Πέμπτη 24 Δεκεμβρίου 2020

ΦΑΤΝΗ

 

 

 

 


 


 

Σε φάτνη όσοι γεννηθούν,

σ’  αυτόν τον κόσμο θα πορευθούν

αθώοι κι άσπιλοι, εχθροί και φίλοι,

μητέρας γάλα θάχουν στα χείλη.

 

Στης φάτνης το σπήλαιο, σ’ άστρων το φως

άνθρωποι θα’ναι κι όχι θεός,

ανέστιοι, πρόσφυγες , ξεριζωμένοι,

άστεγοι, πένητες και κολασμένοι,

άρρωστοι, γέροντες, παιδιά δαρμένα

άτομα απρόσωπα, κυνηγημένα,

γιατί της φάτνης μοναδικός

ένας στο σύμπαν ειν’ ο σκοπός,

κατατρεγμός, κρύο , βροχή

σ’  ανάσες ζώων η θαλπωρή,

 

με κάθε άνθρωπο συναλλαγή,

ελπίδα, θάρρος, ζωή απλή

τρανή να γίνει, στεντόρεια φωνή:

 

λύτρωση τώρα για τον φτωχό,

φως για τον πλάνητα χωρίς σκοπό,

αλάτι της γης, έρμη αγάπη

γιατί είσαι απλός, είσαι απ’ τη φάτνη,

απλού τεχνίτη ο μαθητής,

πλάθεις την ύλη, είσαι κριτής…

 

τ’  αστέρια πλανεύουν μα δεν  οδηγούν

εκεί στη φάτνη και στην κοπριά

με μάτια που αιώνια γελούν κι απορούν

θωρείς τριγύρω απανθρωπιά,

κακία και οργή σ’ όσους μισούν,

απληστία, φθόνος  και αρπαγή,

για πρωτεία και κάλλη αναμονή,

 

εκεί στη φάτνη αν γεννηθείς,

στου κόσμου το δάκρυ κουβαλητής

το ξέρεις πως για κάθε μία πληγή

το ίαμα θάσαι σε κάθε στιγμή

εκεί στο λίκνο τ’ ανθρώπου πάνω

με χώμα και δάκρυ εγώ σε πλάθω,

δάσκαλος δεν είσαι μα μαθητής

για κάθε σκλάβο οδηγητής,

 

πατέρα, μητέρα έχεις κι εσύ

θα πονέσουν, θα κλάψουν κάθε στιγμή

με ύστατο πόνο, με θεία οργή

γιατί ξέρουν

πως ήρθες κι εσύ μεσ’ τις οδύνες του τοκετού

τις άγριες ώρες του φονικού,

μοίρα κοινή,

σ’ ενώνει εδώ πέρα με κάθε ζωή,

 

αγώνας, ιδρώτας, αίμα, χολή,

το ξύδι πίνεις να σβήσεις τη δίψα

αυτή που ανοίγει η κάθε πληγή

γιατί  τριγύρω το ακατανόητο,

με τ’ άδικο κυριαρχεί,

 

εσύ που γεννήθηκες εδώ

πατέρα ποτέ δεν είχες θεό,

γονείς σου θα γίνουν τα όπλα εκείνα

ρομφαία και δόρυ, μπαρούτι και σφήνα

ψηλά να σηκώσεις τ’  ονείρου αχλή

γιατί  στην εικόνα σου ελπίζει η ψυχή,

αυτή π’ αθάνατη τροφοδοτεί

στη σκέψη του δούλου πάντα οργή,

 

εσείς που σε φάτνη θα γεννηθείτε,

εκεί θα ζήσετε και θ’ αντρωθείτε

μέσα σας πάντοτε γινετ’ αρχή

η μία και μόνη  ορθή διδαχή:

πως χωρίς αγώνα, χωρίς ιδρώτα,

μ’ ανάσα καυτή

αν το τέρας δεν πνίξετε τ’ εκμεταλλευτή,

όποιος σε φάτνη θα γεννηθεί

κι έρχεται εδώ, αν δεν λυτρωθεί

θα βασανιστεί, θα λοιδορηθεί,

αντικείμενο θα’ γίνει κι όχι ορμή,

αυτός που μένει πάντα στην άκρη,

αυτός που  νίπτεται  με ξένο δάκρυ,

αυτός που διαρκώς σ’ άλλους αφήνει

την ουράνια και γήινη αψιά σαγήνη,

αυτός για πάντα δούλος θα μένει

και δε θα σωθεί

γιατί στη φάτνη γεννιέται, ζει και προσμένει

την ύστατη εκείνη, άγρια στιγμή

 που στη ζωή θα σταυρωθεί!

Παρασκευή 18 Δεκεμβρίου 2020

ΠΟΝΟΣ

 

 


 

 

 

Βλέπω τον πόνο να κάνει βόλτα

άγρια μεσάνυχτα, σε κάθε πόρτα,

σ’ αυλές, σε σπίτια και σε σταθμούς,

μεσ’ σε πλατείες, συνοικισμούς,

 

ήταν μονάχος και θλιβερός,

έρμος, σακάτης, άγνωστης γιός,

φορούσε ρούχα κουρελιασμένα

από τους αστέγους τάχε κλεμμένα,

 

άδεια μπουκάλα σφιχτά κρατούσε

μέσα στη μέθη του παραμιλούσε,

τσιγάρο ζήταγε με άδειο χέρι

σκυμμένος ήτανε,  της θλίψης ταίρι,

 

είδα τον πόνο να περπατάει,

βαρύ το βήμα, σιγοσφυράει

ρυθμούς αλλόκοτους και ξεχασμένους

μεσ’  στην ψυχή μας φυλακισμένους,,

 

τριγύρω  λίγα απομεινάρια,

παλιά συντρίμια μιας ζήσης άδειας,

σάπια  σκουπίδια, σκουριά και βρώμα

με περιττώματα  στρώμα το χώμα

 

κι εκείνος γύριζε, που να πηγαίνει,

ποιος νάναι ο στόχος του,

ποια ειμαρμένη,

σε ποιο σημείο νάναι το πέρας

του ταξιδιού του, τρανής φοβέρας;

 

Είδα τον πόνο να τριγυρνάει,

χολή σκορπούσε, αίμα ζητάει,

μέσα στο άγριο ανεμοβρόχι

τον είδα μόνο του ν’  απλώνει απόχη

 

θνητούς για θύματα είχε δολώσει

ψυχές εψάρευε μ’  άγρια όψη

σιγοσεργιάνιζε σε μέρη ίδια

παρέα έψαχνε, λερά στρωσίδια,

 

άλυκο βλέμμα είχε φορτώσει,

ανθρώπους πλάνευε κι είχε σαρώσει

με ένα του βλέμμα την οικουμένη,

ένα βασίλειο, απέραντη έκταση

κυριευμένη,

 

είδα τον πόνο ν’  αχνογελάει

για κάθε έναν που ξεψυχάει,

για το παιδί που λιμοκτονεί,

για τη μητέρα που προσκαλεί

τον χάρο νάρθει να τους λυτρώσει

από του πόνου την άγρια βρώση,

 

είδα να στέκεται στα κυπαρίσσια

ν’ ακούει «οπλίσατε», «πυρ», μπρος στα ίσια,

τον είδα σύννεφο ν’  αργοδιαβαίνει

πεδία μάχης νεκροσκαμένης,

τον είδα μέσα στο άγριο βλέμμα

εκείνου που άπληστα πίνει το αίμα

φτωχών, αθώων κι αδικημένων

όλης της γης των κολασμένων,

 

ολέθρου άγγελος μαύρες φτερούγες,

θώρακα, λοφίο, περικνημίδες,

την πλάση στόχευε από ψηλά

χιλιάδες θύματα για τραχηλιά,

μ’  οδύνης βλήματα πυροβολούσε,

στόχο δεν έχανε όπου βαρούσε,

σωροί από κάτω οι πεθαμένοι

στου πόνου μνήματα, πάντα χωμένοι…

 

Είδα τον πόνο ν’  αργοκοιτάει

καινούργιο θύμα ν’  αναζητάει,

μέσα στο όραμα πού ‘ταν χαμένος

του σιγοσφύριξα χαράς επαίνους,

είδα που γύρισε απορημένος

και μονολόγησε «ποιος ο χαμένος;»,

 

εκεί στην άκρη του δειλινού,

στην αύρα του άοκνου του πρωινού,

και στου μεσημεριού τα κάλλη

του ξανασφύριξα μ’  αδρή αγκάλη:

«άσε τον κόσμο κι έλα σε μένα

όλα ετούτα είναι πλασμένα

να μη γυρίσεις ποτέ σελίδα,

μην αντικρίσεις όσα κι αν είδα,

μην ησυχάσεις, νόστο μη βρεις,

να τριγυρνάς για να κρυφτείς,

 

παιδιού χαμόγελο μην αντικρίσεις,

αγάπη, έρωτα, να λησμονήσεις,

μητέρας χάδι, στοργή πατέρα

να μη γνωρίσεις καμία μέρα,

δεν εισ’  αθάνατος, είσαι νεκρός

γι αυτό γυρίζεις, μισείς το φως,

μα ξαστοχάσου, παρατησέ τα,

αυτά κι ετούτα δεν θαν’ μπλεγμένα

σ’ ένα ατέρμονο, θολό κουβάρι

δεν θάσαι ζώο νάχεις σαμάρι,

 

πόνε του είπα, άλλαξε ρότα,

κοίτα τον άνθρωπο κι αν θέλεις ρώτα,

τι του εχάρισες, τι του θυμίζεις

γιατί στον ύπνο του τού ψιθυρίζεις,

πόνε του είπα, δεν είν’  για σένα

‘όλα της φύσης τα καμωμένα,

Παρατησέ τα κι έλα ευθύς

στην αγκαλιά μου για να χωθείς!

 

Πόνε μη σκιάζεσαι και μη φοβάσαι

άσε τον πόνο, παναθεμά σε,

άλλος καρπώνεται ό,τι ορίζεις,

ό,τι σκορπάς κι ό,τι καρπίζεις!

Πόνε παράτα πια τη δουλειά σου,

όποια κι αν είναι τ’ αφεντικά σου,

πόνε στον κόσμο τον πόνο φέρνει

μόνο ο άνθρωπος … κι αυτός ασθμαίνει!»

 

 

 

 

Κυριακή 13 Δεκεμβρίου 2020

ΠΕΤΡΑ

 

 


 

 

Πέτρα, ακατέργαστη πληγή,

πέτρα γεμάτη με ρωγμές

ριγμένη  σε βάθη ανήλιαγα

θολών νερών τις στροφιλιές,

στου πέλαγου το κύμα

αναμετράς στιγμές μουσών,

έρμη, φτωχή, πολύπειρη,

 εστία μαγισσών,

 

τριφύλλι και αγράμπελη και σκίνο και θυμάρι,

το κλάμα της που έχασε το έχει για καμάρι,

τ’ αυλακωμένο πρόσωπο γεμίζουνε λειχήνες,

βότσαλα , αρμύρα η τροφή κι αμμουδερά κοχύλια,

φωνή στα σύμπαντα αντηχεί σε παγωμένους μήνες

 

στο φως του φεγγαριού 

αλλοπαρμένη, αιώνια κατάρα,

δικά της ουρλιαχτά, κραυγές,

 βουή κι αντάρα

τρέμει το σεληνόφως,

τρέμει ο βοριάς που προσκυνά

έρμους  ονειροπαρμένους

της γης τα ορφανά,

 

γη, χώρα ξενιτιάς, κορφολογάς γεράνι

μοσχολεμονιά, αγριελιά, μνήματα και σταυρούς,

σταυρούς φωλιές στα ξωτικά, στ’ ατίθασο κοπάδι,

σ’ υπόγεια νερά, στα σωθικά, φιλεύονται νεκροί,

 

πέτρα ριγμένη στα νερά, βάρδια ναυτών,

λοστρόμων, ναυτικών κι απέλπιδων σωρός,

πέτρα άγονη, ανεμοδαρμένη, πληγές γεμάτη,

βαριά μέταλλα σου κάρφωσαν,

παντοτινά  αντικριστά για σένα ο καιρός,

 

βαρύς θυμός, ίδρος σκιών, αίμα μορφών

χαρακωμένων, σταυρωμένων, αιώνια διωγμένων

ονειροπόλων παιδιών μιας πανσπερμίας άστρων

περιπλανώμενων και με τη γη  ερωτευμένων,

 

βράχος αδάμαστος, βράχος άκαρπος, στείρος,

βράχος ποτισμένος με οργή κι ελπίδα, ορφανός,

βράχος αετοφωλιά, τ’ αντάρτη μετερίζι,

βράχος που δεν τον πρόδωσε, βράχος που τον στηρίζει

 

στο μοναχό του όνειρο, στην κούφια του ελπίδα,

με ρόδα, φραγκοστάφυλα, τύλιξε με φροντίδα,

χωρίς λούστρο, μ’ ασθμαίνουσα τη χόβολη,

με δίκοπη, απαστράπτουσα και κοφτερή λεπίδα

 

χώρο λατρείας έφτιαξε σε ξέχερσο αλώνι

μη μείνουνε δίχως σκεπή, ποτέ οι νεκροί της μόνοι,

δίχως ψαλτάδες, κληρικούς, δίχως και θυμιατήρια,

με το αίμα της να κοινωνούν τα άχραντα μυστήρια

 

αυτός ο βράχος στέριωσε

μ’ ακλόνητα θεμέλια

ποτίζει με υδρόμελο

ξεσηκωμένα ασκέρια,

 

ο βράχος πια δε σκιάζεται,

τέρατα δε λογάει,

στην άβυσσο ορθώνεται

στο χάος δεν λυγάει,

 

μονάχος μεσ’  την ερημιά,

τους ρύπους των ανθρώπων

σκορπίζει νάρθει ξαστεριά

λευτέρωμα των τόπων….