάτια της μάνας…
Κι όσο τρέχω, ανασαίνω
Και βαθιά μου πονάω
Γιατί σήμερα είναι
Η γιορτή της ανάγκης,
Η γιορτή της ζωής μας,
Η γιορτή της αγάπης….

Κυριακή, 22 Ιανουαρίου 2017

ΦΥΛΑΧΤΟ


έστησες τα ονειρά σου
σε αυλαία με πανί
και κατάληξαν στο καναβάτσο,
στο αιμόφυρτο σκοινί,


άνισος αγώνας,
παντού φυσά βοριάς
κι εσύ σκοπεύεις απ' το κλείστρο
μπας και βρεις παρηγοριά,

δίπλα σου καίγοντ' όλα
μα εσύ λοξοδρομείς
γιατί έγινε σκληρός ο δρόμος
κι επιμένεις, δεν θες να δεις,

τα συντρίμια μιας ζωής,
κάστρα μ' ανηλιαγες στοές
και στην πύλη φρούραρχοι
εφιάλτες με στολές,

δειλινό, σούρουπο κι αυγή
γενήκαν τώρα ένα,
όνειρα δεν βλέπεις πια
ειν' όλα ματωμένα,

μεσ' της ζωής το μονοπάτι
δίχτυα σ' απλώσανε σωρό,
μη φύγεις, μη λευτερωθείς
απ' της ζωής σου τον καημό,

αγνάντι βλέπεις ξαστεριά,
όπλα αστράφτουν κι αστραπές
μα ζαλισμένος κάθεσαι
φούντα ναν' και ναργιλές,

δε θέλεις πια να σηκωθείς,
τερτίπια βγάζεις και λαλείς
πως πήγε στράφι μια ζωή
μέσ' τού ονείρου τη στροφή,

κι όμως απέναντι θα δεις
στητούς, αλώβητους αετούς,
παιδιά, μανάδες και γονιούς
να τάζουν στ' όνειρο βολβούς,

σπόρους, λίπασμα και χέρσα γη
κι από 'κει, μεσ' το χαμό,
βλέπουν να πετιέται σα θεριό
του ονείρου τους το φυλαχτό!!

Τετάρτη, 11 Ιανουαρίου 2017

ΣΚΙΕΣ






σκιές πλακώνουν τις ψυχές μας,
σκιές αχόρταγες, κρυμμένες στα στενά,
στου προσωπικού μας φόβου τ' αδιάβατο μονοπάτι,
σκάλες, σκάλες, σκάλες και πίσω από κάθε στροφή σκιές,
σκιές, μαύρες ερινύες, φτερωτά, μοχθηρά πλάσματα
ζητούν να σε εγκλωβίσουν στο αδιέξοδο
μιας ζωής που πληρώνεις αδιάκοπα και ασύστολα,
σκιές, μαύρες, πυκνές, μουντές, άηχες,
σκιές κατεβάζουν την αυλαία μιας ζωής
που αποστρέφει το βλέμμα από το φως
επειδή αρνείται να δει
τον άστεγο στην άθλια, πολυχρησιμοποιημένη κουβέρτα,
ξαπλωμένο στον δρόμο με το χέρι παγωμένο
κρατώντας μισό πλαστικό μπουκάλι
για ν' ακούσει τον ήχο του χρήματος
και να κουνήσει τα δάχτυλα του ζωντανού-νεκρού,
σκιές που κρύβουν το σώμα του παιδιού
που κοιμάται μέσα στον κάδο των σκουπιδιών
γεμάτο τομές και πρόχειρες συρραφές του κρέατος
για να μη φανούν οι σκιές μιας πλάσης που ασφυκτιά
σ' ένα κόσμο όπου το εμπόρευμα έγινε θεός
κι ο θεός εμπόρευμα,
σκιές που καλύπτουν μια άθλια συνείδηση
που αρέσκεται ν' αποστρέφει το βλέμμα στο απάνθρωπο,
στα εγκιβωτισμένα, λαθραία, βάναυσα αφαιρεμένα
όργανα των μικρών αγγέλων,
σκιές που κρύβουν έντεχνα ένα κόσμο που σαδιστικά
απολαμβάνει το κατακρεούργημα των φτερών
των μικρών πουλιών που δεν πρόλαβαν να πλανηθούν
στους λερούς ουρανούς μιας τρικυμισμένης φύσης,
που αναζητά με οργή και ξέφρενο πάθος
την οποιανδήποτε ηδονή αρκεί να προσφέρει στον άλλο πόνο,
που παραδόθηκε στις σκιές,
σκιές που κρύβουν το φως της αυγής
για να μη δεις τον συνάνθρωπο που κοιμήθηκε
έξω στην αυλή σου για να μη σ' ενοχλήσει
και να σου ζητήσει βοήθεια όταν πια,
έχοντας πιεί τον μαύρο, σκέτο σου καφέ,
όταν θα έχεις καπνίσει το πρώτο τσιγάρο
οργισμένος γιατί πρέπει να φύγεις από το καταφύγιο
στο οποίο ζεις και να βγεις έξω σε μια βάρβαρη,
απάνθρωπη πραγματικότητα,
θωρώντας την αυγή με μάτια πλανεμένα,
αγνοώντας το φως, ζητώντας τις σκιές
επειδή εκεί αισθάνεσαι τη θέρμη, τη στοργή, τη θαλπωρή
μιας ζωής που έπνιξες στις σκιές,
σκιές θανάτου που μετέτρεψες σε υποψία ζωής,
σκιές που πλάνεψαν τις αυθεντικές σου ανάγκες
και σου χάρισαν σκιώδεις απολαύσεις, σκιώδεις αγάπες,
σκιώδη ζωή, σκιώδεις πλάνες για μια σκιώδη ευτυχία,
σκιές παντού, ο ήλιος αρνιέται να αγωνιστεί
για να σου δείξει το απύθμενο βάθος
μιας διεστραμμένης ζωής, μιας αλλοτριωμένης ύπαρξης,
ενός ανέραστου έρωτα, μιας αδυσώπητης εναλλαγής
συναισθημάτων που κολυμπούν στις σκιές,
ζεις αρνούμενος να σηκώσεις την αυλαία,
αρνείσαι να δεις το πάλκο με τους ηθοποιούς
που σου πετούν λόγια-φωτιές, που σου δείχνουν τις σκιές,
σκιά μέσα στις άλλες,
ζεις σαν ίσκιος,
ίσκιος κι η ζωή σου,
ίσκιος τα χρήματα,
ο έρωτας,
η ζωή,
ίσκιος τα λόγια των σκιών στο σχολείο,
στη διασκέδαση, στην ανάγνωση,
στο ποτό που ρουφάς μέσα στις σκιές ανήλιαγων,
πνιγμένων στη νικοτίνη, μικρών, κρυφών δωματίων
εκει που πιστεύεις ότι το σκοτάδι είναι το φως,
εκεί που πιστεύεις ότι ζεις, ότι ανασαίνεις
την ψευδαίσθηση της ελευθερίας,
εκεί που, όμως, βιώνεις το σκότος,
ταυτίζεσαι μ' αυτό,
εκεί συνηθίζεις τον διαρκή θάνατό σου,
εκεί που θάρθουν οι σκιές και θα σου πουν:
"τελείωσες, είσαι μόνος"......

Τρίτη, 10 Ιανουαρίου 2017

Ο ΧΡΟΝΟΣ ΤΡΕΜΕΙ


Ο ΧΡΟΝΟΣ ΤΡΕΜΕΙ

βλέπω τα παιδιά μου να μεγαλώνουν,
να φεύγουν, παλεύοντας, στο μεγάλο ταξίδι της ζωής,
βλέπω τον κόσμο ν' αλλάζει,
να βουλιάζει και να ξαναανασαίνει,
βλέπω τους παλιούς συντρόφους να φεύγουν
αδίστακτος χρόνος τρέμει μην τον σταματήσουν,
βλέπω τους παιδικούς μου φίλους να γίνονται οπτασίες,
θολές γκραβούρες σε πετροπλυμμένους μουσαμάδες.
βλέπω τους συμμαθητές μου να αναρωτιούνται
που πήγαν τα χρόνια της ανέμελης, άθραυστης αθωότητας,
νοιώθω δίπλα μου τις οπτασίες αυτών που έφυγαν νωρίς,
αυτών που έχασαν την ευκαιρία να τρυγήσουν το μέλι της ζωής,
αυτών που ξεκίνησαν για το καλοκαίρι της ζωής
και τους βρήκε άξαφνα ο χειμώνας,
αυτών που ζουν στις αναμνήσεις μας,
που χάραξαν στα όνειρα μας γραμμές στους ορίζοντες,
των ορίων που βάζαμε να ξεπεράσουμε
ξένοιαστοι στη ζωή μας,

βλέπω τα πρώτα δάκρυα, τις χαμένες αγάπες,
τους ανεκπλήρωτους έρωτες, τις χαμένες στιγμές,
τρύπες στο συνεχές μιας αιωνιότητας,
βλέπω το μένος της ζωής που μας προειδοποιεί:
"ο θάνατος παραμονεύει",
"θα τον βιώσεις και μετά θα τον καταλάβεις",
βλέπω τις αγκαλιές που χάθηκαν
σκορπίζοντας μια αγάπη μοναδική,
τον ήχο των χρωμάτων από τη μοναδική στοργή
που σου πρόσφεραν απλόχερα και ολόθερμα
οι αγαπημένοι σου που μετοίκησαν σε άλλες γειτονιές,
βλέπω τη θλίψη να έρχεται, αυλακώνοντας το μέτωπο,
τις πίκρες που βουλιάζουν τον ουράνιο θόλο,
που σαγηνεύουν αυτόν που θέλει να γνωρίσεις το πέρας,

βλέπω δυστυχία, τρόμο, απελπισία, πανικό και φυγή,
ξεχάσαμε το όνειρο,
ξεχάσαμε τις παραλίες της ζωής μας,
ξεχάσαμε τον ουρανό με τα αστέρια του,
τους βραδυνούς όρκους,
τις λειτουργίες του φωτός,
τα ξέφρενα τρεχαλητά στις ανηφόρες της,
την απλότητά της, την άλλη πλευρά του φεγγαριού,

ζούμε για να δούμε τον αφανισμό,
στο νεκροταφείο των ονείρων
σκάβουμε κι εμείς τον πιο βαθύ λάκκο,
ρίχνουμε τα λουλούδια της μοναξιάς,
πέταλα μαραμένα, άοσμα, μισόξερα
μικραίνουν την απόσταση από το απέραντο χάος,
βλέπω μελαγχολία στα βλέμματα
αυτών που γελούν, αυτών που είναι φευγάτοι
από το πρωινό της δύσης,
βλέπω καράβια χωρίς άρμενα, βάρκες χωρίς κουπιά,
βλέπω αυτοκίνητα να σαπίζουν πεταγμένα στις άκρες των δρόμων,
βλέπω παιδιά χωρίς όνειρα,
αδιάκοπη ρουτίνα, άστοχους χειρισμούς,
μαύρα μάτια που κλαίνε δίχως δάκρυα,
βλέπω κι εσένα...

εσένα που στα μάτια σου σιγοκαίει η φλόγα της ζωής,
παρέα ανεβήκαμε το βουνό, σμίξαμε με το όνειρο,
αγκαλιάσαμε το άπειρο,
βλέπω κι εσένα, εσένα που με κράτησες ζωντανό,
πίκρα στην πίκρα, χαρά στη χαρά,
ανεβήκαμε κι αγναντεύουμε το μέλλον,
με κρατάς ζωντανό γιατί πιστεύεις ακόμη,
πιστεύεις σε μένα,
πιστεύεις στο αύριο,
πιστεύεις στη ζωή,
πιστεύεις στη χαρά, πρώτη χαρά και παντοτεινή.....