Πέμπτη 24 Δεκεμβρίου 2020

ΦΑΤΝΗ

 

 

 

 


 


 

Σε φάτνη όσοι γεννηθούν,

σ’  αυτόν τον κόσμο θα πορευθούν

αθώοι κι άσπιλοι, εχθροί και φίλοι,

μητέρας γάλα θάχουν στα χείλη.

 

Στης φάτνης το σπήλαιο, σ’ άστρων το φως

άνθρωποι θα’ναι κι όχι θεός,

ανέστιοι, πρόσφυγες , ξεριζωμένοι,

άστεγοι, πένητες και κολασμένοι,

άρρωστοι, γέροντες, παιδιά δαρμένα

άτομα απρόσωπα, κυνηγημένα,

γιατί της φάτνης μοναδικός

ένας στο σύμπαν ειν’ ο σκοπός,

κατατρεγμός, κρύο , βροχή

σ’  ανάσες ζώων η θαλπωρή,

 

με κάθε άνθρωπο συναλλαγή,

ελπίδα, θάρρος, ζωή απλή

τρανή να γίνει, στεντόρεια φωνή:

 

λύτρωση τώρα για τον φτωχό,

φως για τον πλάνητα χωρίς σκοπό,

αλάτι της γης, έρμη αγάπη

γιατί είσαι απλός, είσαι απ’ τη φάτνη,

απλού τεχνίτη ο μαθητής,

πλάθεις την ύλη, είσαι κριτής…

 

τ’  αστέρια πλανεύουν μα δεν  οδηγούν

εκεί στη φάτνη και στην κοπριά

με μάτια που αιώνια γελούν κι απορούν

θωρείς τριγύρω απανθρωπιά,

κακία και οργή σ’ όσους μισούν,

απληστία, φθόνος  και αρπαγή,

για πρωτεία και κάλλη αναμονή,

 

εκεί στη φάτνη αν γεννηθείς,

στου κόσμου το δάκρυ κουβαλητής

το ξέρεις πως για κάθε μία πληγή

το ίαμα θάσαι σε κάθε στιγμή

εκεί στο λίκνο τ’ ανθρώπου πάνω

με χώμα και δάκρυ εγώ σε πλάθω,

δάσκαλος δεν είσαι μα μαθητής

για κάθε σκλάβο οδηγητής,

 

πατέρα, μητέρα έχεις κι εσύ

θα πονέσουν, θα κλάψουν κάθε στιγμή

με ύστατο πόνο, με θεία οργή

γιατί ξέρουν

πως ήρθες κι εσύ μεσ’ τις οδύνες του τοκετού

τις άγριες ώρες του φονικού,

μοίρα κοινή,

σ’ ενώνει εδώ πέρα με κάθε ζωή,

 

αγώνας, ιδρώτας, αίμα, χολή,

το ξύδι πίνεις να σβήσεις τη δίψα

αυτή που ανοίγει η κάθε πληγή

γιατί  τριγύρω το ακατανόητο,

με τ’ άδικο κυριαρχεί,

 

εσύ που γεννήθηκες εδώ

πατέρα ποτέ δεν είχες θεό,

γονείς σου θα γίνουν τα όπλα εκείνα

ρομφαία και δόρυ, μπαρούτι και σφήνα

ψηλά να σηκώσεις τ’  ονείρου αχλή

γιατί  στην εικόνα σου ελπίζει η ψυχή,

αυτή π’ αθάνατη τροφοδοτεί

στη σκέψη του δούλου πάντα οργή,

 

εσείς που σε φάτνη θα γεννηθείτε,

εκεί θα ζήσετε και θ’ αντρωθείτε

μέσα σας πάντοτε γινετ’ αρχή

η μία και μόνη  ορθή διδαχή:

πως χωρίς αγώνα, χωρίς ιδρώτα,

μ’ ανάσα καυτή

αν το τέρας δεν πνίξετε τ’ εκμεταλλευτή,

όποιος σε φάτνη θα γεννηθεί

κι έρχεται εδώ, αν δεν λυτρωθεί

θα βασανιστεί, θα λοιδορηθεί,

αντικείμενο θα’ γίνει κι όχι ορμή,

αυτός που μένει πάντα στην άκρη,

αυτός που  νίπτεται  με ξένο δάκρυ,

αυτός που διαρκώς σ’ άλλους αφήνει

την ουράνια και γήινη αψιά σαγήνη,

αυτός για πάντα δούλος θα μένει

και δε θα σωθεί

γιατί στη φάτνη γεννιέται, ζει και προσμένει

την ύστατη εκείνη, άγρια στιγμή

 που στη ζωή θα σταυρωθεί!

Παρασκευή 18 Δεκεμβρίου 2020

ΠΟΝΟΣ

 

 


 

 

 

Βλέπω τον πόνο να κάνει βόλτα

άγρια μεσάνυχτα, σε κάθε πόρτα,

σ’ αυλές, σε σπίτια και σε σταθμούς,

μεσ’ σε πλατείες, συνοικισμούς,

 

ήταν μονάχος και θλιβερός,

έρμος, σακάτης, άγνωστης γιός,

φορούσε ρούχα κουρελιασμένα

από τους αστέγους τάχε κλεμμένα,

 

άδεια μπουκάλα σφιχτά κρατούσε

μέσα στη μέθη του παραμιλούσε,

τσιγάρο ζήταγε με άδειο χέρι

σκυμμένος ήτανε,  της θλίψης ταίρι,

 

είδα τον πόνο να περπατάει,

βαρύ το βήμα, σιγοσφυράει

ρυθμούς αλλόκοτους και ξεχασμένους

μεσ’  στην ψυχή μας φυλακισμένους,,

 

τριγύρω  λίγα απομεινάρια,

παλιά συντρίμια μιας ζήσης άδειας,

σάπια  σκουπίδια, σκουριά και βρώμα

με περιττώματα  στρώμα το χώμα

 

κι εκείνος γύριζε, που να πηγαίνει,

ποιος νάναι ο στόχος του,

ποια ειμαρμένη,

σε ποιο σημείο νάναι το πέρας

του ταξιδιού του, τρανής φοβέρας;

 

Είδα τον πόνο να τριγυρνάει,

χολή σκορπούσε, αίμα ζητάει,

μέσα στο άγριο ανεμοβρόχι

τον είδα μόνο του ν’  απλώνει απόχη

 

θνητούς για θύματα είχε δολώσει

ψυχές εψάρευε μ’  άγρια όψη

σιγοσεργιάνιζε σε μέρη ίδια

παρέα έψαχνε, λερά στρωσίδια,

 

άλυκο βλέμμα είχε φορτώσει,

ανθρώπους πλάνευε κι είχε σαρώσει

με ένα του βλέμμα την οικουμένη,

ένα βασίλειο, απέραντη έκταση

κυριευμένη,

 

είδα τον πόνο ν’  αχνογελάει

για κάθε έναν που ξεψυχάει,

για το παιδί που λιμοκτονεί,

για τη μητέρα που προσκαλεί

τον χάρο νάρθει να τους λυτρώσει

από του πόνου την άγρια βρώση,

 

είδα να στέκεται στα κυπαρίσσια

ν’ ακούει «οπλίσατε», «πυρ», μπρος στα ίσια,

τον είδα σύννεφο ν’  αργοδιαβαίνει

πεδία μάχης νεκροσκαμένης,

τον είδα μέσα στο άγριο βλέμμα

εκείνου που άπληστα πίνει το αίμα

φτωχών, αθώων κι αδικημένων

όλης της γης των κολασμένων,

 

ολέθρου άγγελος μαύρες φτερούγες,

θώρακα, λοφίο, περικνημίδες,

την πλάση στόχευε από ψηλά

χιλιάδες θύματα για τραχηλιά,

μ’  οδύνης βλήματα πυροβολούσε,

στόχο δεν έχανε όπου βαρούσε,

σωροί από κάτω οι πεθαμένοι

στου πόνου μνήματα, πάντα χωμένοι…

 

Είδα τον πόνο ν’  αργοκοιτάει

καινούργιο θύμα ν’  αναζητάει,

μέσα στο όραμα πού ‘ταν χαμένος

του σιγοσφύριξα χαράς επαίνους,

είδα που γύρισε απορημένος

και μονολόγησε «ποιος ο χαμένος;»,

 

εκεί στην άκρη του δειλινού,

στην αύρα του άοκνου του πρωινού,

και στου μεσημεριού τα κάλλη

του ξανασφύριξα μ’  αδρή αγκάλη:

«άσε τον κόσμο κι έλα σε μένα

όλα ετούτα είναι πλασμένα

να μη γυρίσεις ποτέ σελίδα,

μην αντικρίσεις όσα κι αν είδα,

μην ησυχάσεις, νόστο μη βρεις,

να τριγυρνάς για να κρυφτείς,

 

παιδιού χαμόγελο μην αντικρίσεις,

αγάπη, έρωτα, να λησμονήσεις,

μητέρας χάδι, στοργή πατέρα

να μη γνωρίσεις καμία μέρα,

δεν εισ’  αθάνατος, είσαι νεκρός

γι αυτό γυρίζεις, μισείς το φως,

μα ξαστοχάσου, παρατησέ τα,

αυτά κι ετούτα δεν θαν’ μπλεγμένα

σ’ ένα ατέρμονο, θολό κουβάρι

δεν θάσαι ζώο νάχεις σαμάρι,

 

πόνε του είπα, άλλαξε ρότα,

κοίτα τον άνθρωπο κι αν θέλεις ρώτα,

τι του εχάρισες, τι του θυμίζεις

γιατί στον ύπνο του τού ψιθυρίζεις,

πόνε του είπα, δεν είν’  για σένα

‘όλα της φύσης τα καμωμένα,

Παρατησέ τα κι έλα ευθύς

στην αγκαλιά μου για να χωθείς!

 

Πόνε μη σκιάζεσαι και μη φοβάσαι

άσε τον πόνο, παναθεμά σε,

άλλος καρπώνεται ό,τι ορίζεις,

ό,τι σκορπάς κι ό,τι καρπίζεις!

Πόνε παράτα πια τη δουλειά σου,

όποια κι αν είναι τ’ αφεντικά σου,

πόνε στον κόσμο τον πόνο φέρνει

μόνο ο άνθρωπος … κι αυτός ασθμαίνει!»

 

 

 

 

Κυριακή 13 Δεκεμβρίου 2020

ΠΕΤΡΑ

 

 


 

 

Πέτρα, ακατέργαστη πληγή,

πέτρα γεμάτη με ρωγμές

ριγμένη  σε βάθη ανήλιαγα

θολών νερών τις στροφιλιές,

στου πέλαγου το κύμα

αναμετράς στιγμές μουσών,

έρμη, φτωχή, πολύπειρη,

 εστία μαγισσών,

 

τριφύλλι και αγράμπελη και σκίνο και θυμάρι,

το κλάμα της που έχασε το έχει για καμάρι,

τ’ αυλακωμένο πρόσωπο γεμίζουνε λειχήνες,

βότσαλα , αρμύρα η τροφή κι αμμουδερά κοχύλια,

φωνή στα σύμπαντα αντηχεί σε παγωμένους μήνες

 

στο φως του φεγγαριού 

αλλοπαρμένη, αιώνια κατάρα,

δικά της ουρλιαχτά, κραυγές,

 βουή κι αντάρα

τρέμει το σεληνόφως,

τρέμει ο βοριάς που προσκυνά

έρμους  ονειροπαρμένους

της γης τα ορφανά,

 

γη, χώρα ξενιτιάς, κορφολογάς γεράνι

μοσχολεμονιά, αγριελιά, μνήματα και σταυρούς,

σταυρούς φωλιές στα ξωτικά, στ’ ατίθασο κοπάδι,

σ’ υπόγεια νερά, στα σωθικά, φιλεύονται νεκροί,

 

πέτρα ριγμένη στα νερά, βάρδια ναυτών,

λοστρόμων, ναυτικών κι απέλπιδων σωρός,

πέτρα άγονη, ανεμοδαρμένη, πληγές γεμάτη,

βαριά μέταλλα σου κάρφωσαν,

παντοτινά  αντικριστά για σένα ο καιρός,

 

βαρύς θυμός, ίδρος σκιών, αίμα μορφών

χαρακωμένων, σταυρωμένων, αιώνια διωγμένων

ονειροπόλων παιδιών μιας πανσπερμίας άστρων

περιπλανώμενων και με τη γη  ερωτευμένων,

 

βράχος αδάμαστος, βράχος άκαρπος, στείρος,

βράχος ποτισμένος με οργή κι ελπίδα, ορφανός,

βράχος αετοφωλιά, τ’ αντάρτη μετερίζι,

βράχος που δεν τον πρόδωσε, βράχος που τον στηρίζει

 

στο μοναχό του όνειρο, στην κούφια του ελπίδα,

με ρόδα, φραγκοστάφυλα, τύλιξε με φροντίδα,

χωρίς λούστρο, μ’ ασθμαίνουσα τη χόβολη,

με δίκοπη, απαστράπτουσα και κοφτερή λεπίδα

 

χώρο λατρείας έφτιαξε σε ξέχερσο αλώνι

μη μείνουνε δίχως σκεπή, ποτέ οι νεκροί της μόνοι,

δίχως ψαλτάδες, κληρικούς, δίχως και θυμιατήρια,

με το αίμα της να κοινωνούν τα άχραντα μυστήρια

 

αυτός ο βράχος στέριωσε

μ’ ακλόνητα θεμέλια

ποτίζει με υδρόμελο

ξεσηκωμένα ασκέρια,

 

ο βράχος πια δε σκιάζεται,

τέρατα δε λογάει,

στην άβυσσο ορθώνεται

στο χάος δεν λυγάει,

 

μονάχος μεσ’  την ερημιά,

τους ρύπους των ανθρώπων

σκορπίζει νάρθει ξαστεριά

λευτέρωμα των τόπων….

Τετάρτη 11 Νοεμβρίου 2020

ΑΛΗΘΕΙΑ






έψαξα την Αλήθεια
'κει πάνω στα βουνά,
στα παγωμένα ρείκια,
σε φάτνες, χειμαδιά,
στο ψύχος που παγώνει,
στης Σφίγγας τη σιγή,
στο πανηγύρι των νεκρών,
σ’ αστείρευτη πηγή,
 
κοίταξα όλο προσοχή,
κοίταξα με μανία,
έγιν’ η λάμψη των ματιών
μια θεία τρικυμία,
αδιάκοπα ιχνηλάτησα
διαβάσεις, μαύρες εσοχές,
πετρώματα, χάος σε βάραθρα
κι’ αδιάβατες γωνιές,
 
η ανάσα της αναμονής
πάγωνε εκεί πάνω,
αργά το δάκρυ στόμωνε
κι ολονυχτίς αρμάτωνε
 
είχε με τ’ άστρα έριδα
π’ αλλοπαρμένα τριγυρνούν
και τάχατες φωτίζουν
τη δυστυχία κρύβουνε
κι ελπίδες μας χαρίζουν
μέσα στην τόση παγωνιά,
σ' αναστροφή των πόλων,
μέσα στης γης τη φυλακή,
στο σύμπαν των ειδώλων,
στο άκαρδο ξεκλήρισμα υπόγειων ρευμάτων,
σε λάβαρα που ορθοστατούν στην αύρα των θαυμάτων,
 
έψαξα κι έψαξα ξανά,
κραυγάζοντας: "Αλήθεια
άλλο δε στέργω,
δε ζητώ ανθρώπινη βοήθεια,
που πήγες και που κρύφτηκες,
γιατί αυτό το ψύχος
ο σύντροφός σου έγινε,
γιατί του τέρατος το ρύγχος
απλώθηκε, σερνόμενο,
ξεκλήρισε την όψη τη δική σου,
γιατί κανένας δε νογά
και δε θωρεί τη μυστική ζωή σου,
 
που τάχατες θε' να σε βρω,
γιατί με κατατρέχεις
γιατί σ' απόρθητα κελιά
φυλακισμένο μ' έχεις;"
 
αδιάκοπα γυρεύοντας
ν' ακούσω τη βοή σου
κατέβηκα απ' τα βουνά,
το ψύχος χάρισμά σου,
μεσ' τις κοιλάδες τριγυρνώ,
χορτάτες πεδιάδες,
στις κοίτες των πολιτισμών
ρωτώ τους Αινειάδες:
 
«γιατί δεν εμφανίζεσαι,
γιατί στην άκρη του γκρεμού,
μέσα στο γέλιο του παιδιού,
στο θηλασμό της μάνας,
στο δρέπανο του θεριστή,
στη μέθη αχρείου κορεσμού,
στον ίδρωτα των δουλευτών
με την ορμή μαινάδας
 
 
όλο τριγύρω αχλή σκορπάς,
σε σύννεφα πλανιέσαι,
στο θαύμα κάθε τοκετού,
πεθαίνεις και γεννιέσαι,
σ' αλλοπαρμένους, ψίθυρους
χαρούμενα σκορπίζεις
και στην αγκάλη μαγικών
αυλών μας νανουρίζεις,
 
γιατί ποτέ δε γράφτηκε,
ποτέ δεν ιστορείται
αν άνθρωπος σε γνώρισε
κι ανάστροφα κινείται,
που θα σε βρω τρανή θεά
και κόρη των ανέμων
του παφλασμού της θάλασσας,
το χάδι των αγγέλων,
 
μήπως σ’ απάτητες κορφές,
σ’ απρόσιτους πυθμένες,
στου λίβα την τρανή οργή,
σ’ απόκρυφους λιμένες
δεν ξεμυτίζεις, ροβολάς
σ’ απέλπιδες κινήσεις,
στη τάφρο του κακού χαμού
θέλεις να μας βυθίσεις,
 
μαντατοφόρες έχιδνες
αγρίμια του πλανήτη,
τέρατα μυθοπλασιών
κι άρες κάθε προφήτη,
γιατί σκορπάς στο διάβα σου
τους τρομερούς μας φόβους,
γιατί κάθε σου λίκνισμα
γελά τους μύχιούς μας πόθους,
 
γιατί στους στίχους άγραφων,
μα ποθητών κειμένων,
γιατί στη στάχτη που σκορπά
το ύψος των καμένων
βιβλίων που στο διάβα σου
ποινή θανάτου νοιώσαν
και στις πλεξίδες μελανιού
αποκαΐδια στρώσαν,
 
γιατί, για πες μου, μας μισείς,
γιατί δεν μας λυτρώνεις,
γιατί τον τόσο μας καημό
πληθαίνεις και ματώνεις;
Πες μου, εμείς στο διάβα μας
πως θε’ να πορευτούμε
όταν ο κάθε άρπαγας
καλεί να στοχαστούμε
πως τάχατες σ’ έχει αυτός
βαθιά κατανοήσει,
πως σε ουράνια κελιά
σε έχει φυλακίσει;»
 
Κι άξαφνα θάμα αληθινό
ακούω τη φωνή σου,
σιγά, σαν τις σταγόνες της βροχής
ν’ απλώνει την ψυχή σου:
 
«τράβα, προχώρα, μη σταθείς
κανείς ποτέ δε μ’ ήβρε,
κανείς δε με συνάντησε,
κανείς και πουθενά μονάχος δε με είδε,
γιατί στην κόρη των ματιών,
στου ονείρου σου το πλάνο
στο βάθος-βάθος του μυαλού
φυτοζωώ και πλάθω,
ό,τι κανένας δεν μπορεί
να νοιώσει, να σφαλίσει,
 
στην αγκαλιά του αδερφού,
στον ίσκιο των θυμάτων,
στα βοσκοτόπια των λαών,
στα πάρκα των γιγάντων,
μεσ’ στις αμέτρητες πληγές
που τους σταυρούς ματώνουν,
μέσα στις χίλιες μοναξιές
πλασμάτων που ζαρώνουν,
μπροστά στο φόβο του χαμού,
στης άβυσσου τ’ ατσάλι,
στη μοναξιά των ουρανών,
στης πείνας το μαγκάλι,
 
μονάχα σ’ άγριους καιρούς
σαν οι θεοί σ’ αφήνουν,
όταν η κόλαση ξερνά
πλάσματα που γκρεμίζουν
των οδοιπόρων τις ψυχές,
των έρμων τις λαχτάρες,
των ταπεινών κι αδάμαστων
τις άηχες κιθάρες,
 
των λαιστρυγόνων ουρλιαχτά
και των μουσών τα πάθη,
ό,τι ο πόνος καρτερά
πως σύντομα θε’ να ‘ρθει
μέσα στην τόση χαλασιά,
στην τόση τρικυμία,
μεσ’ του ολέθρου την κραυγή.
στ’ αγέλαστα μνημεία,
μέσα απ’ το αίμα που κυλά
και στην κλαγγή των όπλων,
σε φουσκονέρια τρομερά
είδωλα σφαλερών και αηθών κατόπτρων,
 
όπως ο αγέρας που φυσά,
το κύμα που νοτίζει,
η αγκαλιά της άνοιξης,
το ρέμα που ποτίζει
και ξεδιψά τη χέρσα γη,
κι αναγαλλιάζει η πλάση,
έτσι κι εμένα θα με βρεις
σαν τίποτα δε θάχεις,
και σαν ολόρθος θα θαρρείς
πως βρήκες τον παλμό μου
μέσα στο άδειο σου μυαλό
θα δεις το είδωλό μου,
 
γιατί εγώ δεν είμαι άνθρωπος,
δεν είμαι εγώ διαβάτης
και δε ριζώνω πουθενά
πάντα γυρίζω πλάτη,
σ’ όποιον ξεστόχαστα νοεί
πως τάχα με κατέχει
πως την Αλήθεια θα τη βρει
όπως αυτός γυρεύει!
 
Εγώ δεν είμαι πλάσμα σου
γι αυτό και δε θα μάθεις
πώς οι δικοί μου ατραποί
(αδέσποτοι, αδέσμευτοι κι ελεύθεροι)
στο σύμπαν περπατούνε
και με του σύμπαντος λαλιά
στοχάζονται, μιλούνε,
γι αυτό ποτέ δεν θα τους βρεις
ποτέ δε θα νοήσεις
τ’ Ανείπωτου την ομορφιά,
τη γλύκα κάθε δύσης
και είναι μοίρα σου πικρή
ποτέ να μη με φτάνεις,
ποτέ μη βρεις αναπαμό
μα πάντοτε να ψάχνεις….

Παρασκευή 6 Νοεμβρίου 2020

ΟΡΓΗ

 


 
Eγώ δεν είμαι ουρανός
να βρέξω στην καρδιά σου
για να φυτρώσουν πλουμιστά
λουλούδια σαν φτερά σου,
 
εγώ δεν είμαι η φωνή
που λέει πως το δίκιο
το βρίσκεις άμα θα μισείς
ό,τι θωρείς ανοίκειο,
 
που λέει πως ο άνθρωπος
γεννήθηκε για να 'ναι
ο στόχος κάθε άρχοντα,
ο πόνος κάθε μάνας,
 
δεν είμ' εκείνο που χτυπά
στις ρίζες του μυαλού σου
που λέει πως ο χάροντας
ειν' όπλο τ' αλλουνού σου,
 
εγώ δεν βλέπω χρώματα,
ράτσες, νοοτροπίες,
εγώ βλέπω στα χέρια σου
χιλιάδες αδικίες,
 
παιδιά ποτέ δε λησμονώ
που ο λοιμός θερίζει,
εγώ ποτέ δεν άφησα
πανώριο μετερίζι
 
ποτέ δεν εξεχώρισα
φύλο, γένος και χρόνια,
για εμένα η ανθρωπότητα
ενιαία ειν' κι αιώνια,
 
εγώ στη πείνα του φτωχού,
στο σώμα του σακάτη,
στην άμπωτη της ξενιτιάς
πάντα ορθώνω πλάτη,
 
ποτέ δε φτιάχνω ορίζοντες
που την πνοή χωρίζουν,
ποτέ, για με, τα δείλινα
αλλιώς τα χρωματίζουν
 
τις κάλπικες ιδέες σας,
τα μίση τα δικά σας,
εξόρκισα και έδιωξα
για την απανθρωπιά σας,
 
ποτέ μου δεν ξεχώρισα
στόματα π' ανασαίνουν,
για μένα όλα τα πλάσματα
τον Γολγοθά διαβαίνουν,
 
το όνομά μου ειν' Οργή,
το ύστατο το όπλο,
απάντηση στο όπιο,
σε κάθε καλοβόλεμα
που είσαι εθισμένος,
 
Οργή, Αντάρα και Βουή
μαζεύω κάθε μέρα,
τρέφομαι απ' το μίσος σας
που'χει τυφλό πατέρα,
 
οργή χωρίς αναπαμό,
χωρίς να κάνω πίσω,
των άπληστων φανατικών
χολή σαν αντικρύσω,
 
οργή γιατί σου έλαχε
πλούσιος ν' αρμενίζεις,
δουλίτσα, σπίτι και λεφτά
σαν Άγιους ορίζεις,
 
οργή γιατι βάζεις φραγή
σ' όποιον διεκδικήσει
κάτι καλύτερο να ζει
να μη λιμοκτονήσει,
 
οργή γιατί δε θέλησες
ποτέ σου να το νιώσεις
πως ράσα, ρούχα και στολές
το βιός σου αμαυρώσαν
 
πως ειν' εκεί να συντηρούν
μίσος αναμεσά μας,
σύνορα να σκαρώνουνε
στη γη και στην καρδιά μας,
 
οργή γιατί σα ζοριστείς
όλους τους κατατρέχεις,
σφάχτες, προδότες οι λαοί
γι αυτό που εσύ κατέχεις,
 
οργή γιατί το έγκλημα
πάντα θα το στηρίζει,
η γη στους μαύρους κήπους σου
που ουδέποτε ανθίζει,
 
φουσκώνω, γίνομαι χαμός,
πλημμύρα, ο Πλάστης τρέχει
για να κρυφτεί, να μη θωρεί
ό,τι τον κατατρέχει,
 
εγώ μπορεί να μη νικώ,
να 'μαι αλλοπαρμένος,
στη ουτοπία βαπτισθείς
να 'μαι ευτυχισμένος,
 
το όνομά μου είν' Οργή,
οι ρόγες των καρπών σου,
όλα αυτά που έσπειρες
να διώξεις το χαμό σου,
 
μα κοίτα, Εγώ πάνω στη γη,
τον πόνο συντροφεύω,
το βάλσαμο του φέρνω μπρος
μαζί του ανασταίνω
 
χιλιάδες, πλήθη αμέτρητα,
στην άθλια απάτη
της ψεύτικης αφήγησης
δεν έκλεισαν το μάτι
 
γιατί Εγώ καθοδηγώ
το Πάθος στους αιώνες
αυτό που σκιάζεσαι σφοδρά,
αντρώνει τους τυφώνες,
 
την πόρτα ανοίγει σε αυτούς
στα Τάρταρα που κλείνεις,
εγώ η Οργή σε οδηγώ
σ' επιθανάτια κλίνη,
 
εγώ ονομάζομαι Οργή,
τίποτα δε μ' εμποδίζει
αιώνες τώρα να γκρεμώ
τα έσχατά σου τείχη,
 
Εγώ γράφω με αίματα
ανθρώπινη Ιστορία,
εγώ σε πνίγω, σ' έθαψα
μεσ' την αλλαζονεία,
 
Εγώ είμαι και ήμουνα
τ' ανθρώπινο φεγγάρι
σπέρνω εγώ προσήλυτους
οπλίζω με καμάρι,
 
και όταν έρθει η στιγμή,
μπροστά θ' αναπηδήσω,
τον πρόστυχο τον κόσμο σας
με μιας θα τον γκρεμίσω...