Τετάρτη 5 Ιουνίου 2019

ΤΑΞΙΔΙ






Φορτώσαμε στην πρύμνη μας λάμπες ασετιλίνης,
μικρά σκαριά, πολύχρονα, με διπλές υποδοχές,
κουπί-κουπί κι αλάργα ρίξαμε τις πρώτες μας συρτές
το πυροφάνι θέλει υπομονή , ψυχή, πόνο κι ελπίδα,
πιστέψαμε πως θάχαμε πολύ καλές ψαριές,

πάνω στο πελαγίσιο πλαίσιο τρεμόσβηναν ανταύγειες
από τις λάμπες που'παιζαν αγέροχα στητές,
από ψηλά θωρούσαμε στις αχανείς σπηλιές
την κίνηση μονόφτερων, αργυροπλουμιστών πλασμάτων
εκείνων που στ' ανήλιαγα κι απρόσιτα τα βάθη
ζούσαν δικές τους ξέγνοιαστες κι ελεύθερες ζωές,

με καρτερία κ' έπαρση δολώναμε τ' αγκίστρια,
δίχτυα πολύμακρα, στενόπλεκτα με βάρη και στριφτές,
μικρές και φωσφορίζουσες στη νύκτα, σημαδούρες
που από ψηλά στραφτάλιζαν σαν τις κωλοφωτιές,
πέρναγ΄ η ώρα, τα λεπτά, μα ο χρόνος σταματούσε
στην άπληστη λαχτάρα μας ν' αρπάξουμε ζωές,

μ' άγρια χαρά ορμήξαμε στη θάλασσα τη μαύρη,
κουρσάροι σε μικρές και συνεχείς τριβές
ρεσάλτο κάναμ' άφοβα στου χρόνου τις λαβές,
τίποτα δεν μας έσκιαζε, τίποτα δεν μας κρατούσε
ν΄ αλώσουμε με το πάθος μας πόλεις θαλασσινές.

Μα εκεί κάπου μας πρόφτασε ανάποδο μπουρίνι,
τα παραγάδια κόπηκαν, χάθηκαν οι συρτές.
οι λάμπες ξέπνοες, λυτές, πια δεν μας οδηγούσαν
τα δίχτυα σμπαραλιάστηκαν, μας έκαναν πληγές
σκληρό πολύ το μάζεμα, πλάνεμα το στραπάτσο
ίσα που στέκαμε ορθοί στ' ανέμου τις ριπές,
το κύμα μας ψιθύρισε γρήγορα να στραφούμε
σ' όποιο μουράγιο άνοιγε πρόσκαιρες αγκαλιές,

κάτω ρίξαμε τα πλεχτά κι όλα τ' απομεινάρια,
έρμα πικρό στις βάρκες μας μη μείνουν μισερές,
οι λάμπες σβήσανε κι αυτές, η σκέψη θολερή,
βαριά καρδιά μας τράβαγε στις πρώτες μας ευχές
μαύρα λαγκάδια στην ψυχή, στο νου μας συμφορές
γιατί απ' το ταξίδι μας τίποτα δεν θα μείνει,
τίποτα για να ζήσουνε οι επόμενες γενιές....