Τετάρτη 6 Οκτωβρίου 2021

ΑΠΟΣΥΝΔΕΣΗ

 





άφησα το ρεύμα να εισβάλει κατακτητής
διακόπτες και ασφάλειες έπεσαν μαζί
άφησα το ρεύμα να μου γράψει τη ζωή,
καμένη σάρκα, καπνός παντού
δυνάμωσα τον ήχο ανίερης προσευχής
τραγούδια ακουγόταν με λυγμούς σφαγής,
ανέβασα την ένταση, φύσηξα τον καπνό
δάκρυσαν τα μάτια μου βλέποντας εμπρός
σκληρά μονοπάτια, βάραθρα και μουντός ουρανός,
με το ρεύμα στις φλέβες, ντοπαμίνη σκληρή,
είδα πρότερους μα και νέους καιρούς,
είδα αίμα και χάος σε ταιριαστούς χορούς,
πηνία, κυκλώματα, λυχνίες, σπείρες λεπτές,
η καρδιά φτερουγίζει σε σκοτεινές κι έρημες πλαγιές
φυσάει βοριάς κι αρπάζει ψυχές, χαμόγελα, χαρές,
άφησα το ρεύμα να εισβάλλει κατακτητής
στην κόλαση τα φώτα ριγούν,, πέφτει ο παλμός,
στην κόλαση στη γη εκεί που ο φίλος θα γίνει εχθρός,
σαν σπίρτο καίγομαι μα ποτέ δεν μιλώ,
εκεί έξω το πάρτι έχει ένα μόνο ρυθμό
πολλοί κολασμένοι, δεν μιλάς, δεν μιλώ,
κάφτρα μέσα μου η ζωή με ημερομηνία λήξης,
ουρλιάζω, φλεγόμενη βάτος με λιγνίτη στυφό
τα παιχνίδια των παιδιών βουτούν στο κενό,
στείρα μήτρα η αντίσταση κι η φλόγα σβηστή,
τρέμει ο ήλιος, το φως θα χαθεί, το ρεύμα σαρώνει
φεγγίζει τη νύχτα που απλώθηκε, το πνεύμα σκοτώνει
απ' τα δόντια κλαγγή μοναχικού εκδικητή,
αέρας δεν φτάνει, η σπίθα αρκεί ν' ανέβει η τάση
να λαμπυρίσουν τα χνώτα υπάρξεων που τρέφει η φάση,
διψώ, καίγομαι, λάρυγγας και φωνή,
μέσ' το ποτήρι, στερνή επιλογή,
θα πιω πολύ, θα ρίξω το σύστημα
βραχυκύκλωμα, φωτιά, καμιά λογική....

Τρίτη 20 Ιουλίου 2021

ΧΙΟΝΙΑ ΣΤΗΝ ΚΟΛΑΣΗ

 




στην κόλαση που πήγα 'ψες

είδα τρεις πιγκουΐνους,
ο ένας παραθέριζε κι έπινε τζιν με σόδα,
ο άλλος έβαφε ξανθά τα μαύρα τα φτερά του
κι ο τρίτος άγιες γραφές, για πλάκα, εμελέτα,
τι γίνεται λέω, παιδιά
κάτι στραβό, παράξενο, θωρώ μέσα στη λάβα,
(και δίπλα αντιλήφθηκα της θάλασσας λιοντάρια),
πούθε κρατά η σκούφια σας,
πως ήρθατε 'δω κάτω;
είναι για σας κατάλληλος ο χώρος και ο τόπος;
εγώ είμαι μονάχα ο θεός,
μου αποκρίθη ο πρώτος,
μα τι να κάνει ο θεός μπροστά σε τέτοιο αγύρτη,
ο δεύτερος μου είπε
είμαι ο γιός,
μια φορά το δοκίμασα και δεν ξανανεβαίνω
κι ο τρίτος, ο περίπλοκος,
με την αναποφασιστηκότητά του
μου 'πε
το πνεύμα άλλαξε χωριό,
οικτρά κυνηγημένο
από το τέρας που 'ριξε στη γη
σκατο-σποριά του,
και μ' ένα στόμα κραύγασαν
'δω κάτω ήρθαμε άγνωστοι
να βρούμε τη δροσιά μας!
θωρώ, ξαναθωρώ τους το
το μίζερο ασκέρι
έφυγ' ο νους μου, πέταξε
ξανάρθε στη Γεννέση,
σκέφτηκα κι είπα ρε μπας κι ανάποδα
μας δίδαξαν, ανάποδα μας τά'παν
οι αρχόντοι και καλόγεροι,
δασκάλοι και παπάδες,
μήπως το τέλος για αρχή
μας ψιλοκοσκινίσαν;
μήπως φυτά, πετούμενα και ζώα
ήρθανε μετά,
ύψιστο δημιούργημα,
μήπως ο άνθρωπος στραβά 'γινε
κι είν' μισερό το έργο;
μήπως το χώμα πλάνταξε,
σκορπίστηκε, γίνηκε βούρκος;
μήπως τελετουργίες ιερές
αλλάξανε τη μοίρα;
σε ποιόν να πω τον πόνο μου,
ποιόνα να ερωτήσω;
άμα τ' ασκέρι αγνοεί,
ποιος ειν' ο παντογνώστης;
κι εκεί που έσκυβα νωθρός
με μάτια πλανταγμένα,
παγόβουνο τεράστιο στης κόλασης της πύλες
κι ως άτι με χάμουρα βαριά
και χιλιοπλουμισμένο,
ο διάβολος εμπούκαρε
κι επρόσταξε,
γνήσιος μακελλάρης,
χίλιες αρκούδες πολικές να σφάξουνε
τους κύκνους
που γύρω ροβόλαγανε και σιγοτραγουδούσαν,
κι από το βάθος του χαμού
ακούω τη φωνή του
Αφέντη καλωσόρισες,
σε χάσαμε για λίγο,
δείπνο αντάξιο για σε 'τοιμάζω
για τον νόστο,
κι ειν' η πατρίδα έτοιμη να σε καλωσορίσει!
Πιστός σου δούλος και φρουρός
κι ειν' όλα καμωμένα
το μόνο μου παράπονο
πως άνεργο μ' αφήκες,
χιλιάδες χρόνια προσπαθώ να κάμω τη δουλειά μου,
κι έρημους τόπους θλιβερούς,
ανάρια μονοπάτια,
κουφάρια εγεμίσανε τους γήινους τους βάλτους,
πέτρα στην πέτρα ξεθεμέλιωσες,
έκαψες τα σπαρτά σου,
μαύρο μολύβι έκανες
τη γη σου και ξερνάει,
τους πόλους εξανάστρεψες,
μακέλεψες τη φύση,
τα ύστερα τα όπλα μου, όλα μου τα επήρες,
αρρώστιες, πόνους και λιμούς,
σφαγές, τερατουργήματα, μίσος,
λεηλασίες,
Ω πλάσμα των ονείρων μου,
ω του σύμπαντος φωστήρα,
ω ίσκιε του φθαρτού κορμιού μου,
ω μέγα στρατηλάτη,
ας είναι...
χαίρομαι πολύ, δικός σου υπηρέτης,
συ μ' έφτιαξες
πνοή σου ζωοδότρα,
κατ' εικόνα και ομοίωση
σε σε
χρωστώ την ύπαρξη,
μακάριος ο τόπος σου
ω γίγα των γιγάντων!!
κι εμονολόγα:
(μον' πρόσεξε γιατί θωρώ
πως έρχετ' η στιγμή μας,
έτσι που πας, ολάκερους τους κόσμους μας
θε να τους καταστρέψεις)
τότ' έστρεψα το βλέμμα μου
και τίποτα δεν είδα,
δεν είδα άστρα κι ουρανούς,
της όρασης πλανέματα
δεν μ' έτερψαν και δε με ξεγελάσαν,
μόνο οι τρεις παράταιροι
κάθονταν και γελούσαν
γλεντούσαν τη μιζέρια μου, την άθλια ψυχή μου
γλεντούσαν που χιλιόχρονα, διαρκώς, με ξεγελούσαν.......

Τετάρτη 24 Φεβρουαρίου 2021

ΣΥΣΤΗΜΑ ΜΟΥ

 





Σύστημα σ' ευχαριστώ
μ' έκανες να μην πονώ,
να μη νοιώθω αδυναμία
ν' αγαπώ τη μοχθηρία,
σύστημα αφέντη και προστάτη
με ραντίζεις με αλάτι
για να ξέρω πως θα νοιώσω
αν τολμήσω να θυμώσω,
ω, παντοτινέ μου φίλε
μ' έκανες "πιστέ μου σκύλε"
ξεροκόμματο μου δίνεις
πάντα πίνω ό,τι πίνεις,
"μέσα κάτσε, μη μιλάς"
συμβουλές σωστές σκορπάς,
"δες τι γίνεται πιο πέρα,
σάρκες, αίματα, φοβέρα,
μην τολμήσεις να σκεφτείς,
μη ζητάς, μην απορείς,
μέσ' τ' αγαπημένο σπίτι
κάτσε και θα σού'βρω νοίκι",
σύστημά μου σε λατρεύω,
ό,τι καταπιώ χωνεύω:
τη φωνούλα του παιδιού,
τη ζωή του αλλουνού,
κάθε μου επιθυμία
τη βραβεύεις με μανία,
δεν μετράς καμιά ψυχή
ό,τι θες θα πουληθεί,
σύστημά μου λατρευτό
με αντρώνεις με σταυρό
όχι άλλον για να σώσω
μα να βρω ποιον θα καρφώσω,
ποια γυναίκα θα πουλήσω,
ποιο παιδί θα ευνουχίσω,
ποιον πατέρα θα μαντρώσω
σκλάβο για παρά να δώσω!
Σ' αγαπώ και σε λατρεύω,
με τη γλώσσα σε θωπεύω,
γιατί ξέρεις να χορταίνεις
κάθε βίτσιο που υφαίνεις
σε σημαίες και στολίδια
χρυσοστόλιστα σκουπίδια,
είσαι μάγος και τεχνίτης
είσαι θύμα κι είσαι θύτης,
σύστημά μου και θεέ μου,
σήμαντρο και αδερφέ μου,
σε ευχαριστώ θερμά
όχι πια αφεντικά,
έχω πλήρη ελευθερία
(που την λεν ασυδοσία)
μ' έμαθες να περπατώ
μεσ' σε λάσπες και σκατό,
σύστημά μου σε θαυμάζω
μ' έμαθες πως να αλλάζω
τα ονόματα σωρό
να δουλεύω τον εχτρό,
φόνους, βίτσια κι αδικία
τα βαπτίζεις ευτυχία,
το να κλέβω με μανία
το 'βγαλες ελευθερία,
μα το πιο σημαντικό
ειν' πως κάθε ουρλιαχτό,
κάθε αίμα που στραγγίζει
τ' ονομάζεις πάντα "φύση",
κάθε σκλάβο και σφαγμένο,
κάθε πλάσμα κολασμένο,
κάθε μάνα βιασμένη
κάθε κόρη πουλημένη,
κάθε νήπιο αθώο
πουλημένο σ' ένα ζώο,
σε μια μήτρα σαπισμένη
στου αστού τη χαλασμένη,
βρωμερή, κρυφή φωλιά
που σαρκώνει τρωκτικά,
εκεί μέσα σύστημά μου
σ' έχω φύλακα σιμά μου,
εκεί θέλω να'μαι εγώ
σαν υπόγειο φυτό,
να μη ζω με οξυγόνο,
να μη νοιώθω ξένο πόνο,
μεσ' στο διάολου τη φάτνη
χώσε με κι ας γίνουν στάχτη,
όλα, κόσμος κι ουρανός
είμαι ο μικροαστός!!

Πέμπτη 11 Φεβρουαρίου 2021

αποχαιρετισμός

 



Είν’ ο λυγμός που ξεπηδά και σφίγγει την ψυχή μας,
είναι της πίκρας οδηγός, της ζήσης φυλακή μας,
φίλε δυο λόγια μοναχά μέσα απ’ την καρδιά μας
μιας κι η ζωή μάς φύλαγε να φύγεις μακριά μας,

δεν είναι η ώρα π’ αγρυπνά στο δειλινό ακτίνα,
δεν είναι ούτε πρωινό με τέτοια καταιγίδα,
είναι η ώρα που ζητάς να σταματήσ’ η γη,
βάρη να μη φορτώνουνε τις πλάτες οι καημοί,

είναι της θάλασσας ξηρά,
του ουρανού λιβάδι,
είναι η όχθη του γιαλού,
η καταχνιά το βράδυ,

φίλε σήμερα σιγοτραγουδάς και σιγοψιθυρίζεις
στου ουρανού τις απλωσιές, την πλάτη μάς γυρίζεις,
φίλε δεν είναι τ’ ουρανού τα άστρα που φεγγίζουν
της φαμελιάς σου ο καρπός κι η αγάπη φτερουγίζουν,


κάποτε θάρθει η στιγμή μαζί να σεργιανάμε,
να πλέκουμε στα όνειρα εικόνες που κρατάμε,
θαν’ ο ιστός της άνοιξης, του θέρους η ζεστάδα,
θαν’ της σποράς σου ο καρπός, της μάνας η λαμπάδα,

γιατί απάνω στ’ όνειρο έρχεται καβαλάρης
ο ήχος των μελλοντικών γενιών, το δώρο που θα πάρεις
γιατ’ είναι του συντρόφου η αγκαλιά και των παιδιών η λάμψη
π’ ανατολές και δειλινά θ’ αδράξουνε στην πλάση,

και μεσ’ απ’ τις αγνές καρδιές
που ΄ναι σπορά δική μας
αθάνατοι θ’ αντέξουμε
την αναχώρησή μας…

Πέμπτη 24 Δεκεμβρίου 2020

ΦΑΤΝΗ

 

 

 

 


 


 

Σε φάτνη όσοι γεννηθούν,

σ’  αυτόν τον κόσμο θα πορευθούν

αθώοι κι άσπιλοι, εχθροί και φίλοι,

μητέρας γάλα θάχουν στα χείλη.

 

Στης φάτνης το σπήλαιο, σ’ άστρων το φως

άνθρωποι θα’ναι κι όχι θεός,

ανέστιοι, πρόσφυγες , ξεριζωμένοι,

άστεγοι, πένητες και κολασμένοι,

άρρωστοι, γέροντες, παιδιά δαρμένα

άτομα απρόσωπα, κυνηγημένα,

γιατί της φάτνης μοναδικός

ένας στο σύμπαν ειν’ ο σκοπός,

κατατρεγμός, κρύο , βροχή

σ’  ανάσες ζώων η θαλπωρή,

 

με κάθε άνθρωπο συναλλαγή,

ελπίδα, θάρρος, ζωή απλή

τρανή να γίνει, στεντόρεια φωνή:

 

λύτρωση τώρα για τον φτωχό,

φως για τον πλάνητα χωρίς σκοπό,

αλάτι της γης, έρμη αγάπη

γιατί είσαι απλός, είσαι απ’ τη φάτνη,

απλού τεχνίτη ο μαθητής,

πλάθεις την ύλη, είσαι κριτής…

 

τ’  αστέρια πλανεύουν μα δεν  οδηγούν

εκεί στη φάτνη και στην κοπριά

με μάτια που αιώνια γελούν κι απορούν

θωρείς τριγύρω απανθρωπιά,

κακία και οργή σ’ όσους μισούν,

απληστία, φθόνος  και αρπαγή,

για πρωτεία και κάλλη αναμονή,

 

εκεί στη φάτνη αν γεννηθείς,

στου κόσμου το δάκρυ κουβαλητής

το ξέρεις πως για κάθε μία πληγή

το ίαμα θάσαι σε κάθε στιγμή

εκεί στο λίκνο τ’ ανθρώπου πάνω

με χώμα και δάκρυ εγώ σε πλάθω,

δάσκαλος δεν είσαι μα μαθητής

για κάθε σκλάβο οδηγητής,

 

πατέρα, μητέρα έχεις κι εσύ

θα πονέσουν, θα κλάψουν κάθε στιγμή

με ύστατο πόνο, με θεία οργή

γιατί ξέρουν

πως ήρθες κι εσύ μεσ’ τις οδύνες του τοκετού

τις άγριες ώρες του φονικού,

μοίρα κοινή,

σ’ ενώνει εδώ πέρα με κάθε ζωή,

 

αγώνας, ιδρώτας, αίμα, χολή,

το ξύδι πίνεις να σβήσεις τη δίψα

αυτή που ανοίγει η κάθε πληγή

γιατί  τριγύρω το ακατανόητο,

με τ’ άδικο κυριαρχεί,

 

εσύ που γεννήθηκες εδώ

πατέρα ποτέ δεν είχες θεό,

γονείς σου θα γίνουν τα όπλα εκείνα

ρομφαία και δόρυ, μπαρούτι και σφήνα

ψηλά να σηκώσεις τ’  ονείρου αχλή

γιατί  στην εικόνα σου ελπίζει η ψυχή,

αυτή π’ αθάνατη τροφοδοτεί

στη σκέψη του δούλου πάντα οργή,

 

εσείς που σε φάτνη θα γεννηθείτε,

εκεί θα ζήσετε και θ’ αντρωθείτε

μέσα σας πάντοτε γινετ’ αρχή

η μία και μόνη  ορθή διδαχή:

πως χωρίς αγώνα, χωρίς ιδρώτα,

μ’ ανάσα καυτή

αν το τέρας δεν πνίξετε τ’ εκμεταλλευτή,

όποιος σε φάτνη θα γεννηθεί

κι έρχεται εδώ, αν δεν λυτρωθεί

θα βασανιστεί, θα λοιδορηθεί,

αντικείμενο θα’ γίνει κι όχι ορμή,

αυτός που μένει πάντα στην άκρη,

αυτός που  νίπτεται  με ξένο δάκρυ,

αυτός που διαρκώς σ’ άλλους αφήνει

την ουράνια και γήινη αψιά σαγήνη,

αυτός για πάντα δούλος θα μένει

και δε θα σωθεί

γιατί στη φάτνη γεννιέται, ζει και προσμένει

την ύστατη εκείνη, άγρια στιγμή

 που στη ζωή θα σταυρωθεί!

Παρασκευή 18 Δεκεμβρίου 2020

ΠΟΝΟΣ

 

 


 

 

 

Βλέπω τον πόνο να κάνει βόλτα

άγρια μεσάνυχτα, σε κάθε πόρτα,

σ’ αυλές, σε σπίτια και σε σταθμούς,

μεσ’ σε πλατείες, συνοικισμούς,

 

ήταν μονάχος και θλιβερός,

έρμος, σακάτης, άγνωστης γιός,

φορούσε ρούχα κουρελιασμένα

από τους αστέγους τάχε κλεμμένα,

 

άδεια μπουκάλα σφιχτά κρατούσε

μέσα στη μέθη του παραμιλούσε,

τσιγάρο ζήταγε με άδειο χέρι

σκυμμένος ήτανε,  της θλίψης ταίρι,

 

είδα τον πόνο να περπατάει,

βαρύ το βήμα, σιγοσφυράει

ρυθμούς αλλόκοτους και ξεχασμένους

μεσ’  στην ψυχή μας φυλακισμένους,,

 

τριγύρω  λίγα απομεινάρια,

παλιά συντρίμια μιας ζήσης άδειας,

σάπια  σκουπίδια, σκουριά και βρώμα

με περιττώματα  στρώμα το χώμα

 

κι εκείνος γύριζε, που να πηγαίνει,

ποιος νάναι ο στόχος του,

ποια ειμαρμένη,

σε ποιο σημείο νάναι το πέρας

του ταξιδιού του, τρανής φοβέρας;

 

Είδα τον πόνο να τριγυρνάει,

χολή σκορπούσε, αίμα ζητάει,

μέσα στο άγριο ανεμοβρόχι

τον είδα μόνο του ν’  απλώνει απόχη

 

θνητούς για θύματα είχε δολώσει

ψυχές εψάρευε μ’  άγρια όψη

σιγοσεργιάνιζε σε μέρη ίδια

παρέα έψαχνε, λερά στρωσίδια,

 

άλυκο βλέμμα είχε φορτώσει,

ανθρώπους πλάνευε κι είχε σαρώσει

με ένα του βλέμμα την οικουμένη,

ένα βασίλειο, απέραντη έκταση

κυριευμένη,

 

είδα τον πόνο ν’  αχνογελάει

για κάθε έναν που ξεψυχάει,

για το παιδί που λιμοκτονεί,

για τη μητέρα που προσκαλεί

τον χάρο νάρθει να τους λυτρώσει

από του πόνου την άγρια βρώση,

 

είδα να στέκεται στα κυπαρίσσια

ν’ ακούει «οπλίσατε», «πυρ», μπρος στα ίσια,

τον είδα σύννεφο ν’  αργοδιαβαίνει

πεδία μάχης νεκροσκαμένης,

τον είδα μέσα στο άγριο βλέμμα

εκείνου που άπληστα πίνει το αίμα

φτωχών, αθώων κι αδικημένων

όλης της γης των κολασμένων,

 

ολέθρου άγγελος μαύρες φτερούγες,

θώρακα, λοφίο, περικνημίδες,

την πλάση στόχευε από ψηλά

χιλιάδες θύματα για τραχηλιά,

μ’  οδύνης βλήματα πυροβολούσε,

στόχο δεν έχανε όπου βαρούσε,

σωροί από κάτω οι πεθαμένοι

στου πόνου μνήματα, πάντα χωμένοι…

 

Είδα τον πόνο ν’  αργοκοιτάει

καινούργιο θύμα ν’  αναζητάει,

μέσα στο όραμα πού ‘ταν χαμένος

του σιγοσφύριξα χαράς επαίνους,

είδα που γύρισε απορημένος

και μονολόγησε «ποιος ο χαμένος;»,

 

εκεί στην άκρη του δειλινού,

στην αύρα του άοκνου του πρωινού,

και στου μεσημεριού τα κάλλη

του ξανασφύριξα μ’  αδρή αγκάλη:

«άσε τον κόσμο κι έλα σε μένα

όλα ετούτα είναι πλασμένα

να μη γυρίσεις ποτέ σελίδα,

μην αντικρίσεις όσα κι αν είδα,

μην ησυχάσεις, νόστο μη βρεις,

να τριγυρνάς για να κρυφτείς,

 

παιδιού χαμόγελο μην αντικρίσεις,

αγάπη, έρωτα, να λησμονήσεις,

μητέρας χάδι, στοργή πατέρα

να μη γνωρίσεις καμία μέρα,

δεν εισ’  αθάνατος, είσαι νεκρός

γι αυτό γυρίζεις, μισείς το φως,

μα ξαστοχάσου, παρατησέ τα,

αυτά κι ετούτα δεν θαν’ μπλεγμένα

σ’ ένα ατέρμονο, θολό κουβάρι

δεν θάσαι ζώο νάχεις σαμάρι,

 

πόνε του είπα, άλλαξε ρότα,

κοίτα τον άνθρωπο κι αν θέλεις ρώτα,

τι του εχάρισες, τι του θυμίζεις

γιατί στον ύπνο του τού ψιθυρίζεις,

πόνε του είπα, δεν είν’  για σένα

‘όλα της φύσης τα καμωμένα,

Παρατησέ τα κι έλα ευθύς

στην αγκαλιά μου για να χωθείς!

 

Πόνε μη σκιάζεσαι και μη φοβάσαι

άσε τον πόνο, παναθεμά σε,

άλλος καρπώνεται ό,τι ορίζεις,

ό,τι σκορπάς κι ό,τι καρπίζεις!

Πόνε παράτα πια τη δουλειά σου,

όποια κι αν είναι τ’ αφεντικά σου,

πόνε στον κόσμο τον πόνο φέρνει

μόνο ο άνθρωπος … κι αυτός ασθμαίνει!»