α μ ύ νο μα ι

αμύνομαι στην επίθεση της καθημερινότητας,
στην πεζότητα και τον ναρκισσισμό της εποχής, αμύνομαι στο ανελέητο κυνηγητό του κέρδους,
στην ηττοπάθεια και την ηλιθιότητα του ανέραστου πλήθους,
αμύνομαι στην άλωση των ψυχών, στην εγκατάλειψη της επανάστασης,
στον φόβο και στο μίσος για τον συνάνθρωπο, αμύνομαι για όλους εσάς που αναλίσκεστε
στην άνευ όρων παράδοση!

Τετάρτη, 11 Ιανουαρίου 2017

ΣΚΙΕΣ






σκιές πλακώνουν τις ψυχές μας,
σκιές αχόρταγες, κρυμμένες στα στενά,
στου προσωπικού μας φόβου τ' αδιάβατο μονοπάτι,
σκάλες, σκάλες, σκάλες και πίσω από κάθε στροφή σκιές,
σκιές, μαύρες ερινύες, φτερωτά, μοχθηρά πλάσματα
ζητούν να σε εγκλωβίσουν στο αδιέξοδο
μιας ζωής που πληρώνεις αδιάκοπα και ασύστολα,
σκιές, μαύρες, πυκνές, μουντές, άηχες,
σκιές κατεβάζουν την αυλαία μιας ζωής
που αποστρέφει το βλέμμα από το φως
επειδή αρνείται να δει
τον άστεγο στην άθλια, πολυχρησιμοποιημένη κουβέρτα,
ξαπλωμένο στον δρόμο με το χέρι παγωμένο
κρατώντας μισό πλαστικό μπουκάλι
για ν' ακούσει τον ήχο του χρήματος
και να κουνήσει τα δάχτυλα του ζωντανού-νεκρού,
σκιές που κρύβουν το σώμα του παιδιού
που κοιμάται μέσα στον κάδο των σκουπιδιών
γεμάτο τομές και πρόχειρες συρραφές του κρέατος
για να μη φανούν οι σκιές μιας πλάσης που ασφυκτιά
σ' ένα κόσμο όπου το εμπόρευμα έγινε θεός
κι ο θεός εμπόρευμα,
σκιές που καλύπτουν μια άθλια συνείδηση
που αρέσκεται ν' αποστρέφει το βλέμμα στο απάνθρωπο,
στα εγκιβωτισμένα, λαθραία, βάναυσα αφαιρεμένα
όργανα των μικρών αγγέλων,
σκιές που κρύβουν έντεχνα ένα κόσμο που σαδιστικά
απολαμβάνει το κατακρεούργημα των φτερών
των μικρών πουλιών που δεν πρόλαβαν να πλανηθούν
στους λερούς ουρανούς μιας τρικυμισμένης φύσης,
που αναζητά με οργή και ξέφρενο πάθος
την οποιανδήποτε ηδονή αρκεί να προσφέρει στον άλλο πόνο,
που παραδόθηκε στις σκιές,
σκιές που κρύβουν το φως της αυγής
για να μη δεις τον συνάνθρωπο που κοιμήθηκε
έξω στην αυλή σου για να μη σ' ενοχλήσει
και να σου ζητήσει βοήθεια όταν πια,
έχοντας πιεί τον μαύρο, σκέτο σου καφέ,
όταν θα έχεις καπνίσει το πρώτο τσιγάρο
οργισμένος γιατί πρέπει να φύγεις από το καταφύγιο
στο οποίο ζεις και να βγεις έξω σε μια βάρβαρη,
απάνθρωπη πραγματικότητα,
θωρώντας την αυγή με μάτια πλανεμένα,
αγνοώντας το φως, ζητώντας τις σκιές
επειδή εκεί αισθάνεσαι τη θέρμη, τη στοργή, τη θαλπωρή
μιας ζωής που έπνιξες στις σκιές,
σκιές θανάτου που μετέτρεψες σε υποψία ζωής,
σκιές που πλάνεψαν τις αυθεντικές σου ανάγκες
και σου χάρισαν σκιώδεις απολαύσεις, σκιώδεις αγάπες,
σκιώδη ζωή, σκιώδεις πλάνες για μια σκιώδη ευτυχία,
σκιές παντού, ο ήλιος αρνιέται να αγωνιστεί
για να σου δείξει το απύθμενο βάθος
μιας διεστραμμένης ζωής, μιας αλλοτριωμένης ύπαρξης,
ενός ανέραστου έρωτα, μιας αδυσώπητης εναλλαγής
συναισθημάτων που κολυμπούν στις σκιές,
ζεις αρνούμενος να σηκώσεις την αυλαία,
αρνείσαι να δεις το πάλκο με τους ηθοποιούς
που σου πετούν λόγια-φωτιές, που σου δείχνουν τις σκιές,
σκιά μέσα στις άλλες,
ζεις σαν ίσκιος,
ίσκιος κι η ζωή σου,
ίσκιος τα χρήματα,
ο έρωτας,
η ζωή,
ίσκιος τα λόγια των σκιών στο σχολείο,
στη διασκέδαση, στην ανάγνωση,
στο ποτό που ρουφάς μέσα στις σκιές ανήλιαγων,
πνιγμένων στη νικοτίνη, μικρών, κρυφών δωματίων
εκει που πιστεύεις ότι το σκοτάδι είναι το φως,
εκεί που πιστεύεις ότι ζεις, ότι ανασαίνεις
την ψευδαίσθηση της ελευθερίας,
εκεί που, όμως, βιώνεις το σκότος,
ταυτίζεσαι μ' αυτό,
εκεί συνηθίζεις τον διαρκή θάνατό σου,
εκεί που θάρθουν οι σκιές και θα σου πουν:
"τελείωσες, είσαι μόνος"......

Τρίτη, 10 Ιανουαρίου 2017

Ο ΧΡΟΝΟΣ ΤΡΕΜΕΙ


Ο ΧΡΟΝΟΣ ΤΡΕΜΕΙ

βλέπω τα παιδιά μου να μεγαλώνουν,
να φεύγουν, παλεύοντας, στο μεγάλο ταξίδι της ζωής,
βλέπω τον κόσμο ν' αλλάζει,
να βουλιάζει και να ξαναανασαίνει,
βλέπω τους παλιούς συντρόφους να φεύγουν
αδίστακτος χρόνος τρέμει μην τον σταματήσουν,
βλέπω τους παιδικούς μου φίλους να γίνονται οπτασίες,
θολές γκραβούρες σε πετροπλυμμένους μουσαμάδες.
βλέπω τους συμμαθητές μου να αναρωτιούνται
που πήγαν τα χρόνια της ανέμελης, άθραυστης αθωότητας,
νοιώθω δίπλα μου τις οπτασίες αυτών που έφυγαν νωρίς,
αυτών που έχασαν την ευκαιρία να τρυγήσουν το μέλι της ζωής,
αυτών που ξεκίνησαν για το καλοκαίρι της ζωής
και τους βρήκε άξαφνα ο χειμώνας,
αυτών που ζουν στις αναμνήσεις μας,
που χάραξαν στα όνειρα μας γραμμές στους ορίζοντες,
των ορίων που βάζαμε να ξεπεράσουμε
ξένοιαστοι στη ζωή μας,

βλέπω τα πρώτα δάκρυα, τις χαμένες αγάπες,
τους ανεκπλήρωτους έρωτες, τις χαμένες στιγμές,
τρύπες στο συνεχές μιας αιωνιότητας,
βλέπω το μένος της ζωής που μας προειδοποιεί:
"ο θάνατος παραμονεύει",
"θα τον βιώσεις και μετά θα τον καταλάβεις",
βλέπω τις αγκαλιές που χάθηκαν
σκορπίζοντας μια αγάπη μοναδική,
τον ήχο των χρωμάτων από τη μοναδική στοργή
που σου πρόσφεραν απλόχερα και ολόθερμα
οι αγαπημένοι σου που μετοίκησαν σε άλλες γειτονιές,
βλέπω τη θλίψη να έρχεται, αυλακώνοντας το μέτωπο,
τις πίκρες που βουλιάζουν τον ουράνιο θόλο,
που σαγηνεύουν αυτόν που θέλει να γνωρίσεις το πέρας,

βλέπω δυστυχία, τρόμο, απελπισία, πανικό και φυγή,
ξεχάσαμε το όνειρο,
ξεχάσαμε τις παραλίες της ζωής μας,
ξεχάσαμε τον ουρανό με τα αστέρια του,
τους βραδυνούς όρκους,
τις λειτουργίες του φωτός,
τα ξέφρενα τρεχαλητά στις ανηφόρες της,
την απλότητά της, την άλλη πλευρά του φεγγαριού,

ζούμε για να δούμε τον αφανισμό,
στο νεκροταφείο των ονείρων
σκάβουμε κι εμείς τον πιο βαθύ λάκκο,
ρίχνουμε τα λουλούδια της μοναξιάς,
πέταλα μαραμένα, άοσμα, μισόξερα
μικραίνουν την απόσταση από το απέραντο χάος,
βλέπω μελαγχολία στα βλέμματα
αυτών που γελούν, αυτών που είναι φευγάτοι
από το πρωινό της δύσης,
βλέπω καράβια χωρίς άρμενα, βάρκες χωρίς κουπιά,
βλέπω αυτοκίνητα να σαπίζουν πεταγμένα στις άκρες των δρόμων,
βλέπω παιδιά χωρίς όνειρα,
αδιάκοπη ρουτίνα, άστοχους χειρισμούς,
μαύρα μάτια που κλαίνε δίχως δάκρυα,
βλέπω κι εσένα...

εσένα που στα μάτια σου σιγοκαίει η φλόγα της ζωής,
παρέα ανεβήκαμε το βουνό, σμίξαμε με το όνειρο,
αγκαλιάσαμε το άπειρο,
βλέπω κι εσένα, εσένα που με κράτησες ζωντανό,
πίκρα στην πίκρα, χαρά στη χαρά,
ανεβήκαμε κι αγναντεύουμε το μέλλον,
με κρατάς ζωντανό γιατί πιστεύεις ακόμη,
πιστεύεις σε μένα,
πιστεύεις στο αύριο,
πιστεύεις στη ζωή,
πιστεύεις στη χαρά, πρώτη χαρά και παντοτεινή.....
 
 

Παρασκευή, 2 Δεκεμβρίου 2016

Βουλιαγμένες αγάπες









βουλιαγμένες αγάπες
σαν σκαριά σκεβρωμένες,
βουλιαγμένες αγάπες
στον βυθό πεταμένες,
κι ο βυθός που γυρίζει
που μιλάει
και χαϊδεύει
που γελά
και χορεύει
τις θωρεί τρελαμμένες,


βουλιαγμένες αγάπες
ψυθιρίζουν στον ήχο
της σιωπής και του ψύχους
τον μακάβριο στίχο,
κι ο βυθός θολωμένος
στου αγέρα το πάθος,
ο βυθός
τις ρωτάει
"που να ήταν το λάθος",

βουλιαγμένες αγάπες
σαν στοιχιά τριγυρνούνε
στου ονείρου το πάθος
μιας κι αγάπη ζητούνε,
κι ο βυθός
μιας αγκάλης
που πλανεύει το πάθος,
ο βυθός
τους θυμίζει
το απύθμενο βάθος,

βουλιαγμένες αγάπες
μ' αγωνία κοιτάζουν
του αφρού τη γαλήνη
κι ολοένα αλλαλιάζουν
στον βυθό
με τις θίνες,
με τα σάπια σαρκία
στο βυθό
που μοιράζει
του καημού τα βραβεία,

βουλιαγμένες αγάπες
σ' ένα κόσμο απάτης
σ' ένα κόσμο που λείπει
ο ρυθμός της αγάπης,
κι ο βυθός
σαν μαινάδα,
σαν τεράστια χοάνη,
ο βυθός τους θυμίζει
όποιος παίζει πως χάνει....

Τρίτη, 15 Νοεμβρίου 2016

Άστρα


Άστρα,
αυτοί που δεν σας βλέπουνε,
όσοι δεν σας μιλάνε,
άστρα,
σας φέραν καταγής
και πια δεν τραγουδάνε,
άστρα
με φρίκη σας κολλήσανε
στους τοίχους και στις πέτρες,
σας κάρφωσαν στο έδαφος,
σας πνίξανε με δέστρες,
άστρα
όσοι σας αγνοούν
κάθονται  και μετρούνε
τις λιγοστές τις μέρες τους,

δεν ζουν, δεν αγαπούνε,
άστρα
δεν λάμπετε ψηλά
γιατί ανθρώπου χέρι,
άστρα
μ' όμίχλη γέμισε,
με γλυστερό μαχαίρι,
τον κόσμο αυτόν που άλλοτε
 σας έστηνε καρτέρι,
άστρα
σας εξαφάνισε
γιατί αλλού σκοπούσε,

άστρα
ποτέ δεν ένοιωσε
ότι πισωπατούσε.
Άστρα,
που τον Φαέθωνα κάνατε στρατηλάτη,
πάνω στον τύπο των καρφιών σάς ρίξανε αλάτι,
με κουρελούδες τύλιξαν το άμοιρο κορμί σας,
άστρα
μην ξανα-ξελογιάσετε τη φύση τη δική μας,
άστρα
τώρα ο ουρανός τα βράδια κλαίει, ματώνει
κι ένας θανατερός βοριάς φτερούγες ξεδιπλώνει.
Τώρα μονάχα λιγοστές
ψυχές σάς καρτερούνε
άστρα
να λάμψετε ξανά
στη γη μας που πατούνε!

Τετάρτη, 9 Νοεμβρίου 2016

Αυτό το ποίημα...


Ηλεκτρικό ψυγείο
με σήμα γνωστό απ' έξω
γεμάτο μοσχοφίλερο μεσα,
στα πόδια χρυσή άμμος τριζάτη
της Παναγιάς τα κρίνα
ρουφάω για μένα και σένα,
η άρμη της θάλασσας,
το απέραντο γαλάζιο
κτισμένο με χάρη θεία,
βουτάς στου αγνώστου
τη μόνη ελπίδα.
διπλοί τροχοί, καλοκαιρινός άνεμος,
μαστίγωμα ζωής
στο χάρο που σου φωνάζει "πήδα",
αυτό το ποίημα δεν είναι για σένα,
είναι κομμάτια του Είναι
που, σε τελετή σφαγιαστικών οργίων,
αναπνέει το αίμα
ανάποδων στροφών,
ανθρώπινων πόθων,
ξηρών, καμμένων πλαγιών,
καμμένων σχίνων, μυρωδιές θυμαριών,
ανάλατων πιάτων σε δείπνο θεών,
κλεισμένα μάτια
που τρέχουν εμπρός,
γυρεύοντας θλίψη
στου ονείρου το φως,
ανάσα δροσιάς στο τζάμι θολών μαγαζιών,
καπνός βαρύς στο άγχος μαζών
που ζουν για να θησαυρίσουν
στους άγριους χειμώνες
που μουσκλια και βρύα
κοσμούν χαμένες ψυχές,
αυτο το ποίημα δεν είναι για σένα,
είναι για τους λίγους,
τους θλιμμένους, τους μοναχικούς,
αυτούς που ζουν απ' έξω.
που καθημερινά τρυγούν
ο,τι δεν μπόρεσαν να δουν,
στην κάψα φλογίζει ο πόθος,
στη γη κοιμάται ο πόνος
μονάχος, γερός, δυνατός,
του ανθρώπου ο αιώνιος καημός,
ψηλά διαβαίνεις, πατάς το φλόγιστρο πλαγιών
και κρυφών μονοπατιών,
βρώμικων σοκακιών,
άδειων καρδιών,
πιάτων με εδέσματα περίπλοκα
στα πλοκάμια μοντέρνων καιρών,
κι εσύ επάνω στην άμμο
ξανά γονατίζεις,
τα παιδικά όνειρα ανακαλείς,
πεθαίνεις καθημερινά
γιατί ξέρεις να ζεις!

Σάββατο, 22 Οκτωβρίου 2016

Κραυγές και Ψίθυροι.









Σ’ ένα ψεύτικο κόσμο που διαλέγεις να ζεις
τις κραυγές του ανέμου αποφεύγεις να ακούς,
αποφεύγεις να νοιώσεις την αρμύρα της μέρας
προχωράς και θαυμάζεις το πολύμορφο τέρας,

κλείνεις πόρτες, σφαλίζεις του φωτός χαραμάδες
γιατί βγαίνεις και κλείνεις στις σκιές τις λαμπάδες
που σε κράταγαν όρθιο ν’  αντιπαλέψεις τον πόνο
που σκορπούσαν κραυγές που παγώνουν τον κόσμο.

Ξεκινάς κάθε μέρα με σκυμμένο κεφάλι
και γνωρίζεις πως κάνεις ό,τι κάνουν κι άλλοι,
κλείσαν μάτια, αυτιά, ακολούθησαν δρόμους
που παλιά καταριώνταν  γιατί κύρτωναν ώμους

με φορτία που κραύγαζες ότι ήτανε σάπια,
ότι σπρώχναν τον κόσμο στην υποταγής την απάθεια.
Τώρα έτσι σκυμμένος  κάνεις – τάχα – πως δεν ξέρεις
ποιος κραυγάζει, ποιος κλαίει, ποιος ελπίδα δεν έχει,

σκύβεις, σκύβεις, ζαρώνεις, δεν ακούς και δεν βλέπεις
τις κραυγές που συντρίβεις γιατί επέλεξες να έχεις
πορτοφόλι γεμάτο, μια ζωή βολεμένη
και αντί να κραυγάζεις  πολεμάς να χορταίνεις!

Ελησμόνησες όλες τις κραυγές π’  ακουστήκαν
απ’ το στόμα που είχες για κραυγές π’ ορκιστήκαν
πως τον ψίθυρο του κόσμου που ακούς σα ρυάκι
δεν θ αφήσεις να στερέψει του αγώνα το δάκρυ.


Ψιθυρίζεις και πας και με άλλους πληθαίνεις
την αγέλη ενός κόσμου που μ’  αγκάθια τον ραίνεις.
Ψιθυρίζεις και πας, προχωράς και μυρίζεις
ό,τι σάπιο πετιέται, ό,τι σάπιο χαρίζεις
σε αυτούς που κι εκείνοι ψιθυρίζουν  και ξέρουν
πως στον κόσμο ετούτο κάθε μέρα μικραίνουν,
κάθε μέρα πεθαίνουν.