Τετάρτη 3 Δεκεμβρίου 2014

Άνθρωποι και ποντίκια, μέρος 2ο.


(για τον Ν. Ρωμανό και τους συντρόφους του)

Ο Λένι είπε: "Πες πώς θα 'ναι όταν θα 'χουμε τη γη μας".
Ο Τζορτζ αφουγκραζόταν ν' ακούσει τους μακρινούς ήχους. Για μια στιγμή πήρε ύφος ανθρώπου πρακτικού και μεθοδικού.
"Κοίτα πέρα απ' το ποτάμι, Λένι, και θα σου πω ώστε σχεδόν να το δεις".
Ο Λένι γύρισε το κεφάλι του και κοίταξε προς την αντίπερα όχθη της λίμνης και ψηλά προς τις σκοτεινιασμένες πλαγιές των Γκάμπιλαν.
"Θα 'χουμε λίγη γη" άρχισε ο Τζορτζ! Έβαλε το χέρι στην πλαϊνή του τσέπη κι έβγαλε το λούγκερ του Κάρλσον.
---------
Όταν ο Στάινμπεκ έγραφε το μυθιστόρημα, η ανθρωπότητα χειμαζόταν από τη μαύρη πανούκλα και τη φρίκη που θα ακολουθούσε. Στις ΗΠΑ, η οικονομική κρίση είχε περάσει αλλά το αμερικάνικο «όνειρο» ήταν ακόμη άπιαστο για πολλούς. Οι περιπλανώμενοι, οι εξαθλιωμένοι και οι άνεργοι της δεκαετίας του ’20 είχαν χτίσει μια αυτοκρατορία που «δούλευε» καλά καταβροχθίζοντας ανθρώπινες σάρκες και πουλώντας τα όπλα της σε όλες τις μεριές. Η γη που ονειρεύτηκαν ο Τζόρτζ και ο Λένι, ποτέ δεν έγινε γη της επαγγελίας για εκατομμύρια ανθρώπους που θυσιάστηκαν στο βωμό του ανελέητου κυνηγητού του κέρδους. Άνθρωποι έζησαν σαν ποντίκια και ποντίκια έζησαν μέσα στη χλιδή που καταχράστηκαν από τους ανθρώπους. Ο Λένι βίωσε ένα τέλος χαμένος στη φαντασίωση και στη σφαίρα που του καρφώθηκε στο κεφάλι από το λούγκερ που χρησιμοποίησε ο Τζώρτζ για να τον λυτρώσει από τον διπλό εφιάλτη που θα ακολουθούσε, τον εφιάλτη του ανέφικτου της ουτοπίας και τον εφιάλτη του κατασπαράγματος από τα ποντίκια που ήθελαν να ονομάζονται άνθρωποι.
Η ανθρώπινη ζωή μας επιφυλάσσει οδυνηρό τέλος, όχι γιατί θα πεθάνουμε, αυτό είναι το φυσιολογικό πέρας ενός ταξιδιού που επιλέγουμε να το ζήσουμε, από κάποια στιγμή και μετά, μόνοι μας. Το οδυνηρό τέλος είναι το τέλος που έρχεται μέσα σε μια ζωή γεμάτη οδύνες από τις οποίες δεν έχουμε το θάρρος και την θέληση να απεξαρτηθούμε. Η διαρκής συντριβή του Εγώ μας από τη ζωή που μας καθορίζουν άλλοι, η κατασκευή ενός πλαισίου λογικών απαντήσεων σε όλα για να κρύψουμε την πνευματική και προσωπική μας ένδεια, η αναζήτηση καταφύγιου στη «λογική» και «έννομη» υποταγή μας, η δημιουργία πλαστών ουτοπιών και παραδείσων απόλαυσης μας σπρώχνουν όλο και βαθύτερα. Μεταλλάσσουν την ανθρώπινη φύση μας και μας ρίχνουν στα τέσσερα, μας αναγκάζουν να σκάβουμε όλο και βαθύτερα για να χωθούμε σε τρύπες που πιστεύουμε ότι θα μας σώσουν από τον κατακλυσμό και τη διαρκή επαναφορά της «τελικής λύσης» για όσους εξακολουθούν να είναι Άνθρωποι. Χιλιάδες, εκατομμύρια ποντίκια φορούν ανθρώπινες μάσκες και περιφέρουν τη δυσωδία και τη μολυσματική ύπαρξή τους στον τόπο που επιλεχθήκαμε να κατοικήσουμε σαν άνθρωποι. Η τοξική βόμβα της «αδιαφορίας» δημιουργεί ένα απλανές και ακίνητο σύμπαν που επικαλείται τις μεσσιανικές δομές και προοπτικές μιας κοινωνίας που σκοτώνει το όνειρο! Η νύχτα διαρκεί χρόνια πολλά, το σκοτάδι με όλες του τις παραλλαγές αναδεικνύει μια κοινωνία ποντικιών όπως προφητικά την περιγράφει ο Μπένγιαμιν πριν χρησιμοποιήσει, μόνος του, το λούγκερ για μην πέσει στα χέρια του σκοταδιού, στη φαιά πανούκλα που σάρωνε την Ευρώπη και όλο τον κόσμο.
Η προσωπική εξέγερση είναι η άλλη πλευρά του φεγγαριού. Τα ποντίκια επικαλούνται το δήθεν «σκοτάδι» του φωτός που λαμπυρίζει μέσα στην ύπαρξη του επαναστατημένου άνθρωπου. Γιατί τα ποντίκια φοβούνται το φως, αποκαλύπτει τη μοχθηρότητά τους, το μίσος που κρύβουν πίσω από το προσωπείο τους, τη δειλία τους, την επανάπαυση σ’ αυτό που θεωρούν παράδεισο αλλά είναι η αιώνια κόλαση. Τα ποντίκια αγνοούν την εξαγνιστική δύναμη της φωτιάς, από ένστικτο, όμως, τη φοβούνται. Η φλόγα που θα γίνει πυρκαγιά θα αναδείξει όχι μόνο τη σατανική ψυχή τους αλλά και την άσπιλη και αγνή ψυχή αυτού που δεν φόρεσε προσωπείο, δεν μεταλλάχτηκε. Το «ανθρώπινο» μετατρέπεται σε «θεϊκό», έγραφε ο Πλάτωνας, όταν η ψυχή του Ανθρώπου αντικρύσει το Αγαθό και αυτό είναι, πρώτα απ’ όλα, συλλογικό, κοινοτικό. Η δυστυχία έστω κι ενός δημιουργεί μια πληγή που θα οδηγήσει τις πόλεις στη σφαγή. Οι άνθρωποι-ποντίκια, αλλοτριωμένοι από τις ηδονές των ποντικιών και από τη μαζοχιστική αναζήτησή τους, αναζητούν στον Άλλο την όψη του ποντικιού, είναι, όμως, η προβολή στον Άλλο της δικής τους μιαρής εικόνας, είναι η αναζήτηση στον Άλλο της δικής τους παραίτησης από τον αγώνα για να μη μεταλλαχθούν σε ποντίκια και αυτό επειδή γνωρίζουν ότι δεν θα υπάρξει γι αυτούς η λυτρωτική σφαίρα του Τζόρτζ αλλά, κυρίως, επειδή γνωρίζουν ότι ποτέ δεν θα φτάσει σ’ αυτούς έστω η εικονική λάμψη της άλλης πραγματικότητας που απόλαυσε ο Λένι τις τελευταίες στιγμές της ζωής του.
‘Όταν τα ποντίκια κυριαρχούν, όταν η δυσωδία των ζωντανών – νεκρών πλημμυρίζει σαν άρωμα τα ρουθούνια μας, όταν οι κυνηγοί του Τζορτζ και του Λένι έρχονται για να στήσουν χορούς με τις αγχόνες και το νόμο του λυντσαρίσματος, όταν η πολιτεία γίνεται φωλιά τρωκτικών και οι άξεστοι αχυράνθρωποι κυβερνούν βουτηγμένοι στα κόπρανα αυτών που ζουν βαθιά στη γη, στις φωλιές τους και φοβούνται το φως, τότε είναι καθήκον για κάθε Άνθρωπο να αναδείξει το «θεϊκό» από μέσα του και να εξεγερθεί. Δεν υπάρχει Μαγικός Αυλός για τα ποντίκια. Αυτά κατασκεύασαν ήχους θεϊκών μουσικών για να απολαμβάνουν στην τρύπα τους μια ζωή που έχει αποκλείσει τους ήχους της μουσικής αυτών που σφάζονται, αγωνίζονται και επαναστατούν κάθε μέρα για να μπορεί ο Άνθρωπος να παραμείνει Άνθρωπος. Η συνειδητοποίηση αυτής της πραγματικότητας δεν θα σε βγάλει από τη φωλιά σου, μικρό και απεχθές τρωκτικό! Η προσωπική λύτρωση είναι απόλυτα εγωιστική, η επιλογή της θυσίας για τον Άλλο μπορεί μόνο να σε βγάλει από την τρύπα που έφτιαξες απολαμβάνοντας μια ζωή εικονικής ευτυχίας που στηρίζεται στην άγρια εκμετάλλευση των Ανθρώπων που δουλεύουν σαν σκυλιά και ζουν σαν ποντίκια!
Η προσωπική εξέγερση μπορεί να είναι μονόδρομος, μπορεί να είναι και άσκοπη και αναποτελεσματική, όπως ισχυρίζεσαι για να μη χάσεις τη βόλεψή σου. Όμως σε κάνει να βγεις από τη φωλιά σου, ν’ αντικρίσεις κατάματα την πραγματικότητα και εκεί, κάτω από τις κλαγγές των όπλων και των μαχαιριών που σφάζουν τους σύγχρονους σκλάβους, ν’ ακούσεις και να αισθανθείς το βοριά μέσα σου, «τον θυελλώδη βοριά που δεν σε αφήνει να γίνεις μέρος αυτού του συστήματος, που δεν σε αφήνει να ενταχθείς» στην κοινωνία των ποντικιών, όπως είπε και ο Α. Μπρετόν. Αυτός ο βοριάς είναι που σε κάνει να επιλέξεις τον δρόμο της θυσίας και της εξέγερσης, την εγκατάλειψη του νησιού με τις σειρήνες, την κατάβαση στο σπήλαιο για να απελευθερώσεις τα ποντίκια από τα δεσμά τους. Δεν είναι δύσκολο, αρκεί, επιτέλους, να αισθανθείς το καμπανάκι της συνείδησης που εκπέμπει τους ήχους ενός ρέκβιεμ για την ανθρωπότητα. Υπήρξαν κι άλλοι που εξεγέρθηκαν, οι τρόποι που θα το κάνεις είναι άφθονοι, είναι όμως πάντα οι δρόμοι της εξέγερσης.
Μικρά παιδιά επέλεξαν τη θυσία αντί να ζήσουν ένα μαρτύριο δίχως τέλος. Ο τρόπος τους σε τρομάζει, σε ενοχλεί γιατί αποκάλυψαν την τραγική σου ζωή, την παράδοση της ψυχής σου στον Μαμμωνά και στην ευκαιριακή απόλαυση μιας ηδονής εγωιστικής, διεφθαρμένης, ποντικίσιας και απάνθρωπης. Αυτά τα παιδιά δεν περιμένουν τον Τζορτζ να δώσει τέλος στη ζωή τους, δεν βίωσαν την έσχατη στιγμή μιας εικονικής ουτοπίας, έκαναν ένα βήμα μπροστά, ένα βήμα για την πραγμάτωση μιας ουτοπίας δίχως ποντίκια. Σήκωσαν το όπλο και έχουν τραβήξει την σκανδάλη προς τον εαυτό τους πρώτα απ’ όλα, επέλεξαν στα 17 τους τον δρόμο της θυσίας κάτι που σκανδαλίζει απίστευτα το υπερπροστατευτικό σου Εγώ. Ακολουθούν τον δρόμο των μαρτύρων και όποιο κι αν είναι το τέλος τους, εσύ ο άνθρωπος-ποντίκι τους θεοποιείς επειδή γνωρίζεις καλά πως μέσα σε μια κίβδηλη κοινωνία, μέσα σ’ ένα κόσμο του αίματος και της δυσωδίας, μέσα στον κόσμο που σ’ έχωσε κάτω από τη γη, σ’ αυτόν τον κόσμο θα υπάρχουν πάντοτε Άνθρωποι που δεν μαγεύονται από τα θέλγητρα της σύγχρονης Κίρκης, αυτής που σε ρίχνει κάτω να οσμίζεσαι τα κόπρανα, να κυλιέσαι στη λάσπη και να θεωρείς τη ζωή σου, ζωή αξιοπρέπειας και ευτυχίας. Το λούγκερ που κρατούν αυτά τα παιδιά και που το στρέφουν απέναντι σ’ ολόκληρο το σύμπαν, είναι το λούγκερ που θα σκοτώσει εσένα κι εμένα και όσους επέλεξαν να σιωπήσουν μπροστά στην κτηνωδία των ποντικιών. Αν δεν μπορείς να εξεγερθείς, τουλάχιστον μη παραμένεις στην άβυσσο των χαμένων ψυχών, ξεκίνησε από τη δική σου νίκη απέναντι στον Εαυτό σου, βάλε φωτιά στη φωλιά σου, μια φωτιά που θα σαρώσει σαν πυρκαγιά όλα τα τρωκτικά, όλες τις φαινομενικές απολαύσεις σου, όλα αυτά που σε καταδυναστεύουν και σε οδηγούν στη μαζοχιστική απόλαυση ενός κόσμου δίχως απολαύσεις, ενός κόσμου που πνίγεται στο αίμα για να μπορούν τα ποντίκια να έχουν τον δικό τους παράδεισο!

Τρομοκράτες


[επειδη αυτή η χώρα πάντα θα γεννά τρομοκράτες]

Δεν είμ' εγώ απλό παιδί, μέλος ενός θιάσου,
εμένα, από μικρό παιδί μου έλεγαν "στοχάσου",
κοίτα ν' αρπάξεις τη φωτιά που κρύβει η καρδιά σου
και να φουντώσεις με αυτή, τη γη που 'ναι σιμά σου,


βάζω φωτιά σ' ωκεανούς, φωτιά βάζω στ' αστέρια,
απλώνω χέρια που κρατούν τα ξύλινα μαδέρια,
φωτιά ανάβω στα βουνά, φωτιά και στους πλανήτες,
φωτιά στα στόματα αυτών που μας θωρούν αλήτες,

φωτιά ανάβω στις καρδιές του κόσμου που κοιμάται,
του κόσμου που - χορτάτος πια - τίποτα δε λογάται,
φωτιά βάζω στα σύννεφα, φωτιά και στη βροχή τους,
φωτια στα έγκατα της γης, φωτιά και στην ψυχή τους,

φωτιές σκορπάω όπου βρω σκλάβους, προσκυνημένους,
φωτιά βάζω στα λάβαρα, φωτιά στους πουλημένους,
μαύρη καπνιά, φριχτή φωτιά θα κρύψει την αυγή τους,
μαύρη θα φλέγεται, σκυφτή, στην κόλαση η ψυχή τους,

φωτιές ανάβω όπου βρω να δουν κι οι πεθαμένοι
πως ο αγώνας αλυχτά για μια ζωή χαμένη,
φωτιές ανάβω να σας πω τραγούδια του θανάτου
γιατι σας σφιχταγγάλιασε, σας έβαλ' από κάτου,

φωτιά στο σύμπαν θα σκορπώ, παιδί του Προμηθέα,
κι ας είναι τα καρφιά φριχτά, μα η ζωή ' ν ωραία,
όλα τα δέντρα, ένα σωρό, θα φτιάξω για μια λάμψη
γιατί φωτιά με έφτιαξε, φωτιά θε να με κάψει!

Δευτέρα 17 Νοεμβρίου 2014

Το Πνεύμα και η Ομορφιά

Το Πνεύμα γονάτισε μπροστά στην Ομορφιά και της είπε σιγανά: "ω, θεά εσύ, ησουν και θα είσαι για πάντα η μούσα μου!"
Η Ομορφιά γονάτισε μπροστά στο Πνεύμα και του μίλησε με λόγια θερμά: "Πνεύμα, υπάρχεις για να με ανακαλύπτεις εκεί που κανείς άλλος δεν μπορεί να με δει, εκεί που είμαι καλά κρυμμένη αλλά υπάρχω και ζω σ' ένα κόσμο που με αγνοεί"!!!
Το Πνεύμα δεν απάντησε στον λυγμό της.

ΠΑΛΕΥΟΥΜΕ Ή ΟΧΙ;


Άλλη μία χρονιά με την επέτειο (γιατί άραγε την αποκαλούμε «επέτειο»;) των γεγονότων του Πολυτεχνείου. Άραγε είναι άλλη μία χρονιά ή μία «άλλη» χρονιά; Ένα ερώτημα που κυριαρχεί στο μυαλό όλων μας. Τα περιθώρια στενεύουν, η περιδίνηση της Ελλάδας σε ένα μακάβριο χορό, χωρίς τέλος, άρχισε να αναδύει μια τρομερή δυσοσμία. Η σαπίλα της πολιτικής ζωής μεταφέρθηκε και στο κοινωνικό επίπεδο και μεταλλάχτηκε σε τραγωδία ενός κόσμου που αδυνατεί να ανασυγκροτήσει τη σκέψη και τη δράση του και αφήνεται να γίνει έρμαιο στους πολιτικάντηδες και στους αριβίστες κάθε φύσης.
Η χώρα ερημώνεται και ξεπουλιέται όσο-όσο. Προφανώς, αυτό δεν αποτελεί πολιτική λύση αλλά πολιτική πλουτισμού των γνωστών μεγάλων συμφερόντων που βρίσκουν ένα λαό απελπισμένο, παραιτημένο και σε επιθανάτια αγωνία και καταφέρνουν να λεηλατήσουν ό,τι θα μπορούσε να γίνει πηγή βελτίωσης της καθημερινής ζωής των συνανθρώπων μας. Ο βωμός του κέρδους μετατράπηκε σε μια χοάνη που δεν ξεδιψάει πια με λίγο μόνο αίμα. Το ίδιο συμβαίνει και στις περισσότερες από τις ευρωπαϊκές χώρες. Το πρόβλημα είναι σαφέστατα συστημικό και δεν χρειάζεται να προχωρήσουμε στην πλήρη ανάλυσή του (άλλωστε εδώ και 5 χρόνια από αναλύσεις άλλο τίποτα). Η μεταφορά των βασικότερων επιχειρήσεων και μέσων παραγωγής στους νέους δουλό-τοπους της Αφρικής και της Ασίας, δημιουργεί μια τεράστια στρατιά ανεργίας στις ανεπτυγμένες χώρες, στρατιές αστέγων και νεόπτωχων και στρατιές μίσους απέναντι στους εξαθλιωμένους που θα τολμήσουν να διεκδικήσουν ένα κομμάτι ψωμί στην «ανεπτυγμένη» (αλλά μεταβιομηχανική) Δύση.
Ο πλανήτης παρατηρεί αμέριμνος την καθημερινή θνησιμότητα από την πείνα, τις πανδημίες, τις φρικαλεότητες και τους ανταγωνισμούς να αυξάνεται με ιλιγγιώδεις ρυθμούς. Στη χώρα μας μάθαμε πια να περπατάμε αδιάφοροι για τους άνεργους, τους άστεγους, τους εξαθλιωμένους, τις πόρνες και τους ναρκομανείς που πληθαίνουν ασταμάτητα, θυσία σε μια κοινωνία που έχει ξεσκίσει τις σάρκες της και τρέφεται από αυτές. Βυθισμένοι στον ναρκισσισμό του μικρόκοσμού μας και στηριζόμενοι σε μια παρα-οικονομία που εξακολουθεί να βασιλεύει σαν τη λερναία Ύδρα (αλλά και που στηρίζει ακόμη αυτή την κοινωνία, όρθια), καταναλώνουμε τις τελευταίες μας ανάσες στη «φυγή» που έντεχνα μας πλασάρουν οι έμποροι της ευτυχίας.
Όμως, αργά ή γρήγορα, θα έρθει και η ώρα μας. Τα αρπακτικά δεν έχουν ηθική και δεν χορταίνουν την πείνα τους. Δεν μπορεί, σήμερα, να αδιαφορείς για το ότι από τα 5,5 δις. στον πλανήτη μας, τα 4 περίπου δεν έχουν νερό, φαγητό, στέγη και όλα αυτά που η φύση (υποτίθεται ότι) χαρίζει σε όλους. Δεν μπορεί να αδιαφορείς για τις νέο-αυταρχικές (δήθεν) δημοκρατίες, για την καταστολή και τον εκφασισμό των σωμάτων ασφαλείας. Δεν μπορείς να γυρίζεις το κεφάλι στους τραμπουκισμούς και στο θράσος της εξουσίας. Δεν μπορείς να μην βλέπεις….
Μπορεί να πιστεύεις ή όχι σε διάφορα πολιτικά ιδεολογήματα, μπορεί να μην σε έχει ακουμπήσει ακόμη η κρίση, μπορεί να περιγελάς τους ρομαντικούς και μοναχικούς επαναστάτες αλλά οφείλεις να γνωρίζεις ότι το σύστημα δεν έχει συναισθήματα, το σύστημα είναι αδηφάγο και παμφάγο. Όταν αρχίσουν να λείπουν τα θύματα, εσύ θα θυσιαστείς στον Μινώταυρο και δεν θα υπάρχει ούτε Αριάδνη ούτε μίτος για να βγεις από εκεί που είσαι βαθιά χωμένος και πιστεύεις ότι είσαι αλώβητος. Δεν μπορεί να πιστεύεις ότι το σκοτάδι της τρύπας σου είναι το βασίλειο των ουρανών, δεν μπορεί να μην τολμάς σαν τον τυφλοπόντικα, να βγεις στο φως του ήλιου επειδή θα σε τυφλώσει. Η αποστροφή προς τον αγώνα σε βυθίζει ακόμη περισσότερο στα τάρταρα, σου δημιουργεί μια πλασματική πραγματικότητα όπου νομίζεις ότι είσαι ευτυχισμένος αλλά, ουσιαστικά, δεκάδες καλώδια χειρίζονται τον εγκέφαλο και τον εαυτό σου και δεκάδες σωλήνες σε υποβάλλουν σε καθημερινή αφαίμαξη. Οφείλεις να ζήσεις, οφείλεις να παλέψεις ενάντια σε αυτό που θεωρείς παράδεισο αλλά είναι η κόλασή σου, η κόλασή μας.
Οφείλεις να μεταλαμπαδεύσεις το φως από τη δάδα που συνεχίζουν να κρατούν ορισμένα παιδιά, που αγωνίζονται κόντρα στο ρεύμα, κόντρα στον εφησυχασμό και την αλλοτρίωση. Οφείλεις να βγεις από την τρύπα σου για να μπορέσουν τα παιδιά σου, τα παιδιά μας να ζήσουν σ’ έναν ελεύθερο κόσμο. Δεν είναι αργά, αργά είναι μόνο γι αυτούς που είναι στα νεκροταφεία! Σε χρειαζόμαστε, σε έχουμε ανάγκη και σε περιμένουμε. Αυτό ήταν, είναι και θα είναι το μήνυμα εκείνων που δολοφονήθηκαν στα γεγονότα του Πολυτεχνείου. Η έφοδος στους ουρανούς έχει πάντα θύματα, είναι όμως η έφοδος που σε λυτρώνει, η έφοδος που σε τραβάει προς τα πάνω, αυτή που σε κάνει ισόθεο επειδή θα έχεις πια μεταλλαχτεί, δεν θα είσαι ο φοβισμένος ανθρωπάκος θα είσαι ο οργισμένος εκδικητής, ο πλαστουργός του νέου κόσμου. Ακόμη κι αν αποτύχεις, θα έχεις δοκιμάσει τι σημαίνει ανοίγω τις φτερούγες μου και απογειώνομαι στο μέλλον.

winter is coming (?).....


Ο χειρότερος χειμώνας της τελευταίας δεκαετίας βρίσκεται προ των πυλών. Οι άρχοντες και οι κήρυκές τους το διαλαλούν καθημερινά. Χειμώνας, χειμώνας βαρύς, ασήκωτος... Εμείς μάθαμε μικροί ότι ο χειμώνας αρχίζει τον Δεκέμβρη, επίσης μάθαμε ότι κρατάει τρεις μήνες μετά θα ξεπροβάλει. σιγά - σιγά, η άνοιξη και ο καιρός θα κάνει τον κύκλο του επ' άπειρον μέχρι οι άνθρωποι να καταστρέψουν ό,τι έφτιαξαν και να παραδοθεί η μοίρα και η πορεία του καιρού στους δαίμονες, αυτά έλεγε κι ένας γερο-φιλόσοφος. Η ζωή άλλαξε από τότε, οι άνθρωποι έζησαν τη φρίκη της απανθρωπιάς και τη μοχθηρότητα του θάνατου. Χιλιάδες χρόνια, ο χειμώνας έρχεται και πάντα είναι βαρύς.
Στο σημερινό σύμπαν που ζούμε, ο χειμώνας ξεκίνησε - επίσημα - πριν από 5-6 χρόνια. Κάποιοι άρχοντες προειδοποίησαν: "προσέξτε, έρχεται ο χειμώνας και θα είναι διαφορετικός, θα είναι πολύ βαρύς ...", αυτοί, βέβαια, είχαν φροντίσει να γεμίσουν τις αποθήκες τους με ξύλα. Φρόντισαν να έχουν έτοιμη και την προμήθεια απ' έξω, τακτοποίησαν τις υποθέσεις τους, λεηλάτησαν και αποθήκευσαν τη σοδειά των άλλων και συνέχιζαν να προειδοποιούν. Και, τελικά, ο χειμώνας ήρθε. Βαρύς, αδυσώπητος, αμείλιχτος, ανατρεπτικός, αμοραλιστής, απάνθρωπος, βίαιος, το χιόνι του έχει μαύρο χρώμα, κάλυψε τη γη με μαύρο πέπλο σαν σάβανο. Ο χειμώνας είναι εδώ, δεν τον περιμένουμε. Πάγωσε την καρδιά μας, κρυστάλλωσε την ψυχή μας, φύσηξε το παγερό του χαμόγελο στον κόσμο μας και μας αιφνιδίασε με τον τρόπο του.
Ο χειρότερος χειμώνας της δεκαετίας, όμως, δεν πρόκειται να έρθει, απλούστατα γιατί είναι ήδη εδώ, γιατί μετρά ήδη τους νεκρούς του και τα θύματά του, χρόνια τώρα. Ο χειμώνας δεν φεύγει με ευχέλαια, δεν φεύγει με γιορτές και πανηγύρια, δεν τον ενοχλούν τα ανταλλακτικά παζάρια και οι κοινοβιακές δράσεις, δεν σκιάζεται τις ατελείωτες διαμάχες για τον τρόπο με τον οποίο θα τον πολεμήσουμε και θα ξαναζεστάνουμε την Ύπαρξή μας. Ο χειμώνας, χαμογελάει πικρόχολα πίσω από την πλάτη μας: "τι μικρά ανθρωπάκια που είστε! Εγώ είμαι ο βασιλιάς χειμώνας, δεν φοβάμαι τα σκουλήκια και τα έντομα, τα εξοντώνω με το ψύχος μου"! Τα δόντια του, κάτασπρα με σταγόνες από αίμα αποκαλύπτονται στο χυδαίο χαμόγελό του.
Όμως, στον τόπο μας, εδώ και καιρό, οι εποχές άλλαξαν. Ο χειμώνας έρχεται για να μείνει και έρχεται πάντα νωρίτερα. Αλλά ξαφνιάζεται, αυτό το τέρας ξαφνιάζεται από τη λάμψη της δικής μας άνοιξης, του δικού μας αλεξίσφαιρου χιτώνα μπροστά στα τόσα όπλα του. Εδώ και χρόνια, ο χειμώνας έρχεται ένα μήνα νωρίτερα αλλά και εμείς είμαστε έτοιμοι. Αυτό που συναντάει είναι η λάμψη από την τεράστια πυρκαγιά που ανάβουμε κάπου εκεί στα μέσα του Νοέμβρη. Και μόλις ξεμυτίσει ο πρώτος του μήνας, ξέρει τι θα 'βρει μπροστά του. Εμείς δεν φοβόμαστε τον χειμώνα, στη χώρα μας εξοικειωθήκαμε μαζί του. Έχουμε κι εμείς τις αποθήκες μας γεμάτες. Και δεν είναι ξύλα και κάρβουνα τα υλικά που καίμε, είναι σώματα, καρδιές, ψυχές που λαμπαδιάζουν και φεγγοβολούν στα άκρη της γης. Δεκέμβρηδες δεν μας σκιάζουν πια, το κρύο δεν μας ακουμπάει, το χιόνι δεν παγώνει τις ψυχές και το σώμα μας, γίναμε λαμπάδα, φλόγα φοβερή που θα πυρπολήσει το σύμπαν. Μάθαμε από Νοέμβρηδες, μάθαμε και από Δεκέμβρηδες, μάθαμε και από χειμώνες. Κανείς τους δεν μας νίκησε και κανείς τους δεν μας τρομάζει.
Αλλοίμονο σε σας αφεντικά, ερπετά, φίδια, εξουσιαστές και τρομολάγνοι, πρέπει να τρέμετε, πρέπει να φοβάστε, όχι γιατί έρχεται ο χειμώνας αλλά γιατί θα έρθει η Άνοιξη....

Δευτέρα 10 Νοεμβρίου 2014

Notre vie


(A Veronique, avec toute mon amour)

Sur l'écran de nos vies
les larmes laissent des traces.
Mémoires d'un perdant, une vie sans caresses.
Les champs inexplorés, les images de notre vie,
perdu pendant le film commence sans nous
et continue à l'infini,
sans déesses à satisfaire nos désirs.


En venu de l'inconnu,a la courbe de ma vie,
à remplir avec le parfum de la vie de mes désirs,
a l' ombre et au lumière,
dans la fraîcheur et dans la chaleur,
j' ai rencontré et je l'ai dit, ce que les jeux de la vie ont joué.


Apparition perdu un, une fraîcheur qui reste sur les lèvres,
je t' ai rencontré et je dis
sur la scène de la vie, nous ne sommes pas des étrangers.
aller en photos, heures, mois, moments congelés,
a l'étape de notre vie, tout cela nous unissent!

Σάββατο 8 Νοεμβρίου 2014

Το ζευγάρωμα των άστρων




(Στην Αγγελική για το Συμπόσιο και τον Έρωτα)

Amo ergo sum!!



Στο μαύρο αυτό, του σύμπαντος ατέλειωτο σκοτάδι,
Αυτό που τεράστιες ποσότητες φωτός διαρκώς καταβροχθίζει,
Τις θάβει στον απύθμενο βυθό της άψυχης ζωής του,
Σ’  αυτό τον κόσμο που δεν θέλει να φανεί μα να σε βασανίζει,
Τα  άστρα  ερωτεύονται  και στήνουνε χορό προτού φανούν στη γη!

Στο μαύρο χρώμα τυλίγονται κι ερωτεύονται θεοί, δαίμονες, αερικά
κι ουρές από κομήτες που αόριστα στο χάος του συχνά φεγγοβολάνε,
μαζί με τ’  άστρα τ’  ουρανού πλανεύουνε με ανταύγειες
τους δύστυχους, μικρούς θνητούς που έρωτα ζητάνε,
Να τους θυμίσουν πως αυτά, αιώνια αγαπάνε!

Εκεί στου σκότους τη φεγγοβολιά, στην άρση του θανάτου,
Εκεί θ’  ανέβει η ψυχή, μαλαματένια, πλουμιστή,
Την ώρα που θα ερωτευθεί, να πει στο χάρο γεια σου!

Ο Έρωτας π’  αναζητάς, σ’ ολάκερη τη ζήση,
Είν’ ο καρπός του Αλλουνού, ατέλειωτο μεθύσι,
Είν’  η εικόνα του θεού που στέκεται θωρώντας
Πως τ΄ άβουλα μικρά στοιχειά, πάνω στον πλανήτη που φτιαξε,
ζουν, δήθεν, χαζοπερνώντας.

Κι εκεί ψηλά στη μοναξιά, στο ψύχος του απείρου,
Τ΄άστρα σφιχταγκαλιάζονται, ορίζοντας τα όρια του άπιαστου ονείρου,
Εκεί, ακόμη κι ο θεός, που ζει θλιμμένος και μονάχος,
Εκεί ο Έρωτας ανθεί, μοσχοβολά ο βράχος
π’ όρθιος στέκει, σκυθρωπός, στο χώρο του βωμού σου
να σου θυμίζει διαρκώς, πως η απουσία του Έρωτα,
θαν’ η ώρα του χαμού σου!

Παρασκευή 24 Οκτωβρίου 2014

Ουράνιο


περπάτησα στα χρώματα του ουράνιου τόξου,
έψαξα την πηγή και τον χρυσό που υποσχόταν,
είδα τον θεό να μου φωνάζει με φωνή που βρυχόταν
¨θνητέ βγες από της μοίρας το παιχνίδι", απομονώσου...


πήρα τον δρόμο που πρόσταζε το πορτοκαλί,
γονάτισα στον ναό του ήλιου, προσευχήθηκα
το φως να γίνει πιο ζεστό, η μήτρα που γεννήθηκα
να ξαναδώσει τη φωτιά στο πέτρινο γυαλί....

σκαρφάλωσα, ψηλαφώντας το κίτρινο,
στ΄ αστέρια ύψωσα τη φωνή ικετεύοντάς τα
να κατέβουν πιο χαμηλά, χαϊδεύοντάς τα,
να δώσουν ίσκιο στου ονείρου μου τον κρίνο...

γλύστρησα στο κόκινο, με σπίθες στην καρδιά μου,
αισθάνθηκα τη ρώγα που βύζαξα να με ποτίζει αίμα,
το πρώτο μου νανούρισμα να μου θυμίζει ρέμα
που σάρωνε την ύπαρξη που γέννησε τα παιδιά μου...

και ήρθε το γαλάζιο, απέραντο, αιώνιο,
με πλάνεψε στη θάλασσα του πόθου,
στην έρημο του πόνου, στην ανηφόρα δύσβατου λόφου,
ν΄αγκομαχάς για το άπιαστο, για της αγάπης το τελώνιο...

και τέλος το πράσινο, γήινο, ζωώδες,
με γκρέμισε στο σήμερα, στο γνώριμο, στο σύνηθες,
διέγραψε με μιάς το όνειρο και βροντοφώναξε: "συνήλθες"
πατάς στη γη και βλέπεις αυτό που δεν ζεις, αυτό που πρωτόδες!

σαν περπατάς στου ουρανού το τόξο
τίποτα δεν σου μαρτυρά πως θα βρεθείς απόξω.....

Πέμπτη 23 Οκτωβρίου 2014

Les Métamorphoses du vampire (Charles Beaudelaire)


Οι μεταμορφώσεις του βαμπιρ.
[από τα "καταραμένα" ποιήματα σε ελεύθερη απόδοση]



(αφιερωμένο ήδη και μοναδικά)

Η γυναίκα όμως, με το στόμα της στης φράουλας το χρώμα,
Σπαρταρώντας σαν φίδι σε κάρβουνα, αναμμένα ακόμα,
Χαϊδεύοντας στο στέρνο της τη σιδερένια χτένα,
Άφηνε να γλιστρούν λέξεις ποτισμένες μ’ αρώματα ξένα:
«Εγώ έχω υγρά χείλη και γνωρίζω τον τρόπο
Να χάνεις την παλιά συνείδηση στου κρεβατιού το φόντο.
Στεγνώνω όλα τα δάκρυα στα θριαμβευτικά μου στήθη,
Και κάνω γέρους να γελούν με παιδική καρδιά, βγαίνοντας απ’ τη λήθη,
Αντικαθιστώ, γι αυτούς που με βλέπουν γυμνή και χωρίς τα φτερά,
Το φεγγάρι, τον ήλιο, τον ουρανό και τ’ άστρα ψηλά!
Είμαι, αγαπητέ σοφέ μου, τόσο διδαγμένη στις απολαύσεις
Που στα φοβερά μου μπράτσα, πνίγω άνθρωπο προτού κοιτάξεις,
Ή αφού εγκαταλείψω στις δαγκωματιές σας το στήθος,
Ντροπαλή, ακόλαστη, εύθραυστη, ισχυρή, δίχως ήθος,
Ώστε πάνω στα στρώματα αυτά που λιγοθυμούν όλοι με πάθος
Αδύναμοι άγγελοι θα καταδικαστούν για μένα, για το δικό τους λάθος!»


Όταν αργά μου στέρησε τον μυελό των οστών μου
Κι εγώ έστρεψα σ’ αυτήν, νωχελικά, την κόρη των ματιών μου,
Για να γυρέψω ένα φιλί αγάπης, τίποτα δεν αντίκρισα
Παρά κολλώδη μάγουλα, στο πύο βουτηγμένα!
Στον φοβερό τον τρόμο μου, έκλεισα τα δυο μάτια
Κι όταν ξανά τα άνοιξα, από ζωή γεμάτα,
Στο πλάι μου, ανάσα μου, στης ομορφιάς τη θέση,
Που φάνηκε ν΄ απορροφά του αίματος σταλαγματιά και της ζωής τη ζέστη,
Βρήκα συντρίμμια από σκελετό με τρίξιμο αγέρα
Όπως τ’ ανεμοδείχτη η κραυγή λυσσομανά τη μέρα
Ή η κραυγή ράβδου από σίδερο χαμένης πινακίδας
Που ισορροπεί στον άνεμο άγριας χειμωνιάτικης, νυχτερινής καταιγίδας.

Πέμπτη 16 Οκτωβρίου 2014

Μόνος


Μια πλατεία άδεια,
σκοτεινή, βρώμικη,
απέναντι κάποια φώτα,
ενα μαγαζί άδειο,
οι ψυχές σήμερα δεν εμφανίστηκαν,
σιδερένιες καρέκλες,
'αψυχες, άχρωμες, βουβές,
σιδερένιο τραπέζι,
δυο τρία χαρτάκια επάνω
και ο καπνός που μόλις άφησες,
λάμπες από νέον
αλλάζουν την πραγματικότητα
και από κάτω σου. στο μισό μέτρο,
η λάμπα της μπύρας που φτιαχνει το δικό της μύθο,
χανόμαστε,
φτηνά ξενοδοχεία, έρημες πόρτες,
τζαζ που σιγοπαίζει υμνώντας τον πόνο,
δυο ποτήρια κρασί
και λόγια, λόγια όταν η σιωπή λέει περισσότερα,
η άβυσσος είναι εδώ,
χαμογελά με τρόπο πικρόχολο,
κι απέναντι,
απέναντι ένα ζευγάρι μάτια,
χάνεσαι μέσα τους
όπως και στη ζωή σου.
Τόσο κοντά, μα τόσο μακρυά,
η ψύχρα σε κάνει να σκεφτείς
τους συντρόφους σου,
καπνος και οινόπνευμα,
κι απέναντι δυό μάτια,
δυό μάτια...............

Κυριακή 12 Οκτωβρίου 2014

Εμεις που ζούμε μακριά.


Κι εμεις που ζούμε μακρυά, στους άλλους τους πλανήτες,
εμείς που κάθε πρωϊνό γυρίζουμε αλήτες,
σε ένα σύμπαν που ξερνά φωτιά κι αποκαϊδια,
εμείς που από τη φύση μας αρνούμαστε τα ίδια,



εμείς που σας θυμίζουμε αυτό που αναζητάτε,
στον κόσμο που τσακίσατε, στον κόσμο που πατάτε,
εμείς που δίνουμε ζωή στα τόσα ονειρά σας,
τη σκόνη από τ' άστρα σας, φέρνουμε στην ποδιά σας,


εμείς που τριγυρίζουμε αερικά τα βράδια,
που τη ζωή της μοναξιάς βρίσκουμε στα σκοτάδια,
εμείς που αυγατίσαμε το δάκρυ που σας τρέχει,
που δεν σταθήκαμε ποτέ, με μια ψυχή π' αντέχει,


εμείς σας σαβανώνουμε, ψέλνουμε στα στερνά σας,
φωνάζουμε απ' τα μακρυνά πελάγη στην καρδιά σας,
πως οτι φτιάξατε χωρίς να νοιώσετε τον πόνο,
μαζί σας θα το πάρετε εκεί στον κάτω κόσμο,


πως ότι και να κάνετε, όσο κι αν προσπαθείτε,
ποτέ δεν θα μας νοιώσετε, ποτέ δεν θα βρεθείτε,
εκεί στο άλυκο το φως, στο φως του αποσπερίτη,
στην άνοιξη του σύμπαντος, στο μακρινό μας σπίτι,


ποτέ δεν θα ακούσετε τα σήμαντρα του πλάστη
γιατι σε τούτη τη ζωή γυρίσατε την πλάτη!

Οι Ψυχές των άλλων.


Στα θροΐσματα της νύχτας, στο σφύριγμα του ανέμου, στη δροσιά που νοτίζει τ’ αγριολούλουδα, στο φως της σελήνης, στα σοκάκια με τα φώτα που λαμπυρίζουν με πολύχρωμες ανταύγειες, στα πλακόστρωτα δρομάκια, στις στέγες των σπιτιών, στα χωριάτικα κατώγια, στις λίμνες που ησυχάζουν το βράδυ, στις κορφές των βουνών, στα υπόγεια που μυρίζουν μούχλα, στις πλατείες με τα χιλιάδες πρόσωπα, στο ποτήρι που ξεχειλίζει το νέκταρ της λήθης και της μοναξιάς, στον κόσμο που περιπλανιέται αδιάκοπα μέσα σ’ ένα κατασκότεινο σύμπαν, σε όλα αυτά τα μέρη οι ψυχές στήνουν χορούς, απαγγέλουν ποιήματα, κάνουν πειράγματα η μια στην άλλη, σκαρώνουν φάρσες στους θνητούς και προσπαθούν να θυμηθούν περασμένες ζωές.
Περιμένουν τη σειρά τους, να μετουσιωθούν σε σώμα, να περάσουν από της Λήθης το ποτάμι, να ζήσουν μια νέα περιπέτεια στο σώμα κάποιου θνητού που μόλις γεννιέται και να ξανασυναντήσουν τις άλλες όταν θα εγκαταλείψουν τη φθαρτή ηδονή. Πολλές από αυτές έκαναν αμέτρητα ταξίδια, ξέχασαν πια τις προηγούμενες φορές που βρίσκονταν σ’ αυτόν τον παράξενο κόσμο που μοσχοβολούσε θυμάρι, νυχτολούλουδα και ρόδα. Κάθε φορά αρπάζουν την ευκαιρία να ζήσουν ένα διαφορετικό παιχνίδι. Το παιχνίδι της πίκρας ή της ξεγνοιασιάς. Δεν τις ενδιαφέρει, είναι συνηθισμένες να αλλάζουν ρόλους, τους προκαλεί απίστευτη πρόκληση να βιώσουν το Άλλο, το Διαφορετικό. Αισθάνονται παιχνίδια στα χέρια μιας δύναμης που κινεί τα πάντα, αρέσκονται να γνωρίσουν αυτό που – εκεί κάτω στη γη – λένε Ζωή.
Πάνε κι’ έρχονται, ακούν το κλάμα του μωρού, το θρήνο της απώλειας, τη δυστυχία της απόρριψης, το δράμα της φτώχιας, την αλαζονεία του πλούτου. Ακούν τη Ζωή και απορούν, απορούν με τα συναισθήματα των ανθρώπινων πλασμάτων. Δεν τα δημιουργούν αυτές, δεν έχουν την παραμικρή συμμετοχή, είναι μια δύναμη που τις ξεπερνά. Αφουγκράζονται τους παλμούς του πιο ζωτικού οργάνου και απορούν, τρελαίνονται από τον θόρυβο που κάνει στις στιγμές που λειτουργεί ανεξέλεγκτα, στις στιγμές που δεν χειραγωγείται από αυτές. Καμπάνες κτυπούν το μεταλλικό τους ήχο και μυρώνουν υπάρξεις που αγωνιούν, παλεύουν, σέρνονται ή ξεσηκώνονται, φτύνουν δυστυχία και θλίψη, ευτυχία και μεταλαμπάδευση του πόθου. Είναι εκεί στο υπέρτατο μυστήριο αλλά δεν το χαλιναγωγούν, ξεφεύγει από τις δυνάμεις τους. Ένας άλλος θεός προσβάλλει τα τείχη που έστησαν με την μετακόμιση στις θλιμμένες υπάρξεις. Έχει δύναμη, πολιορκητικές μηχανές, περίπλοκα όπλα και πολλά, μα πάρα πολλά βέλη. Είναι αυτός που θα τις κάνει να μεθύσουν από την κατάκτηση, είναι αυτός που θα τις κάνει να συναντηθούν μέσα στο άπειρο (μερικές φορές ξανά και ξανά). Είναι ο υπέρτατος και πανίσχυρος δαμαστής τους, είναι αυτός που μπορεί να τις εγκλωβίσει σ’ ένα κόσμο όπου το αόρατο γίνεται ορατό, το ανέφικτο εφικτό, η απελπισία ελπίδα, η θλίψη ευτυχία, η μοναξιά συντροφικότητα. Είναι αυτός που δημιούργησε τα πάντα, αυτός που τις ξαναζωντανεύει με το φιλί του. Είναι ο Έρωτας, ο θεός που τις κάνει να ξαναθυμηθούν τη μοναδική και ιδιαίτερη ύπαρξή τους, είναι αυτός που μεσολαβεί για να γνωρίσεις το άγνωστο, για να ξανασυναντήσεις αυτό που σου έλειπε, να ξαναπαίξεις στο λαμπύρισμα των πυγολαμπίδων. Είναι ο θεός που σε καθοδηγεί να γνωρίσεις, να δεις και να σμίξεις, σ’ ένα καμένο τόπο, με τις ψυχές των άλλων.

φοβαμαι


φοβαμαι την ωρα που τα κρίνα θα πνιγούν στην άμμο,
φοβάμαι την κραυγή του ρόδου την ωρα που μαδάει,
φοβάμαι τη στιγμη που το γιασεμί μαραίνεται και σκορπίζει,
φοβάμαι τη νύχτα που το νυχτολούλουδο θα σταματήσει να μοσχοβολά...



Φοβάμαι την ψυχρα της νύχτας που σαρωνει τ' ασύμετρα μέτωπα,
φοβάμαι τον εγκλεισμό στον χώρο του πλήθους,
φοβάμαι την αναβολή της άνοιξης, την ανατολή του πέρατος,
φοβάμαι τη γλώσσα που σκορπά άηχους στοχασμούς,


φοβαμαι τη λύτρωση που θάρθει απρόσμενα για άλλους,
τον ήχο των κυμμάτων που σβήνει στου όνειρου τη φλόγα,
φοβαμαι το πάλκο σε μια έρημη αίθουσα,
φοβάμαι τον ύμνο στο άγνωστο, το αιώνιο, το διαρκές.


Φοβάμαι τη στιγμή που θα βρεθώ μόνος,
φοβάμαι την ώρα της αποστροφής, το κενό βλέμμα,
τον χτύπο του ρολογιού που σημαίνει το τέλος, την αρχή,
φοβάμαι την ερημιά στην ψυχή την ώρα που θα φεύγεις,
το λυκόφως της άδειας μου ζωής,
φοβάμαι τη στιγμή που θα σημάνει το τέλος, την επιστροφή στο άγνωστο.


Φοβάμαι τον άνθρωπο που κρύβω μέσα μου,
φοβάμαι αυτό που δεν ζω, αυτό που χάνεται μέσα από τα χέρια μου,
φοβάμαι, φοβαμαι....το σκοτάδι του φωτός,
φοβάμαι το κενοτάφιο της Ύπαρξης....

Σάββατο 4 Οκτωβρίου 2014

Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο…





Περνάνε οι μέρες, περνάνε τα χρόνια και βρίσκεσαι απ’ έξω. Κοιτάζεις τον κόσμο ν’  αλλάζει και αγνοείς ότι αλλάζεις κι εσύ. Κι έρχεται η στιγμή που ξέρεις ότι κάτι άλλαξε μέσα σου, κάτι διαφορετικό σου έχει προσθέσει μιαν άλλη μυρωδιά, έναν άλλο τρόπο να βαδίζεις, να κρατάς το τσιγάρο, να ζεις μέσα στο ανθρώπινο κοπάδι. Αυτή είναι η στιγμή που αναζητάς τον χαμένο χρόνο, μια στιγμή που το ρολόι σταματάει γιατί δεν υπάρχει πια χρόνος, δεν μπορείς να πας πίσω αλλά δεν μπορείς και να δεις μπροστά. Εκείνη τη στιγμή αρχίζει η πάλη, αδυσώπητη, βίαιη, καταιγιστική. Προσπαθείς να ξαναβρείς τον χρόνο που έχασες αλλά δεν ξέρεις πως, δεν ξέρεις που…
Η πρώτη εντύπωση είναι τα μάτια που βλέπεις μπροστά σου. Δεκάδες ζευγάρια γεμάτα με απορία. Σε πολλά έχει φωλιάσει ο φόβος, σε λίγα η αδιαφορία, σε άλλα η περιέργεια, σε όλα, όμως, το βλέμμα του παιδιού, το βλέμμα του αδύναμου, αυτού που θα πρέπει για οκτώ μήνες να βρίσκεται εκεί, να σε κοιτάζει, να παρακολουθεί τι λες, να είναι σε ετοιμότητα να δεχτεί τον σαρκασμό και τη χλεύη από το στόμα σου. Μάτια που είδαν ήδη πολλά, μάτια που αδυνατούν να ερμηνεύσουν τις ανθρώπινες συγκρούσεις, αδυνατούν να ερμηνεύσουν το παράλογο. Μάτια που αισθάνονται γεμάτα ενοχές γι  αυτά που συνέβησαν μέσα στο σπίτι, στην οικογένεια, στον ευρύτερο κύκλο, μάτια κενά χαμένα στην απεραντοσύνη της απορίας.
Κοινωνικές συγκρούσεις, οικογένεια, θεσμοί, ιστορικές μυθοπλασίες, άγνωστες πτυχές της γνωστής ιστορίας, παραλειπόμενα και πληροφορίες, πολλές πληροφορίες, ένας χρόνος πληροφορίες. Έξω βρέχει, η αυλή γέμισε λάκκους με νερό, σε κάτι τέτοιους λιμνάζουμε όλοι μας αλλά αυτός συνεχίζει να μιλάει. Πρέπει να μιλάει γιατί αλλιώς θα γνωρίσει το αμείλικτο μέλλον του, δεν θα έχει χαμένο χρόνο γιατί θα χαθεί ο ίδιος, θα εξαφανιστεί εξαερωμένος σαν να μην υπήρξε ποτέ. Η βροχή συνεχίζεται, τα μισά μάτια κατέβασαν τα βλέφαρα τους, τράβηξαν τις κουρτίνες στα λόγια, αδιαφορούν για τις πληροφορίες, γνωρίζουν και παίζουν με τον χαμένο χρόνο.
Πρέπει να έχεις πάντα ένα χαμόγελο, όρεξη για λόγια, όρεξη για πληροφορίες. Η ζωή τους εξαρτάται από αυτές. Σκορπίζεις πληροφορίες και θερίζεις άγνοια. Πρέπει να είσαι κοντά τους, να αφεθείς στον χαμένο χρόνο τους, να προσπαθήσεις να τον ξανακερδίσεις. Έχεις μπροστά σου ένα θεόρατο τοίχο και λες ότι δεν μπορείς να τον ξεπεράσεις ποτέ και τότε είναι αυτά τα παιδιά που σου ανοίγουν διόδους, σε βοηθούν να ξεπεράσεις τα εμπόδια, να ζήσεις μαζί τους αυτό που χάνουν, αυτό που δεν θα βρουν. Ψυχές στην άβυσσο, αγνές, αθώες, άβγαλτες – όσο κι αν θέλουν να παραστήσουν κάτι άλλο – είσαι στον θάλαμο και έχεις αμφιβολίες, αναστολές, απορίες, ερωτήματα, μόλις βγεις τα μάτια σε κοιτούν διαφορετικά, άλλα μάτια σε άλλη διάσταση. Πάντως έξω συνεχίζει και βρέχει…
Ώρες ατελείωτες, δύσκολες, εφιαλτικές μερικές φορές ειδικά όταν ο δικός σου χαμένος χρόνος θα συγκρουστεί με τον δικό τους. Ανθρώπινα κλουβιά μεγαλώνουν ανθρώπους χωρίς πρόσωπα, χωρίς χρόνο, τον έχουν ήδη χάσει επειδή έτσι είναι η παράδοση, έτσι είναι κι ο χρόνος που χάθηκε από τους προηγούμενους και από αυτούς που ήταν πριν από αυτούς και πάει λέγοντας. Η βροχή έξω σταμάτησε, αλλάζουν οι εποχές, εμείς δεν αλλάζουμε, έτσι χάνουμε τον λίγο και πολύτιμο χρόνο μας. Τα μάτια συνεχίζουν να έχουν την ίδια απορία, αναρωτιούνται αν είμαι ζώο ή άνθρωπος, θύμα ή θύτης, αυθεντικός ή ψεύτικος… και κάποια στιγμή, μέσα στο χρόνο που χάνεται, σταματάνε όλα. Υπάρχει ένα κομμάτι του χρόνου που μπαίνει μέσα σε αγκύλες, αργότερα αναρωτιέσαι αν υπάρχει ή όχι, αν συνέβη ή ήταν φανταστικό. Ξέρεις, ποτέ δεν θα πάρεις απάντηση επειδή οι αγκύλες είναι κι αυτές μέρος του χαμένου χρόνου και είσαι κι εσύ δημιουργός τους. Είναι οι στιγμές που εκφράζονται τα πιο σπάνια συναισθήματα αλλά και τα πιο αυθεντικά. Είναι ακριβώς η στιγμή που τρέχει ο χρόνος και δεν χάνεται, είναι η ζωή στο μεγαλείο της, είναι τα μάτια που σε κοιτάζουν και σε βλέπουν επειδή είσαι εκεί και είναι κι αυτά. Είναι ο χρόνος που κερδίζεται.
Σύγκρουση, οργή, θυμός, προκατάληψη, κάποιοι επιμένουν ότι αυτά τα μάτια είναι ψεύτικα, έχουν δόλο. Αργά ή γρήγορα θα ανακαλύψεις ότι είναι τα λόγια του χρόνου που χάθηκε, τα λόγια μιας χαμένης ζωής. Σύγκρουση με τα μάτια, μετά στοχάζεσαι, αισθάνεσαι τύψεις, βιώνεις την αδικία, αναγνωρίζεις ότι μπλέχτηκες στα γρανάζια του χρόνου που χάνεται. Παντού υπάρχει αθωότητα κι εσύ βλέπεις το μίσος, παντού υπάρχει το μίσος για τον χαμένο χρόνο, για τις πληροφορίες, για τον εγκλεισμό. Έπρεπε να το είχες καταλάβει, πιάστηκες στα δίχτυα του, στα δίχτυα του χρόνου που δεν κυλάει…χάνεται.
Υπάρχει, όμως, και η αγάπη, αυτή που δεν εξωτερικεύεται επειδή ο εγκλεισμός την απαγορεύει. Αγάπη από τα μάτια που σε κοιτάζουν κατάματα και δεν το κατάλαβες, το προσπέρασες και όταν φτάσει η ώρα θα είναι αργά επειδή άφησες αυτό το συναίσθημα να πνιγεί στον χαμένο χρόνο. Μάτια που λάμπουν, μάτια που σε παρακολουθούν, σε ενσωματώνουν στο δικό τους περιβάλλον, στον χώρο της αληθινής ζωής, του χρόνου που κερδίζεται. Τα περισσότερα είναι θλιμμένα, κουβαλάνε το σταυρό τους, περιμένουν να τους δείξεις πώς να κερδίσουν τον χρόνο τους, πως θα χειραγωγήσουν τους δείκτες του ρολογιού. Εδώ αισθάνεσαι ηττημένος, τα προσπέρασες επειδή έπρεπε να χάσεις το χρόνο σου, επειδή δεν κατάλαβες το δάκρυ που κρυβόταν σ’  αυτά τα μάτια. Ψυχές αμόλυντες, γνήσιες, καθαρές, γενναίες, παραμερίζουν την αδιαφορία σου επειδή ξέρουν ότι κι εσύ είσαι έγκλειστος, κι εσύ δουλεύεις για τον χαμένο χρόνο. Όταν θα αποκαλυφτούν θα είναι συγκλονιστικά, θα παλεύεις συνεχώς μέσα σου με αυτά τα μάτια, θα τα κουβαλάς μαζί σου, θα είναι αυτό που κέρδισες από τον χρόνο που χάνεται. Θα είναι ο ξανακερδισμένος χρόνος σου, η συντριβή της απάθειας, της πληροφορίας, της νόρμας, της εγκιβωτισμένης ζωής. Θα είναι το συγγνώμη απέναντι στην αθωότητα, απέναντι στην καθημερινή μιζέρια. Θα είναι ο τελικός θρίαμβος απέναντι στον χρόνο που χάσαμε, θα είσαι εσύ κι εγώ μαζί στον αγώνα για να ξανακερδίσουμε τη ζωή μας….

Τετάρτη 1 Οκτωβρίου 2014

Το φιλί που δεν θα έρθει ποτέ.


Τα πεύκα έπαιζαν με τις βελόνες τους
στο φως του μισοφέγγαρου,
οι λεύκες κούναγαν τα φύλλα τους
λίγο πριν τα θυσιάσουν στο χειμώνα,
γρασίδι είχε φυτρώσει σε μερικές κόγχες
των πανάρχαιων μαρμάρων
που κείτονταν πεσμένα, νεκρά από καιρό,
αντικείμενο θαυμασμού των ζώντων
προς τον θάνατο.
Οι φιλύρες σιγοτραγούδαγαν τον ύμνο του πάνα
οταν πήγαινε να τρυγήσει καρπούς και πνεύματα,
τα σκαλοπάτια ανέβαιναν ανάμεσα σε σπίτια
μιας άλλης εποχής,
και ανέβαιναν και ανέβαιναν...
πέτρινοι πάγκοι,παγωμένες ψυχές,
περίμεναν τη ζέστη μιας καρδιάς που φλέγεται,
σήμερα, όμως, θα περίμεναν για πολύ....
Κάθισες και στοχάστηκες το άπειρο,
τη θέαση του αθέατου, τη συντροφιά της λήθης,
αναρωτήθηκες για την Ύπαρξη και για τα ελαττώματά της,
σκέφτηκες πως έχασες τον δρόμο της ζωής.
Στοχάστηκες τον έρωτα κοιτάζοντας τα φώτα της πόλης,
είδες χιλιάδες απρόσωπα πρόσωπα,
ένοιωσες την οδύνη μιας μοναξιάς που σε πλημμύριζε,
που ερχόταν κατά κύμματα, ριπές του ασυνείδητου.
Ήσουν εκεί μόνος παρά την παρουσία δίπλα σου,
ήταν η ώρα που τολμούσες το άλμα στο άγνωστο,
μόνος, απόκληρος από ένα κόσμο που σου είναι άγνωστος,
αισθάνθηκες την παγωνιά της νύχτας, την παγωνιά στην ψυχή της,
περίμενες τη ζεστασιά της ψυχής, τον ύμνο του έρωτα,
περίμενες το φιλί που δεν ήρθε.....
είσαι εκεί και θα μείνεις εκεί,
ο καθένας παίρνει από τη ζωή αυτό που του αξίζει,
εσύ θα περιμένεις εκεί την κατανόηση, την ζέστη μιας καρδιάς
που πάλεται σε μοναδικούς ρυθμούς,
θα μείνεις εκεί και θα περιμένεις το φιλί που δεν θα έρθει ποτέ...

Δευτέρα 29 Σεπτεμβρίου 2014

Ενα κομμάτι πέτρα.


[στην Πέτρα - τι ειρωνία κι αυτή - με όλη μου την αγάπη]

Κρατάς ένα κομμάτι κάρβουνο,
έχει πάνω του τον ιδρώτα εκατοντάδων δυστυχισμένων,
τον κόπο και το λαχάνιασμα μαύρων ψυχών,
σκάβουν, σκάβουν βαθιά, είναι μέσα στη γη,
ακουν τον πόνο της
εκει που σκαλίζουν το κορμί της, τη ματώνουν
για μια ματαιοδοξία του πλάσματος που ποθεί τα πάντα,
ιδρώτας, κόπος, πόνος, σκόνη
τα πνεμόνια γεμάτα χώμα,
χώμα που άλλους σκοτώνει και άλλους πλουτίζει,
το κοιτάς και λες: "θέε μου πόσα χρόνια;",
πόσα χρόνια η μάνα κλώσαγε το μοναδικό,
ανυπέρβλητο μωρό της,
πόσο καιρό για να πήξει το αίμα της, να γίνει πέτρα,
μαύρο κάρβουνο απέξω και γυαλιστερό κρύσταλλο μέσα.
Το κρατάς και γνωρίζεις ότι από τα ματωμένα χέρια
πήγε στις μηχανές, πήγε στο δημιούργημα του ανθρώπου
αυτό που το έσφιξε, του έκοψε την ανάσα κι άρχισε,
άρχισε τη χειρουργική επέμβαση,
φλούδες απ' το δέρμα του, κομμάτια από τον εαυτό του,
αυτά που ποτίστηκαν με ιδρώτα,
αποχωρίζονται το σώμα του, φεύγουν σιωπηλά,
κόβονται και γίνονται φτιασίδια για τον πόθο,
κι αυτό υπομένει, υπομένει τον μοναχικό πόνο του,
τον πόνο της αποκάλυψης της ασύγκριτης καθαρότητας,
της ψεύτικης ομορφιάς, της άκοπης δημιουργίας.
Τα δάκρυα σταμάτησαν, ορφάνεψε,
το βίασαν, το αφαίρεσαν από τη μήτρα που τρέφει όλους μας,
το έφεραν σ΄ ένα ψεύτικο κόσμο,
το έσφιξαν σε ένα μέταλλο,
κι αυτό αποτέλεσμα ιδρώτα, κόπου κι άγριας μεταχείρισης
της μάνας-γης.
Ξέρει τη μοίρα του, κάποιο δάκτυλο, κάποιο χέρι,
σε στιγμές απληστίας που άλλοι ονομάζουν συναίσθημα
θα κυκλοφορεί νύχτες για να το περιεργάζονται
ανθρώπινα μάτια που δεν γνώρισαν τα σπλάχνα που το γέννησαν,
θα γίνεται αντκείμενο συζήτησης, ονείρων, ψεύτικης ευτυχίας
και ποτέ, μα ποτέ
κανείς δεν θα γνωρίσει την πραγματική του αξία.
Την αξία αυτού που κρύβει μέσα του, αυτού που πραγματικά
θαμπώνει τον απλό άνθρωπο, την αγνή ψυχή,
την αξία του ακατέργαστου διαμαντιού!
Να βλέπεις το κάρβουνο απέξω και το διαμάντι μέσα!

Τρίτη 23 Σεπτεμβρίου 2014

Το πιο όμορφο ποίημα


Στο χαρτί γράφεις λέξεις, λέξεις για άλλους,
Έτσι το πιο όμορφο ποίημα θα είναι γι άλλους,
θα ‘ναι γι αυτούς που είναι απέναντι
αυτούς που ζουν τη ζωή τους, χωρίς ζωή.
Πήρα χώμα κι έπλασα σώμα,
Του έβαλα, φυσώντας, ψυχή
Δεν σκέφτηκα, όμως, την καρδιά,
Πάλεψα με ιστούς, φλέβες κι αρτηρίες.



Έφτιαξα ένα τέλειο όργανο,
Οι παλμοί του γκρεμίζουν κάστρα,
Διώχνουν σύννεφα, βροντές κι αστραπές,
Ανεβαίνει ανηφόρες χωρίς ανάσα,
Πιστεύει πως ανήκει σε μένα,
Ψηλά στα ουράνια, προσπαθεί ν’ αγγίξει τ΄άστρα
(της είναι τόσο γνώριμα).
Αίμα, αίμα παντού, ροή αίματος,
Μυρωδιά αίματος, ασταμάτητα χτυπάει.
Τη ζωγραφίζουν στους τοίχους, σε χαρτιά,
Της στήνουνε αψίδες, ορκίζονται στ΄ όνομά της,
Περιδιαβαίνουν στα περιβόλια και τρυγούν τους καρπούς της
Αλλά δεν γνωρίζουν…..


Είναι εύθραυστη, σπάει σε χίλια κομμάτια,
Όταν σας χώρισα πήρα κάτι κι από τους δύο σας,
Ένα κομμάτι εδώ, ένα εκεί,
Αν συναντηθούν, αν το έχω προβλέψει,
Θα έρθουν σε μένα, η αγκαλιά τους θα σταματήσει τη ροή
Του αίματος.
Αν δεν βρεθούν ή, αν συναντηθούν αλλά
Παραμείνουν χωριστά,
Η αιμορραγία θα πλημμυρίσει το σύμπαν,
Θα τσαλαπατηθούν, θα περπατήσουν πολλοί
Πάνω στο αίμα, κι αυτό θα μαζέψει τ’ αποτύπωμα
Από τα πόδια που το περιφρονούν,
Από το εφήμερο, το ευκαιριακό, το ανείπωτο.
Θα ζουν για πάντα ζωντανοί-νεκροί, απόκληροι του παράδεισου,
Ποτέ δεν θ’ αγγίξουν τ’ άστρα, ποτέ δεν θα δουν την αυγή.
Ποτέ δεν θα νοιώσουν τον κορεσμό της αγάπης,
Τον παλμό που τους δίνει ο έρωτας.


Το πιο όμορφο ποίημα γράφεται για άλλους,
Αλλά εγώ δημιούργησα την καρδιά,
Απ’ αυτή ζείτε, μ’ αυτήν αναπνέετε.
Αν πρόβλεψα να συναντηθείτε, δεν θα χωρίσετε ποτέ!

Κυριακή 21 Σεπτεμβρίου 2014

Γυναίκα





Άνοιξε  τα μάτια και σε κοίταξε,
Χάθηκες στην κόρη των ματιών,
Θυμήθηκες χρόνια στοργής, χρόνια περασμένα,
Θυμήθηκες το θυμάρι πως μύριζε στους άγριους βράχους,
Το τσαμπί με το σταφύλι που ξεγύμνωνες σιγά-σιγά,
Τους πρώτους ήχους της καρδιάς σου
(τότε που για πρώτη φορά τους άκουσες),
Θυμήθηκες το ραντεβού που είχε ο ήλιος που δύει με το φεγγάρι,
Ξανάνιωσες την αρμύρα των κυμάτων στην πρώτη σου επαφή με τη θάλασσα,
Την πρώτη σου έκσταση μπροστά σε ήχους που λάτρεψες,
Τα πρώτα βήματα στον κόσμο!

Ακούμπησες τα χείλη της,
Αισθάνθηκες τη ζήλεια των θεών,
Το απάνεμο λιμάνι όπου έδεσες τη ψυχή σου,
Το λατομείο των ψυχών που σκάλιζαν την πέτρα
Γιατί δεν πρόλαβαν,
Είδες τα σύννεφα να φορούν τα γιορτινά τους,
Τα δέντρα να βλασταίνουν πιο γρήγορα,
Είδες τα άνθη μεσ’  το καταχείμωνο,
Τη γη να βράζει, το σώμα της να γεννοβολά πύρινα ποτάμια,
Θυμήθηκες  τις πρώτες ώρες μιας ατέλειωτης αγωνίας
Σε μια ζωή δίχως νόημα, δίχως τέλος.
Ξεπέρασες το άπειρο επειδή είχε όρια
Κι αυτά σέρνονταν στη μοναξιά του σύμπαντος.

Χάιδεψες το κορμί της,
Ήσουν  ο νικητής στην πάλη με τον θάνατο,
Το στόμα σου πλημμύρισε αίμα, αισθάνθηκες τη γεύση του
Αλλά και τη γλυκύτητα των ορφανών ματιών,
Η επαφή σού στέρησε τον Λόγο,
Αλλά τι, σ’  αυτόν τον κόσμο είναι λογικό,
Μίλησες με τα’  άστρα, με την Ανάγκη που προκαθόρισε τη μοίρα τους,
Οι Μοίρες έστηναν χορό γύρω από το σώμα σου,
Πάλευαν να σε αποσπάσουν από το ανήκουστο,
Το απαγορευμένο, το μιαρό.
Που ακούστηκε ο άνθρωπος να ξεπερνά σε ευτυχία τους θεούς;
Γονάτισες μαζί της, δεν μίλαγες, έψελνες,
Ψαλμούς στο Ασυνείδητο, στο Άδυτο, στο φευγαλέο πέρασμα της Ζωής,
Ήσουν εκεί, τη στιγμή της κοσμογονίας,
Είδες τους κύκλωπες, τους τιτάνες, τους εκατόγχειρες,
Αλλά ήσουν πιο δυνατός, δεν φοβήθηκες,
Είχες το σώμα της στα χέρια σου,
Τα χείλη της στα δικά σου,
Ήσουν εκεί, πρωτόπλαστος μαζί με τη Γυναίκα!