Σάββατο 10 Αυγούστου 2019

ΖΩΗ










Τι ειν’ αυτό που με ματιά θλιμμένη, βλοσυρή,
κοιτάζεις μεσ’ το πέλαγος μιας θάλασσας χαμένης
που πνίγει τις λαχτάρες της στου απείρου τη σιγή,
χρόνια και χρόνια ανέπαφη οργής καταραμένης
να μην μπορεί να σηκωθεί την πλάση για να δει;

Στοχάζεσαι το άπειρο που θρέφει τη πληγή
μιας ιστορίας αλλόκοτης, θολής και μαραμένης
που χείλια ανθρώπινα, στεγνά, σκάρωσαν μια στιγμή,
τριγύρω πέφτουν είδωλα ζωής καθημαγμένης
και τα ουράνια φλέγονται στ’ Αφέντη τη σιωπή!

Πες μας  ποιος είσαι, που γυρνάς, τι τάχατες γυρεύεις,
τι σού’ μεινε απ’ το διαρκές ταξίδι του χαμού,
πες μου ποιον τάχα ευλόγησες, για ποιον σκοπούς θηρεύεις
στην άγρια καταχανιά του μοχθηρού θεού;
το σκαλοπάτι δεν θωρείς και δεν καταλαβαίνεις

μα στέκεσαι σαν πλουμιστή νεράιδα στη βροχή,
στ’ ανήλιαγα σοκάκια του ο Χρόνος ταξιδεύει
αφήνοντας μας άφωνους στην τόση σαλαγή,
το Θαύμα περιμένοντας, αυτό που περισσεύει
μεσ’ του απόλιδα θνητού την αθάνατη ψυχή.

Κοιτάζεις μεσ’ το άπειρο και σου μιλούν λουλούδια,
τ’ άστρα θα σε φιλέψουνε δική τους θαλπωρή,
ακούς από τόσα παιδιά φωνούλες στα τραγούδια
που ψέλνουν για τους άγγελους που κατοικούν στη γη,

πάνω στα χείλη νοιώθουμε την πάχνη της ζωής,
μπροστά τραβούμε κι’ έρχονται βάσανα και καημοί,
δική σπορά αφήσαμε στον κόσμο να καρπίσει
και μέσα της χωρέσαμε μία μικρή κραυγή,

δεν είναι η αιφνίδια στροφή που’ ξαφνα  συναντούμε
μέσα στ’ αγέρα την πνοή που θέλαμε διαρκή,
δεν είν’ του ονείρου το φιλί, υγρό στο μέτωπό μας
είναι που πρώτη μας φορά νοιώθουμε τη ζωή!

Και σ’ όλ’  αυτά που τάχατες αδιάφοροι θωρούμε,
στους κάμπους τόσων ουρλιαχτών σφάγια των  πολέμων
σιγά-σιγά αναδύονται θεσπέσιες μορφές,
ειν’ οι ψυχές που συναντούν την αύρα των ανέμων
και στων βουνών θρονιάζονται, τις απάτητες κορφές,

Τι κι αν επιβιώνουμε σε μια τρελή πορεία,
μεσ’ στον αιώνα αλλαγών και αυτοματισμού,
θάρθουμε και θα φύγουμε σε κάτασπρα φορεία
μα μέσα μας δεν θάχουμε πίκρα αποχωρισμού,

μαζί, χάρη μας κάνανε τα ξωτικά ‘κει πάνω,
μαζί να κουβαλήσουμε τις πιο γλυκές στιγμές,
αντίβαρα στη γήινη έλξη που πάντοτε μας θέλει
σκυμμένους  να παλεύουμε σε μέρες θλιβερές,

κι έτσι ανηφορίζοντας παρθένα μονοπάτια,
από ψηλ’ αντικρίζουμε του κόσμου τη θαμπή
εικόνα που μας έλεγε στα πρότερα και πάντα
πως τάχα αιώνιος θάνατος ειν’ η αιώνια ζωή!



Τετάρτη 5 Ιουνίου 2019

ΤΑΞΙΔΙ






Φορτώσαμε στην πρύμνη μας λάμπες ασετιλίνης,
μικρά σκαριά, πολύχρονα, με διπλές υποδοχές,
κουπί-κουπί κι αλάργα ρίξαμε τις πρώτες μας συρτές
το πυροφάνι θέλει υπομονή , ψυχή, πόνο κι ελπίδα,
πιστέψαμε πως θάχαμε πολύ καλές ψαριές,

πάνω στο πελαγίσιο πλαίσιο τρεμόσβηναν ανταύγειες
από τις λάμπες που'παιζαν αγέροχα στητές,
από ψηλά θωρούσαμε στις αχανείς σπηλιές
την κίνηση μονόφτερων, αργυροπλουμιστών πλασμάτων
εκείνων που στ' ανήλιαγα κι απρόσιτα τα βάθη
ζούσαν δικές τους ξέγνοιαστες κι ελεύθερες ζωές,

με καρτερία κ' έπαρση δολώναμε τ' αγκίστρια,
δίχτυα πολύμακρα, στενόπλεκτα με βάρη και στριφτές,
μικρές και φωσφορίζουσες στη νύκτα, σημαδούρες
που από ψηλά στραφτάλιζαν σαν τις κωλοφωτιές,
πέρναγ΄ η ώρα, τα λεπτά, μα ο χρόνος σταματούσε
στην άπληστη λαχτάρα μας ν' αρπάξουμε ζωές,

μ' άγρια χαρά ορμήξαμε στη θάλασσα τη μαύρη,
κουρσάροι σε μικρές και συνεχείς τριβές
ρεσάλτο κάναμ' άφοβα στου χρόνου τις λαβές,
τίποτα δεν μας έσκιαζε, τίποτα δεν μας κρατούσε
ν΄ αλώσουμε με το πάθος μας πόλεις θαλασσινές.

Μα εκεί κάπου μας πρόφτασε ανάποδο μπουρίνι,
τα παραγάδια κόπηκαν, χάθηκαν οι συρτές.
οι λάμπες ξέπνοες, λυτές, πια δεν μας οδηγούσαν
τα δίχτυα σμπαραλιάστηκαν, μας έκαναν πληγές
σκληρό πολύ το μάζεμα, πλάνεμα το στραπάτσο
ίσα που στέκαμε ορθοί στ' ανέμου τις ριπές,
το κύμα μας ψιθύρισε γρήγορα να στραφούμε
σ' όποιο μουράγιο άνοιγε πρόσκαιρες αγκαλιές,

κάτω ρίξαμε τα πλεχτά κι όλα τ' απομεινάρια,
έρμα πικρό στις βάρκες μας μη μείνουν μισερές,
οι λάμπες σβήσανε κι αυτές, η σκέψη θολερή,
βαριά καρδιά μας τράβαγε στις πρώτες μας ευχές
μαύρα λαγκάδια στην ψυχή, στο νου μας συμφορές
γιατί απ' το ταξίδι μας τίποτα δεν θα μείνει,
τίποτα για να ζήσουνε οι επόμενες γενιές....



Δευτέρα 18 Μαρτίου 2019

ΘΡΗΝΟΣ





μου λες ο θεός σου σε στέλνει αυγή,
μου λες η φυλή σου ορίζει το μέλλον,
όμως η δική σου ιστορία ξεκινά με σφαγή
γιατί έτσι σε 'θέλαν και θέλουν, αφέντη στη γη,
πυροβόλα και σφαίρες ζωντανεύουν το μίσος,
της καρδιάς σου οι χτύποι είναι πιο δυνατοί,
εσύ ήρθες στον κόσμο όχι ίσος προς ίσο
μα κυρίαρχος να'σαι λεηλατώντας τη γη,
ο αμνός που σε στέλνει δε διδάσκει την έχθρα,
ο θεός δεν κρατάει μπογιές για να βάψει λαούς,
αν σε κάτι πιστεύει είναι μόνο η αγάπη,
αν σε δίδαξε κάτι, να βοηθάς τους φτωχούς,
έχεις μάτια βαμμένα σαν φωτιές κολασμένες,
έχεις όψη θηρίου που οργώνει πλαγιές,
είσαι πλάσμα φτιαγμένο στα σκοτάδια του χάους,
είσαι κτήνος που χορταίνει μοναχά με σφαγές,
είσαι μόνος, μικρός, έν' ασήμαντο σχήμα
στην πανώρια ουράνια του φωτός τη ροή,
είσαι εκείνος που ζητάς να γεννήσεις το φίδι
λες και θάρθει μετά η παγκόσμια αλλαγή,
κι όμως εκεί, μέσ' τα έρημα και χέρσα χωράφια,
εκεί στου ανθρώπου την πρώτη στροφή,
σε κοιτάζουν με οίκτο εκατομμύρια μάτια
κι εκσφενδονίζουν με μίσος την παγκόσμια κραυγή,
ποιος εσύ που το όπλο επήρες,
είσαι αυτός, ο ουράνιος και μόνος κριτής,
ποιος εσύ που στο αίμα βαπτίζεις
την αλήθεια αρπάζεις, των παιδιών βιαστής;
κοίτα λάβαρα υψώνεις στη σπηλιά των λαών,
κοίτα η φλόγα γυρίζει να σε κάψει σαν πτώμα,
το ποτάμι γυρίζει στην πηγή, να πνιγείς,
είσαι εκείνος που ασήμαντος τότε και πάντα και τώρα
λαγούμια σκάβεις βαθιά μεσ' τη γη να κρυφτείς...

Κυριακή 3 Μαρτίου 2019

ANNO DOMINI













πριν η πρώτη ηλιαχτίδα καρφωθεί μεσ’  το σκοτάδι,
πριν το χέρι της μητέρας σου χαρίσει ένα χάδι,
πριν ανοίξουνε οι πύλες για να μπεις μεσ’ την αρένα,
πριν το ζώο ξεψυχήσει και σου πει: «γιατί εμένα;»

πριν στης άνοιξης το βλέμμα να ανθίσει το μπουμπούκι,
πριν του φθινόπωρου η σταγόνα να δροσίσει το χαλίκι,
πριν τα χείλη σου δεχτούνε αυτό, το πρώτο, το φιλί,
πριν μονάχος, θαμπωμένος, περπατήσεις στη ζωή,

πριν να νοιώσεις στην καρδιά σου το φτερούγισμα εκείνο,
πριν ανακαλύψεις τόπους που θα πεις: «εδώ θα μείνω»,
πριν σε πιάσουν απ’ το χέρι να σου δείξουνε τον κόσμο,
πριν του έρωτα τραγούδια τραγουδήσεις  ma non troppo,

πριν σκοντάψεις για να πέσεις και να σηκωθείς και πάλι,
πριν τα χείλη του πατέρα ψιθυρίσουν  «στη ζωή την άλλη»,
πριν το δάκρυ σου κυλήσει στην απώλεια που θα’ρθει,
πριν στη ζήση σου να νοιώσεις τι σημαίνει βιοπάλη,

πριν κλειστείς μέσα στο σπίτι και σκεφτείς «καλά ως τώρα»,
πέσε κάτω, προσευχήσου και περίμενε τη μπόρα,
τον κατακλυσμό που θα’ ρθει, που θα τα σκορπίσει όλα
γιατί γύρω σου ο κόσμος δεν ειν’ κήπος μα της κόλασης κονσόλα,

έχει ο άλλος κόσμος πλημμυρίσει
με νεκρούς κατασφαγμένους,
έχει η κόλαση γεμίσει
με χιλιάδες κολασμένους,
ο παράδεισος αδειάζει,
δεν φυτρώνουνε λουλούδια,
στάζει αίμα από κάτω,
ηχούν κόλασης τραγούδια,

ένα πλάσμα τριγυρίζει εδώ πάνω στον πλανήτη,
δεν ειν’ ζώο μήτε ψάρι μήτε γέννημα στη φύση,
έχει όψη νεκρωμένη, ρίχνει βλέμματα φιδίσια
καταπίνει ό,τι ζει κι ό,τι περπατάει ίσια,
σιδερένιοι κρίκοι τρίζουν, χίλια φλόγιστρα ανάβουν
ποδοβολητά δαιμόνων και κραυγές που σε τρομάζουν,
χέρια, πόδια και κεφάλια μεσ’ το αίμα λασπωμένα
γιατί εγώ χτυπώ εσένα μα κι εσύ χτυπάς εμένα.

πριν το βράδυ σαν ξαπλώσεις, λόγια στείλεις εις τον Πλάστη
κάτσε σκέψου και θυμήσου ποιος ζωντάνεψε τον σφάχτη,
ποιος  μοιράστηκε μαζί του της ψυχής το θείο δώρο,
ποιος του είπε πως θα είναι ο κυρίαρχος στον κόσμο,
ποιος του έταξε παλάτια, μια ζωή παραδεισένια,
πως ξεστράτησε το τέρας και ζητά συνέχεια αίμα,

πριν να πεις πως έτσι ήταν η ιστορία του ανθρώπου
κάτσε και αναλογίσου τα λουλούδια κάθε τόπου,
με νερό δεν ποτιστήκαν, τ’ ουρανού το θείο δώρο,
μ’  αίμα ψήλωσαν, τραφήκαν καταστρέφοντας τον χώρο,
εκεί που όλοι σεργιανάμε, και περπάτησαν πολλοί,
ειν’ η γη μας που στενάζει και σπαράζει για στοργή,

τότε μεσ’ τη θεία πλάνη, μεσ’ το απέραντο το σκότος
πες μου Κτήνος είναι, Τέρας ή του Πλάστη μας ο φθόνος;




Τετάρτη 23 Ιανουαρίου 2019

ΟΙ ΔΥΤΕΣ ΤΟΥ ΑΥΡΙΟ







οι δύτες του αύριο
θαρθούν στα ονειρά μας,
θα πουν "που βυθίσαμε,
που βρίσκεται η καρδιά μας;"


κι εμείς με χαμόγελο
και μ' ένα λουλούδι
θ' αρχίσουμε πάλι
της ζωής το τραγούδι!

νερά διασχίσαμε,
θεριά αντικρίσαμε,
αφρούς ανταριάξαμε,
καημούς τραγουδήσαμε,

στα όρια τ' όνείρου
τη ζωή μας τη χτίσαμε,
με δάκρυ, με γέλιο
ποτέ δεν φοβηθήκαμε

γενιά τ' απείρου
με γεύση σιδήρου,
το αίμα που φτύναμε
μ' ανάσα χαρίζαμε,

ν' ανθίσουν οι κήποι,
να βγούνε στον ήλιο
κρυμμένα τραγούδια,
καμένα λουλούδια,

οι δύτες του αύριο
θα'ρθουν μ' αγωνία
κρυμμένα σεντούκια
να βρουν στη γωνία,

θαμμένα στο βούρκο
μιας θάλασσας ξένης
που ήταν στα όνειρα
ίσκιος μιας πλάνης χαμένης,

οι δύτες του αύριο
θα ζουν μ οξυγόνο
στα βάθη βυθών
ανέραστων, ξεχασμένων,

με μάσκες περίπλοκες
κι εξοπλισμούς καταδύσεων
το μόνο που θα'βρουν
ελπίδες ζωής κολασμένων,

οι δύτες που θα'ρθουν
ποτέ δεν θα βρούνε
αυτό που θα τους έκανε
την ψυχή μας να δούνε,

γιατί εκεί στ' απείρου τα βάθη
εμείς τραγουδήσαμε τι είν' η αγάπη,
εκεί στο πέρας, στου φωτός την άκρη,
εκεί απωθέσαμε το δικό μας το δάκρυ....

τόσο μακρυά, τόσο κοντά..




τόσο μακρυά, τόσο κοντά..
(στον φίλο μας, εκεί που αγναντεύει την αιωνιότητα)

τσιγάρο στριφτό, κρασί δυνατό,
μια πεταλούδα σιδερένια τα όνειρά μας,
μαζί ανταμώσαμε το μέλλον
κρατήσαμε τους σφυγμούς της καρδιάς μας,


τόσο μακρυά, τόσο κοντά,
η ζωή χτυπά στο ρολόι δικούς της ρυθμούς,
χανόμαστε και βρισκόμαστε ξανά,
τόσο μακρυά, τόσο κοντά,

ο ορίζοντας είναι μια άσπρη γραμμή
γραμμένη αχνά για να χαθεί
τα πλοία σαπίζουν στα μουράγια,
μοναχικά, έρημα, όταν βρεθούν στην καμπή.

τίποτα δεν μένει εδώ, όλα πετούν
στο άπειρο ελπίδες και πόθοι,
δεν κουβαλάμε τίποτα, σώματα που γερνούν
μαζί ζήσαμε, μαζί χωρίσαμε, γιοί νόθοι

μιας νύχτας λουλούδια, παιδιά του καιρού,
φωνές που ξανά και ξανά μας μιλούν,
το σώμα φευγάτο, ψυχή μικρού παιδιού
στ' άγκιστρο σβήνει, τ' άστρα μιλούν,

τόσο μακρυά, τόσο κοντά,
για σένα υπάρχουμε, για σένα τραγουδάμε,
ζωή μάς ξεπερνάς, μας φυγάδευσες
σε σπήλαια ξένα, εκεί που τρυγάμε

καρπούς και μέλι σε ξένα χείλη,
ποτέ δεν σαρώσαμε την πλάση με μάτια θολά
γιατί είμαστε όλοι, είμαστε ένας
τόσο μακρυά μα τόσο κοντά!!