Δευτέρα 18 Μαρτίου 2019

ΘΡΗΝΟΣ





μου λες ο θεός σου σε στέλνει αυγή,
μου λες η φυλή σου ορίζει το μέλλον,
όμως η δική σου ιστορία ξεκινά με σφαγή
γιατί έτσι σε 'θέλαν και θέλουν, αφέντη στη γη,
πυροβόλα και σφαίρες ζωντανεύουν το μίσος,
της καρδιάς σου οι χτύποι είναι πιο δυνατοί,
εσύ ήρθες στον κόσμο όχι ίσος προς ίσο
μα κυρίαρχος να'σαι λεηλατώντας τη γη,
ο αμνός που σε στέλνει δε διδάσκει την έχθρα,
ο θεός δεν κρατάει μπογιές για να βάψει λαούς,
αν σε κάτι πιστεύει είναι μόνο η αγάπη,
αν σε δίδαξε κάτι, να βοηθάς τους φτωχούς,
έχεις μάτια βαμμένα σαν φωτιές κολασμένες,
έχεις όψη θηρίου που οργώνει πλαγιές,
είσαι πλάσμα φτιαγμένο στα σκοτάδια του χάους,
είσαι κτήνος που χορταίνει μοναχά με σφαγές,
είσαι μόνος, μικρός, έν' ασήμαντο σχήμα
στην πανώρια ουράνια του φωτός τη ροή,
είσαι εκείνος που ζητάς να γεννήσεις το φίδι
λες και θάρθει μετά η παγκόσμια αλλαγή,
κι όμως εκεί, μέσ' τα έρημα και χέρσα χωράφια,
εκεί στου ανθρώπου την πρώτη στροφή,
σε κοιτάζουν με οίκτο εκατομμύρια μάτια
κι εκσφενδονίζουν με μίσος την παγκόσμια κραυγή,
ποιος εσύ που το όπλο επήρες,
είσαι αυτός, ο ουράνιος και μόνος κριτής,
ποιος εσύ που στο αίμα βαπτίζεις
την αλήθεια αρπάζεις, των παιδιών βιαστής;
κοίτα λάβαρα υψώνεις στη σπηλιά των λαών,
κοίτα η φλόγα γυρίζει να σε κάψει σαν πτώμα,
το ποτάμι γυρίζει στην πηγή, να πνιγείς,
είσαι εκείνος που ασήμαντος τότε και πάντα και τώρα
λαγούμια σκάβεις βαθιά μεσ' τη γη να κρυφτείς...

Κυριακή 3 Μαρτίου 2019

ANNO DOMINI













πριν η πρώτη ηλιαχτίδα καρφωθεί μεσ’  το σκοτάδι,
πριν το χέρι της μητέρας σου χαρίσει ένα χάδι,
πριν ανοίξουνε οι πύλες για να μπεις μεσ’ την αρένα,
πριν το ζώο ξεψυχήσει και σου πει: «γιατί εμένα;»

πριν στης άνοιξης το βλέμμα να ανθίσει το μπουμπούκι,
πριν του φθινόπωρου η σταγόνα να δροσίσει το χαλίκι,
πριν τα χείλη σου δεχτούνε αυτό, το πρώτο, το φιλί,
πριν μονάχος, θαμπωμένος, περπατήσεις στη ζωή,

πριν να νοιώσεις στην καρδιά σου το φτερούγισμα εκείνο,
πριν ανακαλύψεις τόπους που θα πεις: «εδώ θα μείνω»,
πριν σε πιάσουν απ’ το χέρι να σου δείξουνε τον κόσμο,
πριν του έρωτα τραγούδια τραγουδήσεις  ma non troppo,

πριν σκοντάψεις για να πέσεις και να σηκωθείς και πάλι,
πριν τα χείλη του πατέρα ψιθυρίσουν  «στη ζωή την άλλη»,
πριν το δάκρυ σου κυλήσει στην απώλεια που θα’ρθει,
πριν στη ζήση σου να νοιώσεις τι σημαίνει βιοπάλη,

πριν κλειστείς μέσα στο σπίτι και σκεφτείς «καλά ως τώρα»,
πέσε κάτω, προσευχήσου και περίμενε τη μπόρα,
τον κατακλυσμό που θα’ ρθει, που θα τα σκορπίσει όλα
γιατί γύρω σου ο κόσμος δεν ειν’ κήπος μα της κόλασης κονσόλα,

έχει ο άλλος κόσμος πλημμυρίσει
με νεκρούς κατασφαγμένους,
έχει η κόλαση γεμίσει
με χιλιάδες κολασμένους,
ο παράδεισος αδειάζει,
δεν φυτρώνουνε λουλούδια,
στάζει αίμα από κάτω,
ηχούν κόλασης τραγούδια,

ένα πλάσμα τριγυρίζει εδώ πάνω στον πλανήτη,
δεν ειν’ ζώο μήτε ψάρι μήτε γέννημα στη φύση,
έχει όψη νεκρωμένη, ρίχνει βλέμματα φιδίσια
καταπίνει ό,τι ζει κι ό,τι περπατάει ίσια,
σιδερένιοι κρίκοι τρίζουν, χίλια φλόγιστρα ανάβουν
ποδοβολητά δαιμόνων και κραυγές που σε τρομάζουν,
χέρια, πόδια και κεφάλια μεσ’ το αίμα λασπωμένα
γιατί εγώ χτυπώ εσένα μα κι εσύ χτυπάς εμένα.

πριν το βράδυ σαν ξαπλώσεις, λόγια στείλεις εις τον Πλάστη
κάτσε σκέψου και θυμήσου ποιος ζωντάνεψε τον σφάχτη,
ποιος  μοιράστηκε μαζί του της ψυχής το θείο δώρο,
ποιος του είπε πως θα είναι ο κυρίαρχος στον κόσμο,
ποιος του έταξε παλάτια, μια ζωή παραδεισένια,
πως ξεστράτησε το τέρας και ζητά συνέχεια αίμα,

πριν να πεις πως έτσι ήταν η ιστορία του ανθρώπου
κάτσε και αναλογίσου τα λουλούδια κάθε τόπου,
με νερό δεν ποτιστήκαν, τ’ ουρανού το θείο δώρο,
μ’  αίμα ψήλωσαν, τραφήκαν καταστρέφοντας τον χώρο,
εκεί που όλοι σεργιανάμε, και περπάτησαν πολλοί,
ειν’ η γη μας που στενάζει και σπαράζει για στοργή,

τότε μεσ’ τη θεία πλάνη, μεσ’ το απέραντο το σκότος
πες μου Κτήνος είναι, Τέρας ή του Πλάστη μας ο φθόνος;




Τετάρτη 23 Ιανουαρίου 2019

ΟΙ ΔΥΤΕΣ ΤΟΥ ΑΥΡΙΟ







οι δύτες του αύριο
θαρθούν στα ονειρά μας,
θα πουν "που βυθίσαμε,
που βρίσκεται η καρδιά μας;"


κι εμείς με χαμόγελο
και μ' ένα λουλούδι
θ' αρχίσουμε πάλι
της ζωής το τραγούδι!

νερά διασχίσαμε,
θεριά αντικρίσαμε,
αφρούς ανταριάξαμε,
καημούς τραγουδήσαμε,

στα όρια τ' όνείρου
τη ζωή μας τη χτίσαμε,
με δάκρυ, με γέλιο
ποτέ δεν φοβηθήκαμε

γενιά τ' απείρου
με γεύση σιδήρου,
το αίμα που φτύναμε
μ' ανάσα χαρίζαμε,

ν' ανθίσουν οι κήποι,
να βγούνε στον ήλιο
κρυμμένα τραγούδια,
καμένα λουλούδια,

οι δύτες του αύριο
θα'ρθουν μ' αγωνία
κρυμμένα σεντούκια
να βρουν στη γωνία,

θαμμένα στο βούρκο
μιας θάλασσας ξένης
που ήταν στα όνειρα
ίσκιος μιας πλάνης χαμένης,

οι δύτες του αύριο
θα ζουν μ οξυγόνο
στα βάθη βυθών
ανέραστων, ξεχασμένων,

με μάσκες περίπλοκες
κι εξοπλισμούς καταδύσεων
το μόνο που θα'βρουν
ελπίδες ζωής κολασμένων,

οι δύτες που θα'ρθουν
ποτέ δεν θα βρούνε
αυτό που θα τους έκανε
την ψυχή μας να δούνε,

γιατί εκεί στ' απείρου τα βάθη
εμείς τραγουδήσαμε τι είν' η αγάπη,
εκεί στο πέρας, στου φωτός την άκρη,
εκεί απωθέσαμε το δικό μας το δάκρυ....

τόσο μακρυά, τόσο κοντά..




τόσο μακρυά, τόσο κοντά..
(στον φίλο μας, εκεί που αγναντεύει την αιωνιότητα)

τσιγάρο στριφτό, κρασί δυνατό,
μια πεταλούδα σιδερένια τα όνειρά μας,
μαζί ανταμώσαμε το μέλλον
κρατήσαμε τους σφυγμούς της καρδιάς μας,


τόσο μακρυά, τόσο κοντά,
η ζωή χτυπά στο ρολόι δικούς της ρυθμούς,
χανόμαστε και βρισκόμαστε ξανά,
τόσο μακρυά, τόσο κοντά,

ο ορίζοντας είναι μια άσπρη γραμμή
γραμμένη αχνά για να χαθεί
τα πλοία σαπίζουν στα μουράγια,
μοναχικά, έρημα, όταν βρεθούν στην καμπή.

τίποτα δεν μένει εδώ, όλα πετούν
στο άπειρο ελπίδες και πόθοι,
δεν κουβαλάμε τίποτα, σώματα που γερνούν
μαζί ζήσαμε, μαζί χωρίσαμε, γιοί νόθοι

μιας νύχτας λουλούδια, παιδιά του καιρού,
φωνές που ξανά και ξανά μας μιλούν,
το σώμα φευγάτο, ψυχή μικρού παιδιού
στ' άγκιστρο σβήνει, τ' άστρα μιλούν,

τόσο μακρυά, τόσο κοντά,
για σένα υπάρχουμε, για σένα τραγουδάμε,
ζωή μάς ξεπερνάς, μας φυγάδευσες
σε σπήλαια ξένα, εκεί που τρυγάμε

καρπούς και μέλι σε ξένα χείλη,
ποτέ δεν σαρώσαμε την πλάση με μάτια θολά
γιατί είμαστε όλοι, είμαστε ένας
τόσο μακρυά μα τόσο κοντά!!

Τρίτη 25 Δεκεμβρίου 2018

ΕΠΙΛΟΓΗ










είκοσι χιλιάδες μικροι αγγέλοι,
στην άβυσσο τώρα αποκλεισμένοι,
ψέλνουν για σένα, λυγμούς σκορπούν
κι αστέρια γίνονται, τη γη δονούν,


είκοσι τόσες χιλιάδες νότες,
φορούν δεσμά, χαλκεύουν πόρτες
να μπουνε κι άλλοι και να δοξάζουν
αυτό που σπέρνεις, αυτό που μοιάζουν,

δεσμά χρυσά, δεσμά απ' ασήμι
τους γονατίζουν στο μετερίζι,
αυτό που έπλασαν για ν' αμυνθούν
βαθειά στην κόλαση να μη βρεθούν,

δέκα χιλιάδες μικροί αγγέλοι
βάζουν στο δρόμο μας Σφίγγας το μέλι
να ανταριάσουνε οι ζωντανοί,
να καταλάβουν πως ειν' θνητοί,

φραγές στα σύννεφα που πλησιάζουν,
τον ήλιο νοιάζονται και τον θαυμάζουν,
σου λεν' ξεκάθαρα πως ήρθε η ώρα
να πεις ποτέ,για που, πάντα ή τώρα,

δέκα χιλιάδες μικροί αγγέλοι
σάλπιγγες έχουν, βιολιά και βέλη
δεν βεβηλώνουν,δεν σιωπούν
σ' εσένα στρέφονται και σε κοιτούν,

στοχάσου, σύνελθε, βάλε μια ρότα
σ' ένα ταξίδι π' αρχίζει πρώτα
με μια θυσία κι επιλογή
ο θεός φάτνη να βρει στη γη!

Δέκα χιλιάδες μικροί αγγέλοι
προσμένουν τ' άγνωστο, μικρή Νεφέλη,
για να δοξάσουνε αυτόν που τώρα
αφήνει τ' όνειρο, γίνεται μπόρα,

για σένα ψέλνουν, δεν τους ακούς
ο θεός κατέβηκε μεσ' τους θνητούς,
διάλεξε κι ειπε πως ειν' η ώρα
να ζήσει Άνθρωπος σε ξένη χώρα,

βάσανα, πόνοι, καημοί και δάκρυα
ειναι τ' ανθρώπινα τα μονοπάτια,
γι αυτό κι εσεις μικροι αγγέλοι
τον δρόμο δείχνετε σ' Αυτόν που θέλει

να ζήσει τ' άπειρο μέσα στον πόνο,
να λυτρωθεί ξανά στον χρόνο
γιατί να ξέρετε πως ο θεός
Άνθρωπος, διάλεξε, να ΄ναι κι αυτός!

Σάββατο 27 Οκτωβρίου 2018

DEJA VU





Σαν τον κόκο της άμμου που γυρίζει σε πέρλα,
σαν τον έρημο σύντροφο που σου λέει ξανά "έλα",
σαν την κόγχη στο δόρυ που τρυπάει το στέρνο,
σαν παιδί πεινασμένο,πεταγμένο, διωγμένο,


μεσ' τον κόσμο που γύρισες
είδες φλόγες να γλύφουν
τις καρδιές που ματώσανε
απ' την οργή να ξεφύγουν,

σαν του ήλιου την ήριδα, τη φωτιά του θηρίου,
σαν το χάδι που άπλωσες με την αίσθηση κρύου,
σαν της μοίρας το κρυστάλινο και σαρδόνιο γέλιο,
σαν τις νότες που άκουσες μεσ' σε άγνωστο τραίνο,

το λιοπύρι που έκαψε
κάθε πόθο κι ελπίδα,
την ανάσα που χάρισε
κάθε μια ρυτίδα,

μεσ' το σύμπαν ξεκίνησες τρομερός αναβάτης,
είδες όνειρα κύμματα που υμνούν την αγάπη,
είδες πόθους και έρημες, λαμπερές παραλίες,
είδες πράγματα ανήκουστα που φωτίζαν λυχνίες,

είδες το άγριο πέλαγο,
την οργή του χειμώνα,
και τη γλύκα της άνοιξης
στα ποτά του θαμώνα,
σ' ένα έρημο, βρώμικο, θλιβερό καταγώγι
του ανθρώπου τη μοίρα που ξεστόμισε "όχι",

είδες πλάσματα ξένα, θλιβερές παρουσίες
που της ξέρασ' η ώρα, τις ξεράσαν οι μοίρες,
είδες το αίμα του δράκοντα
να σκορπίζει παλαίστρες,
να συγκρούονται γίγαντες,
να σκορπάνε οι τέφρες,

είδες μάτια χαμένα, θλιβερά, σκοτεινά, μαραμένα,
τα πάθη που κοιτούσανε νάναι 'κει σαπισμένα,
και το κάλλος συνάντησες, τη θαμπάδα κι εκείνη
μα σε λίγο κι εκείνο ξαναγίνηκε οδύνη,

είδες νέους με όνειρα,
πλουμιστές πανοπλίες,
του ανέμου τα σύνεργα,
θλιβερές οπτασίες,

είδες ο,τι δεν έπρεπε και εκείνο που εχάθη
στη ζωή ξαναφάνηκες για να γινεις ξανά στάχτη,
είδες άνομα σχέδια, του ανθρώπου ιστορίες,
είδες ο,τι εγίνηκε και ξανάρχεται, μολυσμένοι παρίες,

μεσα στ' άστρα γεννήθηκες
και νομίζεις πως θάσαι
το αιώνιο πλάσμα
που εσύ το φοβάσαι,
όμως
ο,τι ζεις κι ανασαίνεις,
ο,τι πέρασες κι είδες,
στων ανθρώπων τις μνήμες
(μην ξεχνάς)
οι κραυγές μένουν ίδιες.

ΜΟΝΑΞΙΑ






εψαξες τον έρωτα ψηλα
σε κορφές κι αητοφωλιές
μα δεν έφτασες ποτές,
στη μέση της διαδρομής
άλλαξες ρότα, κοίτα να δεις
κι εγω νόμιζα πως ζεις...


τριγυρνούσες σαν στοιχειό
σ' ένα πάθος κι άλλα δυο
σε μια ψεύτικη ζωή
ξαναρχίζαμε μαζί
επειδή στη γη που ζούσες
δεν μπορούσες, δεν πατούσες,

ήσουν για τ' απόμερα, κρυφά,
μελωδία και σαγήνη,
τραγουδούσες στη σελήνη
και σκιαζότανε η φύση
ο ήλιος εστραφτάλιζε
κι έλουζε με χάντρες
όσα η καρδιά σου σφάλιζε
με πόνο τα αγκάλιαζε,

άστρο λαμπρό, αυτόφωτο
στον καθρέπτη τ' ουρανού,
έλουζες μ' ανταύγειες
μονοπάτια, σοκάκια και στοές
εκεί οπου φωλιάζουν ανθρώπινες ψυχές,
εκεί που απαντιώνται αναρίθμητες ευχές,

και σα καράβι τσακισμένο
σ' απόμερες ακτές.
ψιθυρίζεις τις νυχτιές
λόγια πόνου και λυγμούς
γιατι εκεί στους ουρανούς
δεν πρόφτασες, δεν μπόρεσες
τον έρωτα να βρεις,

τον έρωτα που δεν λησμόνησες
και στον άδη αυτομόλησες
της νύχτας οδοιπόρος,
της νύχτας σαλπιγκτής....

Ο ΚΗΠΟΣ ΤΗΣ ΚΙΡΚΗΣ





στης Κίρκης τον λατρευτό τον κήπο
δεν φυτρώνουνε πια λουλούδια,
δεν θα βρεις ρόδα, τουλίπες και κρίνα
δεν θάβρεις χρυσάνθεμα και ζουμπούλια,


μεσ' τον μαγικό κήπο δεν πετουν πεταλούδες,
δεν θ΄ ακούσεις τραγούδια, δεν υπάρχουν όργανα,
δεν υπάρχουν ανάσες ούτε μουσικοί,
οι άρπες σώπασαν, τα κύμβαλα ορφανά ξόανα,

χορτάρι παχύ φυτρώνει σε κάθε σημείο,
άνθρωποι βόσκουν με τη μουσούδα χωμένη στη γη,
παντού δυσωδία, τα ζώα κυλιουνται
στης πλήξης τη μέρα, θορυβώδης σιωπή,

βοσκός-σάτυρος τον αυλό του παίζει
κι ολόγυρα ματώνουν παιχνίδια που τάζει
σε πλάσματα νύχτας και μέρας σκοπούς,
φαντάσματα άλλης εποχής, αδιέξοδους ατροπούς,

στον κήπο της Κίρκης
δεν φυτρώνουν λουλούδια,
τα παιδιά δεν παίζουν
δεν θ' ακούσεις τραγούδια,

ο ουρανός δεν φωτίζει
ο ήλιος καίει και φλόγα χαρίζει
εκεί στο βάθος
που ψυχές αλωνίζει,

μαύρος άνεμος σκορπίζει τέφρα
ανασαίνεις θάνατο,
φτύνεις μίσος κι οργή
η συνείδηση παραέγινε χαλαρή,

στον κήπο του πλούτου,
της ηδονής , της αφθονίας
δεν βρίσκεις αυτό που θέλεις
κοιτάς παραπέρα
ορμη θύελλας, πλουτισμού αγέρα,

εκεί δεν γλύτωσε ο Πολίτης
κι οι σύντροφοι χαθήκαν όλοι,
στον κήπο της Κίρκης
κυκλοφορείς με πιστόλι,

δεν υπάρχει αίσθηση γέννας,
δεν υπάρχει νόστος,
ο Οδυσσέας χάθηκε,
το τέρας χαμογέλασε
ο μονόφθαλμος τον κέρασε,

στον κήπο της Κίρκης
ραδιοκύματα βασιλεύουν,
άγρια ηδονή,
πάθος, ζωώδης ορμή,

σ' αυτόν τον κήπο κοιτάς
και βλέπεις θεά την Εικόνα,
δεν υπάρχει λυτρωμός
το χέρι μακραίνει, νέος κόσμος,
νέος χαμός,

χαλκός σε σύρμα,
χαλαζίας, μικροσυσκευές,
ανόργανη ύλη,
χαμένη ζωή,

οι ποιητές έφυγαν,
σαρκάστηκαν οι στοχαστές,
οι διαφορετικοί έγιναν θύματα
χιλιάδες στόχοι, χιλιάδες βολές,

στον κήπο της Κίρκης
ματώνει κάθε πρωινό,
δεν υπάρχει θέση
γι αναβάτη, για θνητό,

της γης κολασμένοι,
σε στόχο ταγμένοι,
μετάγγίζουμε κρυφά,
κάθε μέρα, κάθε στιγμή,
σταγόνες ζωής, ανθρωπιά,

κι αν χαθούμε στον κήπο,
αγάλματα κρίνουν,
χορδές με λυγμούς
στρώνουν δρόμους σκληρούς,
με πόνο, χαράζουν ορίζοντα
μετά το ολοκαύτωμα,
μονοπάτια άλλου παράδεισου
άλλου ονείρου φραγή,
αλλου ονείρου σπουδή.

Τρίτη 12 Ιουνίου 2018

ΠΑΙΔΕΙΑ




έμαθες να λύνεις εξισώσεις
στοιχεία να στοιβάζεις και να στρώνεις,
προτάσεις κύριες και εξαρτημένες,
κλίσεις, ονόματα, περισπωμένες,
έμαθες να γράφεις παραμύθια
όλα αυτά που λες αλήθεια,
έμαθες τόπους και συγκρούσεις
της ιστορίας παρακρούσεις,
ξέρεις απέξω κάθε σελίδα
αυτά που βλέπεις κι εγώ δεν είδα,
γραμμή- γραμμή τις ξεψαχνίζεις
ανάσα παίρνεις, ανάσα δίνεις,
είσαι στρωμένος σα σε σανίδα
πάνω απ’ τη κάθε σου φτωχή σελίδα,
αγκομαχώντας  περιπολείς
οράματα βλέπεις κι άλλα  θα δεις,
ψηλά κρατώντας τη σημαία, ρομφαία
αυτή που γράφει: χαρτιά, σπουδές και άλλα ωραία,
φαντάζεις  μόνος, θριαμβευτής
αλλοίμονο σου το τι θα βρεις!
Κι από την άλλη σαν σε γυρίσω
άγραφος χάρτης, τι να ορίσω;
Τον ζοφερό τον οίκο, της γης τη μάνα,
καταραμένο κάθε παιάνα,
ορδές σελίδων για τον καημό σου,
για πότε θάβρεις τον άνθρωπό σου,
ποια συναισθήματα σ’ άνθη  της κόλασης,
ποιος επιβάτης και ποιας απόλαυσης,
ποιον ήχο άκουσες να σου μιλάει
τον θαλασσόλυκο να χαιρετάει,
πότε συνάντησες εσύ τον Λόγο
και πως θα μάθεις να ρίχνεις ψόγο
σ’ αυτόν που ξέρει πως η θυσία
είναι πια άσκοπη για περιουσία,
ποιος τον μακάριο, τον γέροντά σου
θα σου τον στήσει ορθά, μπροστά σου,
ποιος θα γεμίσει μ’ ανατριχίλα
όσα η αγχόνη  τρυγά κοφίνια
ενός ανελέητου κι άκαρδου όχλου
ποιος θα σου δείξει την κάνη όπλου;
ποιος θα σε στείλει σε όρη μαγεμένα
στον γέρο-Φαουστους παραδομένα,
ποιος θα σου δείξει την έρμη κόρη
με θεούς να τα βάζει και με την Πόλη;
ποιος μες στο σκάφανδρο που’σαι κλεισμένος,
ποιον θα ξανάβρει ο Εσταυρωμένος,
ποιος τις νεκρές ψυχές θα κλάψει
ποιος θα σου πει γιατί η πλάση
είναι στα γόνατα πάντα σκυμμένη,
ποιος σου’χει πει για την ανέμη
αυτή που πάντοτε γυρίζει
της ιστορίας το μετερίζι,
ποιος θα σταθεί, δίπλα , σιμά σου
για να σκουπίσει τα δάκρυά σου,
να σου μιλήσει για τους ανθρώπους,
για την αταραξία μα και τους τρόπους
για να ξεφύγεις απ’ την ανία
να βρεις τη θεία φιλοσοφία,
ποιους ήχους πρόσφορου οργάνου θείου
θε να ακούσεις σ’ ήχους κρυφού μυστηρίου,
ποιος θα σου δείξει πως έχεις χάσει
το νόημα της Ύπαρξης μα και της Πράξης,
ποιος για σε θα τραγουδήσει
Ωδή Χαράς να σε κοιμίσει,
ποιος θα σου στρώσει λευκά σεντόνια
να σε κοιμίσει στης γης τα χιόνια;
ποιος θα σε μάθει πώς να σκοτώνεις
ο.τι αυθαίρετα φαντασιώνεις,
την άσπρη φάλαινα, τη γκρίζα αρκούδα,
τον άσπρο λύκο και την πατρίδα,
 ποιος θα σε μάθει νέο φεγγάρι
πως άλλοτε γεμίζει κι άλλοτε χάνει
αυτό που τώρα θαρρείς δικό σου,
μοναδικό και θρίαμβό σου;
Λόγια πολλά και άλλα τόσα
θα σου πλημμύριζαν ζωή και γλώσσα,
όμως να ξέρεις, νάχεις μπροστά σου,
πάντα θαμμένο μεσ’ την καρδιά σου,
πως όσα κι αν κάνει η Επιστήμη
στους ανθρώπους πια,  Ανθρωπιά δε δίνει!




Πέμπτη 17 Μαΐου 2018

Fadi Abuh Saleh




Fadi Abuh Saleh

'κει πάνω στ' αμαξίδιο με μια σκισμένη χλαίνη,
μ' ιδρώτα να φεγγοβολά οργή το μέτωπό σου,

αρματηλάτης τρομερός π' όρθιος δεν πεθαίνει
μα μήτε και γονατιστός ζητά τον οβολό σου,
στ' ανάχωμα ξεσκέπαστος, δίχως φωτιά και όπλα,
αντικρυστά λοξοκοιτά τον δήμιο με τη στολή,
τον εκπεσόντα άγγελο που του τα πήρε όλα
με ματωμένη τη χορδή και πέτρα για βολή,
στου πόνου τ' άγια χώματα, στης σταυρωσης τον τόπο,
χιλιάδες είναι οι σταυροί, χιλιάδες κι οι νεκροί,
ο Γολγοθάς μας πρόδωσε, δεν κράτησε τον όρκο,
χιλιάδες είναι οι σταυροί, ένας θ' αναστηθεί,
ένας να γίνει Βασιλιάς, να γονατίσουν όλοι,
ένας κρατάει τη Γραφή μαζί με τη χλιδή,
ένας με το μαστίγιο, θα κλάψει η φύση όλη
γιατί το αίμα αχόρταγο κυλά, δεν κλείνει η πληγή,
σύντροφε, φίλε, αδερφέ, της ίδιας μάνας γέννα,
ξανά σου μπήξαν στο κορμί σίδερα μυτερά,
μα δεν πονάς, δεν ξαστοχάς, δεν σκύβεις πονεμένα
ολόρθος στέκεσαι ξανά κι η γη μας σιωπά
γιατί μας έδειξες ξανά, παλιά, λησμονημένα
πώς η γενιά ημίθεων τ' άδικο πολεμά...