Πέμπτη 18 Μαΐου 2017

ΔΑΣΚΑΛΕ











Ήτανε μέρα μεσημέρι
όταν  σηκώθηκ’ ένα χέρι,
δάσκαλε, μου’πε,  ήρθ’ η ώρα
να σε διδάξω εγώ τώρα!

Δάσκαλε  αυτόν εκεί που βλέπεις
που λέει πάντα πόσο τρέχεις,
αυτός  δεν έχει για να φάει,
αυτόν κανείς δεν τον κερνάει,
ο άλλος πέρα στη γωνία,
αυτός που κάνει φασαρία,
είναι γιατί πια δεν αντέχει
γιατί γονείς ποτέ δεν έχει,
κι αυτή, εκείνη στο θρανίο
το βράδυ τρέμει απ’ το κρύο,
και ‘κεινα κει τα δυό αδέλφια
ζούν μοναχά  σε ξένα χέρια
κι αυτού εκεί που δεν μιλάει
ειν’ η καρδιά του που σκιρτάει
γιατί στη γύρα αυτού του χρόνου
μάνα ‘χει σε κρεβάτι πόνου,
και τ’  άλλο το παιδί σιμά σου
τρέμει και χάνετ’ η λαλιά του
και κάθε βράδυ για να φάει
σε κάδους σκουπιδιών πηδάει!
Δάσκαλε πες μου ποιο ναυάγιο
βρήκε μόνο του μουράγιο,
δείξε μου ποια ψυχή χαμένη
δεν ειν’  στο παρελθόν καμένη,
ποιος πόνος, ποιος άγριος αγέρας
δεν κάνει το παιδί σου τέρας,
ποιος τάχατες θε να βρει λύση
όταν η ζωή τον έχει σκίσει,
όταν τον έκανε κομμάτια
παν’ στου Προκρούστη τα κρεβάτια;

Δάσκαλε, βλέπω πως χλωμιάζεις,
βλέπω πως τρέμεις, πως δειλιάζεις,
γιατί εσύ στη βόλεψή σου
ποτέ  δεν είδες  την ψυχή σου,
δάσκαλε δείξε μου και πες μου
τι θα με κάνει να προσέξω
που ειν’ οι αλγόριθμοι της φύσης,
κάθε προβλήματος οι λύσεις,
δάσκαλε μέσα στην καρδιά σου
ξέρεις πως πρέπει στα παιδιά σου
να πεις πως τώρα οι σειρήνες
δεν τραγουδάνε, στήνουν δίνες,
ο Αχιλλέας δεν λυπάται
που ο φίλος του ποδοπατάται,
δάσκαλε πες τους πως το χιόνι
δεν στροβιλίζεται στ’ αλώνι,
οι εποχές πια δεν υπάρχουν,
την Περσεφόνη τη δικάζουν
να μείνει πάντοτε στον Άδη,
ποτέ μη νοιώσει μάνας χάδι!

Δάσκαλε σήκω να διδάξεις
ό,τι δεν σ’άφησαν να πράξεις,
να πεις πως νόημα δεν έχει
το εκκρεμές αν στέκει ή τρέχει,
να πεις της χημείας τα στοιχεία
θα σας βυθίσουν στην ανία,
να πεις γραφή κι ορθογραφία
ποτέ - πουθενά δεν ήταν μία,
να πεις πως μεσ’ την ιστορία
αποκαλύπτεται η κακία,
ενός φαντάσματος  που  σφάζει,
βιάζει, κλέβει και τρομάζει,
να πεις πως ο,τι  μας υψώνει
το’χουνε θάψει  μεσ’ το χιόνι,
να πεις πως πια δεν έχουν ξάρτια
οι Αργοναύτες ζουν στ’ αμπάρια,
δάσκαλε, θάρρος, μη δακρύζεις
δείξε μας πως ν’  αποφασίζεις
τον κόσμο γύρω σου ν’ αρπάξεις,
να τον σκεπάσεις, να τον φυλάξεις
γιατί οι άγριες Μαινάδες
ειν’ τώρα των καιρών κυράδες,
γιατί, ξανά το σύμπαν όλο
στην αδικία ζει, στο δόλο,
στους δρόμους, τώρα πια, ληστεία
είναι τ’  ανθρώπου η απληστία!

Κοίτα τριγύρω και στοχάσου,
τι κουβαλάς εσύ σιμά σου,
τι ειν’  αυτό που θα αφήσεις
σα θα σκορπίσεις μεσ’  τη φύση;
Δάσκαλε σήκω, δίδαξέ μας,
άσε τους νόμους κι έλα πες μας
πες μας τι θέλεις να διδάξεις,
πες τι ανθρώπους θες να φτιάξεις,
πες μας για τούτον τον πλανήτη,
γι αυτόν που τώρα λεν αλήτη,
για τα παιδιά που ζουν στους δρόμους
για τους πολέμους και τους φόνους,
πες μας να ξέρουμ’ από σένα
πως δυό δεν δίνει ένα κι ένα,
πως κάθε άνθρωπος μονάχος
γίνεται λεία κι όχι βράχος,
δάσκαλε κοίταξε την τάξη
και πες αλήθεια τι είναι εντάξει,
πες μας πως ο καημός θα γίνει δόρυ,
πως θα οπλίσει καθ’ αγόρι,
πες μας πως θα’βρει την ελπίδα
κάθε κορίτσι για ασπίδα!

Δάσκαλε ήρθε η σειρά μου,
άκου τα λόγια τα δικά μου,
ό,τι κι αν έρθεις να διδάξεις
τον κόσμο δούλων δε θα φτιάξεις,
στήσου ορθός κι αναλογίσου
αυτό που λέει η λογική σου,
από τα βάθη των αιώνων
λίπασμα γινόμαστε των χρόνων
μα ήρθ’ ο καιρός πια για ν’ ανθίσει
ο σπόρος που έπεσε στη φύση!
Δάσκαλε, άκου καλά και διδαξέ μας,
όσα φοβάσαι φώναξέ μας,
τα χέρια μας κι αν ειν’ δεμένα
και τα μυαλά μας πλανεμένα
στόχος (από χρόνια περασμένα)
να μη γενούμε σαν κι εσένα….














Πέμπτη 20 Απριλίου 2017

ΕΝΑ ΓΡΑΜΜΑ








μου'χες χαρίσει μια αλυσίδα με εκείνο το γράμμα,
ασήμι λυωμένο που φρουρούσαμ' αντάμα,
ένα σκέτο κρεμαστό, της καρδιάς σου το νάμα
που κρατούσα με πάθος μήπως γίνει το θαύμα,


ένα σκέτο φωνήεν, της αλφάβητου γράμμα,
ένα μέταλλο σκέτο που μου έφερνε κλάμα,
φυλαχτό το θωρούσα κι ειχα κάποια ελπίδα
πως αντίκρυζα πάντα ένα φως που δεν είδα,

ένα γράμμα μονάχο, μια καρδιά λυπημένη
γιατί ήξερα πως ο οίκτος τη φαρμάκωνε, ξένη
σ' ότι τότε ποθούσα, σ' ότι τότε με λαχτάρα
είχε γίνει, παράλληλα, της καρδιάς μου κατάρα,

στο βυθό μιας αγνώμονης θλίψης,
μεσ' την άμμο χαμένο, σημείο πως πάντα θα λείψεις,
μοναχός ανεβήκα σκαλοπάτια θλιμένα
γιατί ενοιωσα όσα είχα για πάντα χαμένα,

ένα γράμμα μονάχο, μοναχά ένας ήχος,
του μυαλού μου λαχτάρα, της ζωής μου ο στίχος,
η μοίρα ζήλεψε και το άρπαξε δόλια
την καρδιά μου σαρώσαν τα αμέτρητα βόλια,

μοναχός περπατούσα και ψιθύριζα μόνος
πόσο άδικος είναι της λαχτάρας ο πόνος,
ένα γράμμα μονάχα που 'χε γίνει σημάδι
στου λαιμού μου το τέλος και στο στήθος ασπράδι,

με το γράμμα στο νου μου επεράσανε χρόνια,
μια φτωχή φωτογραφία μου το θύμιζε ακόμα,
ένα γράμμα που χάθηκε στης ζωής την ομίχλη,
ένα γράμμα που πέθανε πριν ακόμα να ζήσει,

είναι εκείνο το γράμμα, αρχικό στ' όνομά σου,
που χαράχτηκε πλέον σε μια πλάκα σιμά σου,
κι εκεί πέρα μονάχη, μεσ' την πλάνη του νόστου,
ένα γράμμα έχει μείνει απ' τον κρυφό θανατό σου....
Ε

ΓΗ ΚΑΙ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ


Εγερτήριο, ο ήχος μιας σάλπιγγας, ξεραμένος, στεγνός, βουβός,
ένα ίδιο πρωινό όπως όλα τ' άλλα,
είσαι έτοιμος για άλλη μια μέρα στο κνούτο,
έγινες μηχάνημα, ρυθμισμένο και προγραμματισμένο
(εσύ πιστεύεις για μεγάλα πράγματα)
εξάρτημα της μηχανής που συνθλίβει ζωές και παράγει,
παράγει διαρκώς το αζήτητο, το άυλο, το άχρωμο,
φοβάσαι, φοβάσαι για τη ζωή σου
όμως η ζωή σου δεν σού ανήκει...


δουλεύεις στο λαβύρινθο της μηχανής του κέρδους,
αποξενωμένος απ' όλα, απ' όλους, απ' τη ζωή σου,
θλιμμένα βλέφαρα πεταρίζουν σε άδεια μάτια,
άλλο ένα βήμα για το τέλος, άλλο ένα βήμα στο μονοπάτι
της ερημιάς της ψυχής, της ανυπαρξίας της ύπαρξης,
σκυφτός, αν και όρθιος, χαμένος αν και με τόσα κέρδη,
ζηλεύεις το μονόπτερο που όλη του η ζωή είναι μια μονάχα μέρα
αλλά γεννιέται, ζει, ζευγαρώνει και πεθαίνει,
το πέρας του χρόνου σε απόλυτη τιμή,
το μυστήριο της φύσης, η φύση της ύπαρξης,
φοβάσαι για τη ζωή σου
όμως αυτή δεν σου ανήκει...

γυρνάς κατάκοπος αλλά ικανοποιημένος σκλάβος,
έφερες σε πέρας το πλατάγισμα των κουπιών της γαλέρας,
ο ρυθμός από τα κίμβαλα αντηχούν ακόμη στ' αυτιά σου,
ρυθμός, ρυθμός, ρυθμός να παράγεις, να τραβήξεις κουπί,
μισείς τους κωπηλάτες αλλά είσαι στο ίδιο σκάφος,
μισείς τον τιμονιέρη αλλά σ' αυτόν στηρίζεις τις ελπίδες σου,
μισείς το σκάφος, τη θάλασσα, κουπιά και άρμενα,
ιστία και σχοινιά, σανίδες και αλυσίδες,
ο θόρυβος του περαματάρη, το κέρμα πάνω στα μάτια σου,
η πληρωμή του,
φοβάσαι για τη ζωή σου
όμως αυτή δεν σου ανήκει...

φοβάσαι να αναστηθείς, να αντιπαλέψεις,
να συντριβείς ή να θριαμβεύσεις,
φοβάσαι τόσο, μα τόσο πολύ, να είσαι ελεύθερος,
έρμαιο και λάφυρο στο κούρσεμα των ζωών,
φοβάσαι να μιλήσεις, να κρίνεις, να αγναντεύσεις
πέρα από το χώμα που σε περιμένει μπροστά σου,
έχεις αναδείξει σε κυρίαρχη λατρεία τον πιο ακραίο αταβισμό,
τρόπος ζωής, όνειρο ζωής,
φοβάσαι για τη ζωή σου
όμως αυτή δεν σου ανήκει...

κάποια σου έδωσε πνοή, σε έβγαλε στον ήλιο,
επιλέγεις το σκότος, την αφάνεια, το θολό τοπίο
μιας τετριμμένης, μισάνθρωπης και ευτελούς ζωής,
επιλέγεις το πλήθος, τον κορεσμό του τέρατος,
το λάβαρο του πεπρωμένου, την αναντιστοιχία της μοίρας,
ζεις αλλα δεν υπάρχεις, γλεντάς, αγοράζεις, πουλιέσαι
στην πιο φτηνή τιμή, ευκαιρία για τον κάθε τυχοδιώκτη,
τον κάθε υπάνθρωπο που διαφεντεύει ζωές,
ψυχοφάρμακα, θεραπείες, εξετάσεις,παλμογράφοι, ακτίνες,
φοβάσαι για τη ζωή σου
όμως αυτή την έχεις ήδη ξεπουλήσει...

κάποτε έφτιαχνες τη δική σου βαλίτσα,
τη φόρτωσες με ελπίδες, ιδέες μεγάλες, αλτρουισμό,
θυσία, αναζήτηση, κρίση, πάθος, ελευθερία,
την έθαψες βαθειά κάτω στα υπόγεια της ζωής σου,
σάπισε το δέρμα, σάπισε και το περιεχόμενο,
δεν την αναζητάς, τη λοιδωρείς άμα τη σκέφτεσαι,
προσγειώθηκες, έγινες άνθρωπος, νομοταγής πολίτης,
οικογενειάρχης, επαγγελματίας, αδίστακτος.
Γη και Ελευθερία, Αγώνας και Λύτρωση, Θυσία,
αυτά σε κρατούν στη ζωή,
αλλά εσύ φοβάσαι για τη ζωή σου
φοβάσαι για κάτι που ποτέ δεν απέκτησες...

ΜΑΖΙ, ΣΤΑ ΘΡΑΝΙΑ..


(στη Σοφία)

πρώτες αχτίδες και είσαι μονάχος,
στου ήλιου το φέγγος δεν εισαι πια βράχος,
κοιτάζεις και βλέπεις να λείπει η νιότη
εκείνη η άδολη, κρυμμένη αθωότητα,
μισή καλοσύνη, μισή πραότητα,
θυμάσαι τα όνειρα, τη ζήση την πρώτη,
και είσαι μονάχος, της θλίψης στρατιώτη..


ξυπνάς στο κρεβάτι και είσ' ιδρωμένος,
θυμάσαι τη σύναξη, διαρκώς προδομένος,
γραμμές τα θρανία, γραμμές η ζωή μας,
φωνάζαμε, λέγαμε πως θα'μαστε άραγε
στον κόσμο που έρχεται, στον κόσμο που χάραζε,
οι πρώτες αγάπες, τα όνειρα, η στιγμή μας,
παντού διακρίναμε σιωπηλή την κραυγή μας....

αστέρια, λουλούδια, χρώματα κι εικόνες,
στο γκρίζο του κόσμου, σ' άγριους χειμώνες,
μα εμείς πάντα, στητά στις γραμμές μας,
στα ξύλινα έδρανα, στη σιωπή της ώρας,
στη φυλακή της καρδιάς μας, στον ίσκιο της μπόρας,
κρυφά, μυστικά, ψιθυρίζαμε τους καημούς μας,
σε μια ρουτίνα που τερμάτιζε τους παλμούς μας...

στο σκοτάδι, το φως βλέπαμε τριγύρω,
μικρή η αγκάλη που σάρωνε τον κόσμο μας,
μεγάλο το πάθος που ίσιωνε το δεσμό μας,
κάθε μέρα, κάθε ώρα, μια ζωή πριν να γείρω
στις αγκαλιές των ματιών που μας έβλεπαν χρόνια,
στην αψίδα του χρόνου ξαναστήναμε βρόγχια,
ξένοι σε ξένους, κι όμως τόσο δικοί μας...

ξυπνάς και βλέπεις πως είσαι πια μόνος,
χαμένες κραυγές σ' ανύποπτους χρόνους,
κομμένες ανάσες στους πρώτους μας πόθους,
εικόνες αγίων σε αίθουσες που κατοικεί ο πόνος,
που είστε στ' αλήθεια, ποια μοίρα μας δίκασε
ποιος χρόνος προστάζει, ποιά ζωή πια μοίρασε,
ποιο φως και ποιο σκοτάδι;;
φιγούρες βγαλμένες απ' την πρώτη μας νιότη,
παντού, μα και πάντα, σας βλέπω στη σειρά μας την πρώτη,
τα χέρια ψηλά, σκυφτά το κεφάλι,
στην άηχη ρότα μας, στης μοίρας τ' αγιάζι,
παντού σας κοιτάζω, παντού σας θωρώ,
το μέγα το θαύμα δεν είναι πια εδώ,
σκοτάδια χωρίσαν τον ένα απ΄τον άλλο,
σε τούτη τη γη ματώσαμε κι άλλο,
κανείς δεν ξεχνάει την πρώτη τη νιότη,
κοιμάται, ξυπνάει και λέει τον χρόνο προδότη!!

ξυπνάς με άγχος, θλίψη κι εισ' ιδρωμένος
ξεχνάς, μα κι ελπίζεις
κάπου εκεί στο σύμπαν θα βρούμε γοργά τη σειρά μας
κι όλοι, ξανά από την αρχή θα ζήσουμε, παντοτινά, τη χαρά μας...

(στους συμμαθητές μου που συναντώ κάθε βράδυ)

Παρασκευή 7 Απριλίου 2017

ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΞΑΝΑ



Χριστέ μου σαν θα σταυρωθείς
κοίτα να μην αναστηθείς,
μείνει 'κει πέρα στο σκοτάδι
γιατί τη γη την κάναν' Άδη,


Χριστέ μου τώρα στο μαρτύριο
μη συγχωρέσεις το θηρίο
αυτό που έχει ανταριάσει
και κόλαση έκανε την πλάση,

αθώο πνεύμα στο σταυρό σου
μη σκύψεις, κοίταξε ομπρός σου,
δες και πεσ' μου αν αξίζει
ο κόσμος όλος να δακρύζει,

φωτιές, κατάρες και πολέμοι,
του μίσους όλοι οι ανέμοι,
χτυπούν και σπρώχνουν τα καρφιά σου
να μπούν πιο μέσα, στην καρδιά σου,

ω συ που στους σφαγείς σου
χάρισες άδολα την άφεσή σου,
κοίτα και πες μου "ποιος στον κόσμο
θα μπει ξανά σε τέτοιο κόπο,

ποιός της αγάπης, της ειρήνης,
της φτώχειας, της αδελφοσύνης,
ποιός με καρδιά αλλοπαρμένη
θα στρέψει αλλού την ειμαρμένη,

ποιός, μεσ' του σκοτωμού το θέρος,
θα γίνει σφάγιο σ' αυτό το μέρος,
ποιος θα μαντρώσει το θηρίο,
ποιος θα ζεστάνει αυτό το κρύο";

Γιέ μας απάνω στο σταυρό σου,
γεύσου το αίμα το δικό σου,
γεύσου και πες μας αν αξίζει
αντι νερό να δίνεις ξύδι,

ω του καιρού ουράνιο πλάσμα,
στήσου και δες το μαυρο χάσμα
αυτό που φτιάχνουνε με δόσεις
εκείνοι που 'ρθες για να σώσεις,

Χριστέ μου πάνω στο σταυρό σου
αναλογίσου, συγκεντρώσου,
ξανάβρε 'κείνη την οργή σου
που τρέμουν όλοι οι εχθροί σου,

πιασ' το κεφάλι απ' το κτήνος
κόφτο, σηκώσου γίνε Εκείνος
που ποδοπάτησε σ' όλη τη γης
εμπόρους, φαρισαίους, γραμματείς,

Χριστέ μου, στο ξύλο καρφωμένος
σταμάτα πια να'σαι θλιμμένος,
ακου η γη σου σού φωνάζει
πέφτει παντού φωτιάς χαλάζι,

βγάλε το σίδερο απ' τα χέρια
καν'το ρομφαία, καν' το σφαίρα,
σημάδεψε και μη διστάσεις,
ο θάνατος δεν κάνει στάσεις,

δες τώρα η φύση όλη
του Εχθρού σου έγινε η Πόλη,
η κόλαση, το δίχως άλλο,
από 'κει κάτω ήρθε πάνω

κι όταν θαρθεί εκείνη η ώρα
με όπλο στήσου και προχώρα
γιατί ο μέγιστος εχθρός σου
είναι Αυτός, ο άνθρωπός σου!

Τετάρτη 5 Απριλίου 2017

ΤΙ ΜΑΣ ΕΧΕΙ ΑΠΟΜΕΙΝΕΙ;

                                                               








τι μας έχει απομείνει
στης ζωής μας το διάβα,
στων καιρών μας τη λάβα,
στης ψυχής το καμίνι;


τι μας έχει απομείνει
σ' ένα άδειο σαρκίο,
σε μια χώρα αιδείο
που μας δένει και λύνει;

τι μας έχει απομείνει
στου ηλίου τη λάβα
στην πλατεία την άδεια,
σ' ένα κόσμο που φθίνει;

τι μας έχει απομείνει
στο σκοτάδι του Λόγου,
στη ματιά του διαβόλου,
στη χαμένη σελήνη;

τι μας έχει απομείνει
σ' ένα τόπο κρανίου,
σε μια λόγχη θηρίου
που στα σπλάγχνα έχει μείνει;

τι μας έχει απομείνει,
ποια Ανάσταση θάρθει
ποιος Αμνός θα μας μάθει
ποιος θυσία θα γίνει;

τι μας έχει απομείνει,
ποια λαχτάρα γι αγάπη,
ποια στοργή και ποιο δάκρυ
ποια οργή μας αφήνει;

τι μας έχει απομείνει
σ' ένα κόσμο σκοτάδι,
σε καντήλι δίχως λάδι,
ποιου παιδιού τη γαλήνη;

τι μας έχει απομείνει
στην εικόνα που ζούμε,
σε αυτό που ζητούμε
και ποτέ δεν θα γίνει;

τι μας έχει απομείνει
σ' ένα απέραντο μνήμα
με κομμένο, της ζωής μας το νήμα,
ποια αλήθεια θα λαμπρύνει

ένα άσβεστο πάθος
για ειρήνη κι αγώνα
στον καινούργιο αιώνα
που ξεκίνησε λάθος;

τι, αλήθεια, έχει μείνει
απ' τις φρούδες ελπίδες,
απ' τις χρυσές ηλιαχτίδες
που λαμπαδιάζουν τη μνήμη;

τι μας έχει απομείνει,
ποιο στοιχειό μας στοιχειώνει,
ποιο καρφί μας ματώνει
στο σταυρό που σαπίζει,

τι θα βρουν τα παιδιά μας,
τι θα πουν οι δασκάλοι,
άδειοι, μουγκοί όπως οι άλλοι,
ποιος μιλά στην καρδιά μας;

τι μας έχει απομείνει,
στη ζωή που αρχίσαμε,
στον βωμό που συρθήκαμε
με φορτίο την ευθύνη;

τίποτα πια δεν θα μείνει,
κι αν η ελπίδα πάντα βγαίνει
τελευταία
και ιστό παντα υφαίνει,
είναι επειδή η αγάπη
κάπου εκει έξω γυρνάει
και εκεί για πάντα θα μείνει....

Τρίτη 21 Μαρτίου 2017

Ποια ημέρα; ποια Ποίηση;

                                                                           

Η Ποίηση δεν έχει ημερα γιορτής
γιατί η Ποίηση ειναι δημιουργία,
είναι το αέναο λαμπύρισμα στο σκοτάδι της ανθρωπότητας,
οι οδύνες της γέννας, το κλάμα της μάνας,
ο ανθός των μπουμπουκιών που σιγοσκάνε την άνοιξη,
η ανταύγεια του ήλιου στη θάλασσα
κάθε πρωινό και κάθε δείλι,
είναι η πέτρα του κτίστη στο θεμέλιο,
η πρώτη πινελιά στο μουσαμά,
η πρώτη φθινοπωρινή σταγόνα στο διψασμένο έδαφος,
ο πρώτος καρπός της ελιάς που μεστωσε
στο ζωοφόρο δέντρο,
η κραυγή του κατάκοιτου, του ασθενή,
ο πόνος και ο σπαραγμός της απώλειας,
ο περιπλανώμενος διαβάτης στο χέρσο μονοπάτι,
το τραγούδι της παρέας,
ο λυγμός του ποιητή,
ο ανεκπλήρωτος έρωτας,
είναι η σκιά του άγγελου στην κούνια του μωρού,
το θείκό άγγιγμα στη μέγιστη δημιουργία του,
ο ήχος του κελαριστού νερού,
το ξέπλυμα της πέτρας από το θαλασσινό κύμα,
είναι η δίψα της ύπαρξης,
ο καθημερινός αγώνας κι η σταγόνα
που κυλάει στο μέτωπο,
είναι το κάθε πρωινό κι η σκοτεινή αβεβαιότητα,
είναι η λαχτάρα της επιστροφής
στον τόπο που αγάπησες, στον τόπο που γεννήθηκες,
η αύρα του μελτεμιού που σιγοτραγουδά
στα καλοκαιρινά σμηξίματα, στον εφήμερο έρωτα,
είναι το αλλόκοτο φως του άστρου που έχει χαθεί
αλλά φεγγοβολά ακόμη,
είναι η Αγάπη κι ο Πόνος, το Καλό και το Άδικο,
ποίηση είναι η διαρκής πάλη για μια καλύτερη ζωή,
για την ευγνωμοσύνη στα ματια κάθε σύντροφου,
είναι το πάθος των περιπλανώμενων ψυχών,
η ματαιοδοξία μα και το μεγαλείο του ανθρώπινου γένους,
το πρώτο μας φιλί, το πρώτο σκίρτημα της καρδιάς,
το πρώτο μας μεθύσι, το πρώτο μας τσιγάρο,
ποίηση είναι η παλιά μας γειτονιά, τα γεράνια,
τα τριαντάφυλλα και τα γιασεμιά,
είναι η φωνή της Ζωής, ο αντίλαλος αυτού που δεν ζούμε,
είναι η ηρωϊκή μας έξοδος σ' ένα μακελάρη κόσμο,
είναι η κοινοποίηση της Ψυχής μας στο Σύμπαν,
το βιβλίο που ανοίγουμε για να κάνουν
οι άλλοι τη "διάγνωση", είναι τα προσωπικά μας όρια
και το διαρκές ξεπέρασμά τους,
είναι το δώρο του Ποιητή σ' αυτούς που καραδοκούν
για ανθρώπινη λεία,
είναι το όπλο της Ανθρωπότητας απέναντι στο διαρκή θάνατο,
είναι η Ελπίδα της Μελαγχολίας, η άρνηση της Άρνησης,
η Ποίηση είναι το Είναι, το Όν και το Γίγνεσθαι,
γι αυτό και για όσα κράτησα κρυφά
η Ποίηση δεν έχει δική της γιορτή, τη δική της ημέρα,
η Ποίηση Ποιεί διαρκώς το Όμορφο σ' ένα κόσμο όλο ασχήμια.....

Σάββατο 18 Μαρτίου 2017

Κοινωνική Δικτύωση

                                                                     

Pixels και χρώματα,
μικρά, μικρά στίγματα στον χάρτη της οθόνης,
αναπαράγουν το Τυχαίο επαναλαμβάνοντας το Ίδιο,
διαθέτουν Στρατηγική, Τακτική και Εκπαίδευση,
φορτώνουν με Χρώματα το Ασπρόμαυρο της Καθημερινότητας,
βοούν, ουρλιάζουν,
υφαίνουν τον Ιστό της Εγκατάλειψης, της Μοναξιάς,
είναι μικρά και α-σήμαντα,
υμνούν τις Σειρήνες και ψέλνουν τις ωδές τους,
λατρεύουν τους Λωτοφάγους,
μοναδική τροφή η Λήθη,
μοιράζουν τροφή στο αγελαίο πλήθος
και ορμή στον αναβάτη του Χάους,
συμπιέζονται, συμπυκνώνονται, συνεργάζονται,
κωλυσιεργούν τη μετάβαση στη Ζωή,
διδάσκουν τη λατρεία του απέθαντου,
του ετεροχρονισμένου, βαλσαμωμένου, υστερόβουλου,
αχόρταγου Εγώ,
διχάζουν τον Χρόνο, εξαφανίζουν τις Μέρες,
υμνούν τον αιώνιο Ύπνο του Ενδυμίωνα,
την ασυναίσθητη συνεύρεση με το σώμα της Σελήνης,
παθητική ύπαρξη ξέχειλη από ενέργεια,
παθητικός ο Έρωτας, παθητικό το Μήνυμα,
η Κίρκη τα ποδηγετεί, τα χειραγωγεί και τα μαντρώνει
κι αυτά - με τη σειρά τους - διδάσκουν την Απόλαυση του Κτήνους,
δεν υπάρχει οσμή, δεν υπάρχει γεύση,
ούτε ορίζοντας στους οφθαλμούς μιας ζωώδους ύπαρξης,
μέσα στην αιθαλομίχλη της επιστήμης
στιβάζουν τα άνθη του Άλλου, του Απόκοσμου,
πλέκουν γιρλάντες με χρυσές στάλες,
φορτώνουν την Ύπαρξη με Βεβαιότητα,
απασφαλίζουν τη βόμβα της άηχης Έκρηξης,
της θλιβερής Μονοτονίας, του έλεγχου του Νου,
οργώνουν τ' άψυχα σπαρτά, σάπιοι καρποί,
δοξάζουν τον αιώνιο Εγκλεισμό της Περσεφόνης
που χάθηκε για πάντα στον Άδη,
μοιράζουν άνισα τη Θλίψη, το Φόβο,
ρισκάρουν στην αρένα το σήμα του Καίσαρα,
Εκατόγχειρες, Τιτάνες, Γίγαντες
απειροελάχιστα στίγματα
συγκλονίζουν το σύμπαν,
σφυρηλατούν τους ήλους των νέων σταυρών,
χαράζουν την πορεία στο Γολγοθά,
καρφώνουν την Εικόνα, ξανά και ξανά,
αρπάζουν την Αργώ και τη συντρίβουν στα βράχια,
δεν υπάρχει Τρόπαιο, δεν υπάρχει Δέρας,
το ταξίδι δεν ξεκίνησε ποτέ,
ενθαρρύνουν τα αρπακτικά που λουφάζουν,
τα ταϊζουν με αίμα, χολή και μίσος,
τα ξαμολούν πίσω από τα Άνθη του Κακού,
ουρλιάζουν στην αυτοκρατορική πομπή του Θριάμβου
της συντριβής των βάρβαρων, των αδούλωτων, των εξεγερμένων,
δαμάζουν τα Κύματα, υψώνουν τηνΤρίαινα ενάντια στην Αιγίδα,
αντιστρέφουν τους πόλους,
η Ιστορία ξαναγράφεται με διαρκείς κύκλους και επαναφορές,
το Ίδιο παράγει το Άλλο, το Άλλο παράγει το Ίδιο,
φιμώνουν τη Μνήμη, εχθρεύονται τον Λόγο,
μικρά, μικρά στίγματα στον χάρτη της Μοίρας,
ο θρίαμβος της Χειραγώγησης,
το κουτί της Πανδώρας,
η θυσία της Αλκμήνης,
ο πόθος της Φαίδρας,
η οργή της Μήδειας,
το πάθος των Μαινάδων,
βακχικά όργια από τους Μυρμιδόνες της Μαύρης Οθόνης.
Ο πόλεμος ξεκίνησε,
ατελείωτα στρατεύματα, αχανή πεδία μαχών,
Κυρίαρχοι "ιδού ο στρατός σας",
υπόδουλοι "ιδού οι Κυρίαρχοί σας"!!

Δευτέρα 23 Ιανουαρίου 2017

ΓΙΟΡΤΗ






Δεν γιορτάζω εγώ,
Δεν ελπίζω πια κάτι,
Όμως σήμερα είναι
Που γιορτάζει η αγάπη
Μπορεί νάναι τίποτα,
Μπορεί νάναι, όμως, και κάτι..

Περπατώ σ’ άγονους τόπους,
Σε καμένη γη φτερουγίζω
Και ρωτώ
Μην την είδαν,
Μην ακούσαν θροή της,
Μην ακούσανε κάτι…

Μεσ’ τους άδειους τους δρόμους,
Στις σκιές που γυρίζουν,
Στο λαμπύρισμα φώτων
Σταματώ και γυρίζω
Ν’ αντικρύσω το φάντασμα
Που ξοπίσω μου πάει,
Να ρωτήσω αν είναι
Μια ακόμα οφθαλμαπάτη…

Σε στενά και πλατείες,
Κάθε μέρα και νύχτα
Τριγυρίζω αλαφιασμένος
Και παντού ψιθυρίζω:
«είναι κάτι που στ’ αλήθεια
βαθειά με στοιχειώνει,
Είναι κάτι που αργά
Σιγολιώνει το χιόνι,
Είναι άρωμα χυμού
Από άγρια καρύδα,
Από λεβάντα και κέδρο,
Από ρόδα και κρίνα,
Είναι άρωμα από κάτι
Που ποτέ μου δεν είδα;»

Στους απέραντους κάμπους,
Και με κρύο και με ζέστη,
Αναρωτιέμαι τι είναι
Αυτό που αδιάκοπα με μανία
Την ψυχή μου την έλκει,
Σαν κοπάδι από άγρια,
Και ατίθασα ζώα
Που τριγύρω γυρίζουν
Και δεν έχουν πια ρότα,

Δεν γιορτάζω απόψε,
Τριγυρνώ και μεθάω
Με τη λάμψη των άστρων
Με του ήλιου το δείλι,
Με της νύχτας τ’ αδράχτι,
Κι όλο πίσω μου βλέπω
Μια γλυκιά οπτασία,
Της ζωής μου μουράγιο,
Της ζωής μου κουράγιο,
Της ζωής μου ναυάγιο….

Προχωρώ και στοιχειώνω
Τα σοκάκια που ζήσαν
Τον χορό Νηρηίδων,
Το τραγούδι του Πάνα,
Την οσμή κάθε γέννας
Με τα μάτια της μάνας…
Κι όσο τρέχω, ανασαίνω
Και βαθιά μου πονάω
Γιατί σήμερα είναι
Η γιορτή της ανάγκης,
Η γιορτή της ζωής μας,
Η γιορτή της αγάπης….

Κυριακή 22 Ιανουαρίου 2017

ΦΥΛΑΧΤΟ


έστησες τα ονειρά σου
σε αυλαία με πανί
και κατάληξαν στο καναβάτσο,
στο αιμόφυρτο σκοινί,


άνισος αγώνας,
παντού φυσά βοριάς
κι εσύ σκοπεύεις απ' το κλείστρο
μπας και βρεις παρηγοριά,

δίπλα σου καίγοντ' όλα
μα εσύ λοξοδρομείς
γιατί έγινε σκληρός ο δρόμος
κι επιμένεις, δεν θες να δεις,

τα συντρίμια μιας ζωής,
κάστρα μ' ανηλιαγες στοές
και στην πύλη φρούραρχοι
εφιάλτες με στολές,

δειλινό, σούρουπο κι αυγή
γενήκαν τώρα ένα,
όνειρα δεν βλέπεις πια
ειν' όλα ματωμένα,

μεσ' της ζωής το μονοπάτι
δίχτυα σ' απλώσανε σωρό,
μη φύγεις, μη λευτερωθείς
απ' της ζωής σου τον καημό,

αγνάντι βλέπεις ξαστεριά,
όπλα αστράφτουν κι αστραπές
μα ζαλισμένος κάθεσαι
φούντα ναν' και ναργιλές,

δε θέλεις πια να σηκωθείς,
τερτίπια βγάζεις και λαλείς
πως πήγε στράφι μια ζωή
μέσ' τού ονείρου τη στροφή,

κι όμως απέναντι θα δεις
στητούς, αλώβητους αετούς,
παιδιά, μανάδες και γονιούς
να τάζουν στ' όνειρο βολβούς,

σπόρους, λίπασμα και χέρσα γη
κι από 'κει, μεσ' το χαμό,
βλέπουν να πετιέται σα θεριό
του ονείρου τους το φυλαχτό!!