Κυριακή 22 Μαΐου 2016

ΟΡΦΕΑΣ






Μισώ στο φεγγάρι
τη μαύρη ουρά του,
τ’  αστέρια που κρέμονται
χυτά στα πλευρά του,

μισώ το φεγγάρι
γιατί θα μου λείψει
στη γη σαν ξανάρθω
για να ‘βρω τη θλίψη!

Μισώ το σκοτάδι
γιατί στ’  όνειρό του
προβάλλει το χάδι
που βλέπει ομπρός του,

μισώ της νυχτιάς
την αθώα σαγήνη
γιατί ο νοτιάς
τη μουσκεύει κι εκείνη,

τ’  αθόρυβο βήμα
της νύχτας που θροΐζει,
τα άνθη, τη ρίμα
παντού τα σκορπίζει.

Ζηλεύω τ’  αθώο
λουλούδι της νύχτας
γιατί ευωδιάζει
σαν τέλειος αρτίστας,

ζηλεύω τ’ αστέρια
που φέγγουν μονάχα
χωρίς να τα σκιάζουν
τ’  απείρου τα βράγχια!

Ζωή μετρημένη
σαν τάφος κλειστή,
ζωή βυθισμένη
σ’ ανόσια κλαγγή,

ζωή που ζηλεύει
τον άπειρο χρόνο,
τον θόλο του σύμπαντος,
του χάους τον θρόνο!

Σκοτάδι τριγύρω
ενός μακελάρη
τα ξίφη ουρλιάζουν,
ποιον τάχα θα πάρει;

Το έρεβος τούτο,
το πιάτο του τρόμου
τροφή για τον Πλούτωνα
σ’ αγύριστο δρόμο!

Μισώ τη Σελήνη,
μισώ το φεγγάρι,
μισώ τη γαλήνη
στης γης το χορτάρι
που μισεί και κραυγάζει
πως ήρθε η ώρα
που τη γη θα τραντάξει
του Χάρου η μπόρα,

Μισώ το σκοτάδι
της νύχτας το φως
γιατί σαν θαμπώνει
δεν βλέπω εμπρός,

μισώ της ψυχής μου
την αιώνια καταδίκη
ποτέ να μη σώσω
τη  γλυκειά Ευρυδίκη!

Τρίτη 17 Μαΐου 2016

ΓΡΑΜΜΑ ΣΤΟΝ ΑΝΩΝΥΜΟ ΚΑΘΗΓΗΤΗ.




(επειδή υπάρχει και ο … άγνωστος στρατιώτης)


-σ' ευχαριστώ άνθρωπέ μου που έκατσες υπομονετικά τόσο χρόνο μαζί με το παιδί μου για να του εξηγήσεις ορισμένα πράγματα που μπορεί (και) να τα χρησιμοποιήσει στη ζωή του,
-σ' ευχαριστώ άνθρωπέ μου που ανέχτηκες την αδιαφορία και την ειρωνεία των παιδιών μου επειδή θέλησες να κάνεις σωστά τη δουλειά σου,
- σ' ευχαριστώ άνθρωπέ μου που παράβλεψες την ανωριμότητα, την εμπάθεια, την απαξίωση των παιδιών μας και συνέχισες (με βαρίδια στην ψυχή) να προσπαθείς να διδάξεις και όχι να ρητορεύσεις...
-σ' ευχαριστώ άνθρωπέ μου που αγωνίστηκες τόσο σκληρά απέναντι σε ένα εξοντωτικό, απάνθρωπο, μαζοποιητικό και απρόσωπο σύστημα που θέλει να φτιάξει ανθρώπους-μηχανές και όχι ανθρώπους-στοχαστές,
-σ' ευχαριστώ άνθρωπέ μου επειδή ποτέ δεν έσκυψες κεφάλι μπροστά στη δαμόκλειο σπάθη της αποστήθισης μιας προγραμματισμένης γνώσης, στον κέρβερο του αναλυτικού προγράμματος και στα φτιασίδια μιας ανύπαρκτης παιδείας,
-σ' ευχαριστώ άνθρωπέ μου που έδωσες την ευκαιρία να γνωρίσουν τα παιδιά μας ένα σύντροφο, βοηθό, εξομολογητή, ψυχαναλυτή, αγωνιστή γι αυτά που βιώνουν και γι αυτά που έρχονται,
-σ' ευχαριστώ άνθρωπέ μου που δεν λύγισες και δεν έκανες πίσω στις κακοήθειες όλων εμάς, των γονιών, που γνωρίζουμε πως πρέπει "εσύ" να κάνεις σωστά τη δουλειά σου,
-σ' ευχαριστώ άνθρωπέ μου επειδή τα παιδιά μας θα έχουν να θυμούνται στη ζωή τους και εικόνες από ανθρώπους που αγωνίζονταν για ένα καλύτερο κόσμο και όχι για να πλουτίσουν, να βρουν ιδιαίτερα, να μοσχοπουλήσουν τη δήθεν επιστημοσύνη τους,
-σ' ευχαριστώ άνθρωπέ μου επειδή έδειξες κατανόηση, συμπάθεια και αγάπη στα παιδιά των ανθρώπων που ζουν ανάμεσά μας και που ενώ εμείς δεν τους βλέπουμε, εσύ διάβασες στο κούτελο των παιδιών τους, τα φοβερά οικογενειακά, κοινωνικά, οικονομικά κ.α. προβλήματα που ξέσκιζαν τις ψυχές τους,
-σ' ευχαριστώ άνθρωπέ μου επειδή τα παιδιά μου έμαθαν να μη φοβούνται να σε χτυπούν φιλικά στην πλάτη, να σε φωνάζουν δάσκαλο ή Σπύρο, Γιάννη, Γιώργο, Παναγιώτα, Κατερίνα, Ιωάννα κ.α. επειδή η οικειότητα που τους καλλιέργησες συμβάδιζε με τον σεβασμό και την αναγνώριση των γνώσεών σου και κυρίως της ανθρωπιάς που κρύβεις μέσα σου,
-σ' ευχαριστώ άνθρωπέ μου γιατί εξακολουθείς σε όλες αυτές τις φριχτές συνθήκες που ζούμε, να παραμένεις παράδειγμα για τους νεότερους δασκάλους και καθηγητές που θα επανδρώσουν τα σχολεία με αλαζονεία, απαξίωση, πειθαρχημένη αλλά ανούσια και ισοπεδωτική παροχή (μάλλον) άχρηστων γνώσεων,
σ' ευχαριστώ άνθρωπέ μου επειδή τα παιδιά μας θα εξακολουθούν, σε όλη τους τη ζωή, να έχουν και ένα διαφορετικό πρότυπο για να τιθασεύουν τον άγριο εγωισμό που τους καλλιεργεί αυτό το απάνθρωπο σύστημα,
-σ' ευχαριστώ, τέλος, άνθρωπέ μου επειδή είσαι πρώτα απ' όλα Άνθρωπος και παράλληλα Δάσκαλος, πράγμα που ξεχάσαμε τι σημαίνει θυσιάζοντας τα παιδιά μας στη γραμμή παραγωγής αναίσθητων τεχνοκρατών και στυγνών επαγγελματιών.
σ' ευχαριστώ άνθρωπέ μου επειδή μπορώ ακόμα - χάρη σε σένα - να λέω κι ένα "ευχαριστώ" στον συνάνθρωπό μου!!

Τετάρτη 27 Απριλίου 2016

ΠΟΝΟΣ






Άνοιξα την πόρτα στον φίλο, τον μοναδικό
παλιό μου φίλο, σε όλους σας γνωστό,
του είπα "άργησες" και του 'δωσα το μήλο
αυτό απ’ τό οποίο ξεκίνησε ολούθε το κακό!


του πρόσφερα ψωμί, λάδι, αλάτι και νερό,
του είπα τα νέα μου, τη θλίψη που με τριγυρνά,
του έδειξα εικόνες σε χρώμα χαμένο, σε χρώμα θολό
και μαζί ήπιαμε κρασί, νερό μυρωμένο με καμπίσια φυτά,


μιλήσαμε για το χτες, το σήμερα μας ξέφυγε,
το μέλλον ήταν γεμάτο σκλήθρες από ξύλα καμένα,
φόρτωσα στους ώμους μου ό,τι ασυλλόγιστα τού έφυγε,
ό,τι πλημμύρισε με θλιμμένες νότες και φύλλα χαμένα,


τον πλησίασα, τον χάιδεψα, του έστρωσα να κοιμηθεί
όμως πριν μου ζήτησε να μιλήσει, ν' απολογηθεί,
έκατσα και τον άκουσα, τον συμπάθησα κι είπα να θυμηθεί
πόσες και πόσες μέρες ήταν σύντροφος και φίλος στη φυγή,


η πόρτα πλατάγισε, ο άνεμος αγρίεψε, αγκάλιασε τη θύελλα,
βούρκωσε το εικονοστάσι, θόλωσε το βλέμμα του Χριστού
με κοίταξε, στοργικά, θλιμμένα και μου φώναξε "έλα",
μα ήταν αβάσταχτα τα κύματα που σάρωναν τον νου,


γονάτισα δίπλα του, του είπα ένα παραμύθι, μια εικόνα
για έναν κόσμο χωρίς ελπίδα, χωρίς θυσία.
Χάραξε ένα χαμόγελο και σάμπως νάταν γοργόνα
βούτηξε στ' απύθμενα νερά, στα στρωσίδια, στη λατρεία


μιας ψυχής σταυρωμένης σε πορφυρό σταυρό,
σε ασημένια ανάκλιντρα, σε χωμάτινη στοά,
στέναξε βαθειά, μονολόγησε κάτι για τον καιρό
κι έπεσε σε ύπνο βαθύ, ο Πόνος μου ζούσε σιμά!!

Σάββατο 27 Φεβρουαρίου 2016

ΠΡΟΣΦΥΓΑΣ


Τριγύρισα στην κοιλιά της μάνας μου
πρόσφυγας
γιατί ήταν η εποχή που οι μισοί έλληνες
ήταν πρόσφυγες
σε άλλες χώρες ή στη μεγάλη καταβόθρα
των εθνικών στρατόπεδων συγκέντρωσης
όπου η πατρίδα
μεγαλουργούσε!
Μεγάλωσα πρόσφυγας
κοιτάζοντας τα δακρυσμένα μάτια της μάνας μου
γιατί ήμουν αγόρι
και θα κατέληγα σ' αυτά τα στρατόπεδα!
Έζησα πρόσφυγας
ζώντας μέσα στον λυγμό
των κυνηγημένων παιδιών
που φρόντισε η εθνοσωτήρια "επανάσταση"
να μεγαλώσουν χωρίς γονείς
γιατί τους ειχε κλειδωμένους
σε στρατόπεδα μιασμάτων και χολεριασμένων
προσφύγων-εθνοπροδοτών!
Έμαθα στο σχολείο ότι τα στρατόπεδα
είναι για το καλό μας,
έμαθα ότι δεν έπρεπε να μάθω
τον Επιτάφιο λόγο του Περικλή
και τον ύμνο στη δημοκρατία
γιατί ήταν λόγια απαγορευμένα,
λόγια που μόνο πρόσφυγες
και προδότες σε στρατόπεδα τα έλεγαν.
Σπούδασα παλεύοντας να γνωρίσω
αυτό που ήταν απαγορευμένος καρπός,
αυτό που με κατηγοριοποιούσε
στην ομάδα των απόκληρων, των εξω-απο-δω,
αυτό που οδηγούσε στα μπουντρούμια
και στις εξορίες,
στα εκτελεστικά αποσπάσματα και στην προσφυγιά.
Μεγάλωσα, έκανα οικογένεια,
πρόσφυγας μέσα στη χώρα μου,
με πρόσφυγα πατέρα, μάνα και τη μισή της οικογένεια,
προσπάθησα να δείξω στα παιδιά μου
τον μοναδικό δρόμο,
τον δρόμο της αξιοπρέπειας, της εντιμότητας,
της σοβαρότητας, του σεβασμού του άλλου,
δηλαδή, τον δρόμο του πρόσφυγα
επειδή η πατρίδα γλένταγε
μέσα στο αχαλίνωτο πάρτυ της αρπαγής, της απάτης, της λαμογιάς,
δρόμος για τη φυγή,
δρόμος προσφυγιάς.
Εξακολουθώ και είμαι πρόσφυγας,
ίσως και τα παιδιά μου να με ακολουθήσουν,
έχω όμως ψηλά το κεφάλι
και βλέπω μακριά,
δεν υπέκυψα στα καλέσματα της Κίρκης
να ρίξω τη μουσούδα μου στην κοπριά
και να κυλιέμαι στη λάσπη,
δεν εγκατέλειψα ποτέ αυτόν τον δρόμο,
αδιαφορώ για τους συνάνθρωπους-υπάνθρωπους
που κυνηγούν πρόσφυγες,
αδιαφορώ για τα ανθρωπόμορφα κτήνη
που προσκυνουν ένα σταυρό με αγκάθια,
γυρίζω το κεφάλι μου
και τους φτύνω κατάμουτρα,
γυρίζω το κεφάλι μου
και βλέπω το βλέμμα του πρόσφυγα,
το βλέμμα του ξεριζωμένου, του άστεγου,
του πεινασμένου, του κατακτημένου,
του εξορισμένου, του απελπισμένου,
στέκομαι όρθιος και βροντοφωνάζω:
"όσο στη γη υπάρχουν πρόσφυγες
θα είμαι ΠΡΟΣΦΥΓΑΣ" !!

Παρασκευή 29 Ιανουαρίου 2016

τα παιδικά μας χρόνια...

(δεν λυγίζουμε, βαστάμε, παλεύουμε, γιατί δεν είμαστε πολλοί, είμαστε ένας! καλή δύναμη κορίτσι μου)
γαμώτο μου, γαμώτο μου, γαμώτο μου........ μια ζωή παλεύεις να πιάσεις λίγο από τη λάμψη των άστρων, λίγο από το φύσημα του μελτεμιού που κάνει το σύρμα να βουϊζει, λίγο από τον παφλασμό του κύματος που σκάει πάνω στην ξέρα και στον πέτρινο δρόμο. Ν' ακούσεις τι λένε τα καλάμια, ψηλά-καμαρωτά με τη φούντα πάνω τους σαν λοφίο αρχαίου πολεμιστή, όταν τα λυγίζει ο καλοκαιρινός άνεμος που λυσσομανά τον δεκαπενταύγουστο, να αποκωδικοποιήσεις τα τραγούδια των τζιτζικιών που υμνούν το καλοκαιρινό παράθυρο στη ζωή, να αφουγκραστείς τη γλυκιά σιγαλιά της νύχτας που σε ταξιδεύει στο επιθυμητό πέρας που τόσο ονειρεύεσαι, ν' ακούσεις τα φιλιά των εραστών που κάθονται ξαπλωμένοι στους μόλους χαζεύοντας τις βάρκες που λικνίζονται στ' αρμυρό νερό. Να γευτείς τον χυμό του γινομένου ροδάκινου, να γλύψεις την άκρη της κανάτας με το βρόχινο νερό, το τελευταίο κομμάτι από το παγωτό που έμεινε στο ξυλάκι που κοιτάς λυπημένος επειδή τελείωσε, την αρμύρα της θάλασσας στο φανελάκι σου που πότισε ψάχνοντας για καβούρια, γαρίδες, ψαρεύοντας με το καλάμι μικρά-μικρά ψαράκια ξοδεύοντας ώρες ατελείωτες κάτω από τον καυτό ήλιο που αγνοείς συστηματικά κι αυτός σου βγάζει τη γλώσσα, να απολαύσεις την τελευταία δροσιά από το φιλί που σου έδωσε η πρώτη σου αγάπη, να γλύψεις το μέλι από τα σύκα που μέλωσαν και μαζεύεις μετρώντας και ξαναμετρώντας πόσα θα δώσεις και πόσα θα φας..... γαμώτο μου, γαμώτο μου....να φτιάχνεις σφυρίχτρες από την κορυφή των καλαμιών, να μαζεύεις σαλιγκάρια για δόλωμα, να ψάχνεις για φωλιές πουλιών μέσα στις τρύπες των ξερολιθιών, να ξεσέρνεσαι στο σπιτάκι που έφτιαξες με την παρέα κάνοντας τον Ροβινσώνα σε μια φανταστική πραγματικότητα που σε καταβρόχθισε σε μια άλλη διάσταση, να φτιάχνεις ξώβεργες, τόξα και όπλα από τ' αρμυρίκια που λέκιαζαν με την αρμύρα του νοτιά τα ρούχα σου, να βάζεις σορτσάκι και φανέλα και να ρίχνεσαι στο τόπι ξυπόλητος, παθιασμένος, αχόρταγος, να κάθεσαι στον ίσκιο της ύπαρξης σου και όλοι μαζί να βλέπουμε το αντιφέγγισμα του φεγγαριού στη θάλασσα που έβρεχε τα πόδια μας, να κατουράς στο χώμα και να πέφτεις στο ράντσο για ύπνο νομίζοντας ότι ο παράδεισος είναι εκεί, να μη θέλεις να ξεφύγεις ούτε στιγμή από την ευτυχία που αναλώνεις στιγμή τη στιγμή, μέρα τη μέρα, μήνα το μήνα, .... να σκίζεις την καρδιά σου όταν βλέπεις το πλοίο να σκίζει τα νερά φεύγοντας από τον παιδικό σου παράδεισο επιστρέφοντας σε μια βουβή, θλιβερή και στείρα πραγματικότητα, να δίνεις όρκους αγάπης για τον χαμένο παράδεισο, να σκαρώνεις στιχάκια για την ώρα της επιστροφής και το δάκρυ σου να ποτίζει την αδιάφορη, αγέλαστη, παγερή κουπαστή του πλοίου της αναχώρησης......γαμώτο μου.....να περιμένεις τόσο καιρό να ξαναζήσεις με τους αγγέλους, να λαχταράς την ώρα που θα επιστρέψεις να δεις τον τόπο και αυτούς που αγάπησες..... γαμώτο μου, γαμώτο μου, γαμώτο μου......καταραμένη πραγματικότητα, καταραμένη ωριμότητα μας στερήσατε την ανάσα μας, το χώρο μας, την τροφή της ψυχής μας, την τροφή που αναζητούν οι θεοί.......μας στερήσατε τα πάντα, μας πήρατε ό,τι λατρέψαμε, όσους αγαπήσαμε και είσαστε αχόρταγες, ζηλόφθονες, εριστικές και απάνθρωπες, βαλθήκατε να μας εξολοθρεύσετε όλους ξέροντας ότι ακόμη και χώρια, ήμασταν πάντα μαζί, πάντα ένα, πάντα εκεί γιατί εκεί σταμάτησε ο χρόνος, γιατί εκεί σταμπάραμε τη ζωή μας με πυρωμένο σίδερο, με άσβηστη φωτιά και αιώνια πίστη στον παράδεισό μας............γαμώτο μου, γιατί ζωή είσαι τόσο σκληρή, γιατί δεν υπήρξες ποτέ παιδί;;;;.......................... γαμώτο μου, γαμώτο μου, γαμώτο μου, γαμώτο μου.............και τι θα καταφέρεις; εμείς τον είδαμε, τον ζήσαμε τον παράδεισο...εκεί θα ξαναβρεθούμε όλοι επειδή αυτό ΔΕΝ μπορείς να μας το στερήσεις, επειδή αυτό είναι που ζηλεύεις.......

Δευτέρα 18 Ιανουαρίου 2016

ΔΕΣΜΑ


ένα σάκο μάς φόρτωσ' η ζωή
κι αιώνια κουβαλάμε,
αγάπες, πόνους κι όνειρα
μας έβαλε τριγύρω να πουλάμε,


σκαλί-σκαλί να βγαίνουμε
στου ήλιου την απόχη,
στα πλουμιστά μας όνειρα
πάντα μας λέει όχι,

γυρίζουμε αερικά, σε τοίχους μαυρισμένους
κολλάμε, με υδρόκολλα, αφίσες για το αύριο
κι ύστερα λησμονούμε τους στόχους τους χαμένους,
μόνοι τη ζούμε τη ζωή, μόνοι δίχως καρνάγιο,

μόνοι σκαρτάρουμε σκοινιά,
μόνοι φορτώνουμε τ' αμπάρια
μίας ζωής που από παλιά
ψιθύριζε της ήττας τα χαμπάρια,

βαρύς κι άδικος ο αγώνας μας,
τίποτα δεν χρεώνει
τίποτα δεν έταξε ο αιώνας μας,
για μας ποτέ δεν ξημερώνει,

αγρύπνια, λιβάνι και κερί,
γονατισμένοι προσκυνούμε
το μύθο που από παιδί
μας 'μάθαν να υμνούμε,

υπομονή, υπακοή, μια διαρκής νηστεία
στα όνειρα, στη φύση μας, στην κάθε μας θυσία,
μόνοι φορτώνουμε εμείς αμπάρια με τη στάχτη
που σκόρπισ' η απάντηση ενός απόντος Πλάστη,

μόνοι θα την ανέβουμε τη σκάλα της θυσίας,
μόνοι θα ζητιανέψουμε μπροστά εις τον βωμό,
μόνοι θα ζήσουμε εδώ, στον τόπο της ληστείας,
μόνοι θε' να λατρέψουμε της νύχτας τον θυμό,

γιατί όσοι πλανεύτηκαν, όσοι αργοπορούνε,
όσοι ταϊζουν χίμαιρες και καρκινοβατούνε,
αυτοί θα γίνουν φάλαγγες, στίφη, όπλα κι ασπίδες
για να στηρίξουν όρθιες τις φρούδες μας ελπίδες....

Τετάρτη 16 Δεκεμβρίου 2015

Η Αποκάλυψη πάλι.


Στο αυτί μου ψιθύρισε το ερπετό,
μου φύσηξε ο βοριάς κύματα ψύχους,
η θάλασσα μου αποκάλυψε τ' άβατα μυστήριά της
και ο ουρανός, μαινόμενος, μου φώναξε:
Γράψε...


Τυφλός αντίκρισα το σύμπαν,
στους δρόμους του Ωρίωνα είδα τις λαξεμένες πέτρες,
στον αστερισμό της Ανδρομέδας άκουσα τις σάλπιγγες από τις φάλαγγες
των συγκρουόμενων μαινάδων και των πορφυρών στρατιών!
Στην κόμη της Σελήνης αντίκρισα τις οπισθοφυλακές
των τελευταίων λείψανων των Αγίων,
είδα, πέρα στους χαοτικούς γαλαξίες,
το αιματοκύλισμα των Φτερωτών Υπάρξεων,
άσπρα και μελανά φτερά σε κύκλο έναστρου δίνης
έκαιγαν τις Υπάρξεις πέφτοντας σαν μαύρες νιφάδες χιονιού.

Το αίμα των αγγέλων απογαλάκτισε τον Πλάστη
από το Δημιούργημά του,
άκουσα τον επιθανάτιο ρόγχο ενός Αγαθού
που τέμνονταν σε αλυσιδωτούς βρόγχους
σερνόμενης λάσπης και τέλματος,
άκουσα τα ουρλιαχτά των δαιμόνων έξω από το Κάστρο
του μοναδικού κληρονόμου της Αποκάλυψης,
το φτερούγισμα άδειων ψυχών,
τους ασπάλαθους κατακόκκινων κεφαλών
που πρόβαλαν σαν άνθη του Ύστερα, της Λήθης.

Μύρισα τη νωπή αποσύνθεση των γιγάντων και των τιτάνων,
τον βούρκο που πλημμύρισε από χαμένες ψυχές,
το άγουρο χρώμα μιας λαθεμένης ηλιαχτίδας,
τους φρικτούς πόνους της γέννας του τέρατος,
το αμνιακό υγρό και το περιτύλιγμα του λώρου
στην πλάτη Χιμαιρών και Πλασμάτων της Νύχτας.
Η φλόγα της απόκρυφης οσμής του Χάους
έκαψε τα ρουθούνια που οσμίστηκαν την ευωδιά του Θάνατου.

Είδα το δάχτυλο που εμφυσούσε την ψυχή
να κατευοδώνει τα πλάσματα στα Τάρταρα,
είδα τη λεπίδα του κτήνους ν' αστράφτει
στο ματοκυλισμένο πεδίο των απομειναριών
της νύμφης που λησμόνησε να μεταλλαχτεί,
να υπερβεί το γήινο και να ξαναφτερουγίσει
στο πορφυρογάλαζο ατέρμονο σύμπαν.

Είδα τα σφάγια να μουγκανίζουν εναγώνια
εμπρός στο βωμό του Μίσους,
στο Ολοκαύτωμα των ουρανών είδα πλανήτες να γίνονται πλάνητες,
είδα τις Μαύρες τρύπες να ρουφάνε τον αέρα μα και τα σωθικά
μιας Φύσης που πλάγιασε με τον Προκρούστη
σε κρεβάτι πλεγμένο από τα φτερά του Πήγασου.
Είδα τις Βαβυλώνες να ορμάνε για λάφυρα στις εσχατιές της Πλήξης
και τους στρατούς τους να καταβροχθίζονται
από τις Άρπυιες και τις Ερινύες,
είδα το θεϊκό αίμα να λιμνάζει πίσω από το παραβάν
της Ολικής Αποστροφής.

Το Σκότος ολοκλήρωσε την περιφορά του Επιτάφιου,
τα λάβαρα της εκταφής φτερούγισαν ξανά,
παιάνες και ωδές συνόδεψαν τη λατρεία νέων θεών
σφραγίζοντας το φως του ήλιου με μαύρες φλόγες.
Προκατακλυσμιαία όντα ξεπρόβαλαν σέρνοντας
ουρές που ξέσκιζαν τα σπλάγχνα του Ανείπωτου.
Είδα το Έκτρωμα να με προστάζει:
Γράψε,
Γράψε για το θάνατο του Ζώου,
Γράψε για τον θάνατο του άνθρωπου!

Σάββατο 5 Δεκεμβρίου 2015

ΓΙΕ ΜΟΥ...


Πέρασαν μέρες και χρονιές, αγώνες κι αγωνίες,
τα χώματα που ζούμε πια, τρέφονται με θυσίες
αυτών που περπατούν εμπρός και δεν λυγούν ποτέ τους,
αυτών που βίωσαν σκληρά τη ζήση πάνωθέ τους.

Ήσουν μικρό παιδί, μωρό, χωρούσες στην αγκάλη,
ήσουν ανέμελο πουλί,
ψυχούλα αθώα, τρυφερή,
δεν ήξερες τι πα' να πει ζωή και βιοπάλη.

Γιέ μου, στ' αγγελικά τα μάτια σου
έβλεπα τις ελπίδες, τους πόθους μας, τα πάθη μας,
τις πρώτες μας ρυτίδες,
να ζωγραφίζουν πάνω σου τα ξωτικά εικόνες,
να μεταγγίζουν οι θεοί το αίμα τους αιώνες,
να φτερουγίζουν δίπλα σου,
αγγέλοι, φωτεινές σκιές, ξέφωτα μεσ' τα δάση
σ' έναν αγώνα που η ζωή θα 'θελε να δαμάσει
μία καινούργια ύπαρξη,
έναν καινούργιο κόσμο,
μία καινούργια σύναξη
π' ανίχνευε του σύμπαντος
το πρίσμα και τον θόλο.

Γιέ μου, όταν μεγάλωνες, έβλεπα στη ζωή σου
τα ξάστερα τα μάτια σου να δείχνουν την ψυχή σου,
ν' ανησυχείς,
ν' αγκομαχάς,
να ψάχνεις για να βρίσκεις
δρόμους που έκρυβ' η ζωή μην την ανησυχήσεις!

Το γέλιο σου, το κλάμα σου, ο φόβος ο δικός σου
ήταν το άφαντο κλειδί και ο μικρός θεός σου,
ήταν η λάμψη αστραπής μέσα στην καταιγίδα,
ήταν η λήθη της αυγής στα βάσανα που είδα,
ήταν το νέκταρ των θεών,
ο μόχθος του ανθρώπου,
το βάδισμα ανέστιων, αδέσποτων
και άδολων ανθρώπων!

Γιέ μου, μέσα σ' αυτή την κόλαση
έπλασες την ψυχή σου, ατσάλωσες το νήμα της
έφτιαξες τη ζωή σου.
Γιέ μου, στα μιαρά τα πράγματα φάνηκ' η αποστροφή σου,
τράβαγες μόνος σου μπροστά,
άνοιγες νέους δρόμους,
γιέ μου, μέσα στα μάτια σου βλέπαμε τη ζωή μας,
τα λάθη μας, τις έγνοιες μας μα και τη θαλπωρή μας,
βλέπαμε τη μικρή ψυχή,
δειλά να γιγαντώνει,
να στέκεται αδάμαστη
στου πόνου το αλώνι,

γιέ μου τώρα που εισ' ορθός, που μαγνητίζεις τ' άστρα,
γιέ μου μέσα στην ύπαρξη, στη γη την ξελογιάστρα,
σε βλέπω και δεν σκιάζομαι,
δεν τρέμω, δεν κρυώνω.
δεν αλλαλιάζω, δεν πονώ,
δεν τρέχω, δεν ματώνω,
γιατί γνωρίζω πια καλά, στ' ορυμαγδό της μάντρας,
στον ίσκιο τόσων αγωνιστών,
πως μέσα στην αγκάλη μας, μεγάλωσε ένας Άντρας!

Δευτέρα 30 Νοεμβρίου 2015

ΒΑΡΥΤΗΤΑ...


τσιγάρο, δυνατό κρασί
ξαναγυρνάμε στα παλιά,
μονάχοι πάλι εγώ κι εσύ
τραγούδια λέμε στα πουλιά,


βαρύς, μουντός ο ουρανός,
κι εσύ να μου θυμίζεις πως
η ζωή τερματίζει έτσι-αλλιώς
κι εγώ να σκύβω σαν τυφλός,

σκοτάδια, χάος, μοναξιά,
παρέα μου είν' από παλιά,
μονάχος ψάχνω για να βρω
τον ήχο αυτόν τον μυστικό,

αυτόν που ψέλνουν οι αγγέλοι
όταν η γη ολάκερη θέλει
να ησυχάσει, να κρυφτεί,
να βγει στον ήλιο και να πει

εσύ κι αυτή θα είστε μόνοι
γιατί στης πίκρας το αλώνι
σπαρτά αλωνίζουν οι θεοί
και σπαρταράει όλη η γη,

αίμα και δάκρυ ειν' η ζωή,
το μήνυμα που μου 'χουν πει
στα πιο κρυφά τα όνειρά μου
αυτοί που βρίσκονταν κοντά μου.

τώρα σαν ξένος τριγυρνώ
σε μια πλαγιά μονάχος ζω,
τρώω τα σπλάγχνα τα δικά μου
ανανταριάζει η καρδιά μου,

έζησα, δεν έζησα, κανείς δεν θα το πει
ποτάμι μέσα μου κραυγές, λυγμοί,
το σύννεφο που με ποτίζει
είναι το μόνο που δακρύζει,

γιατί σ' αυτή την άσπιλη αυγή
ο ήλιος δεν θα ξαναβγεί,
τίποτα πια δεν φανερώνει
τον τρόμο μας που μάς πλακώνει!!

Παρασκευή 27 Νοεμβρίου 2015

ταξίδια...


ταξίδεψα στα μάτια σου,
στην πλώρη άμπαρκου, πλωτού ναού,
συνάντησα τις θύελλες που μ' άφησαν προτού
να δω τα άλυκα παλάτια σου,


στις άκρες, μέσ' τα κύμματα
μικρών, πρωτόπλαστων θεών,
στα δάκρυα που φάνηκαν στον ήχο των λυγμών,
αντάμωσα και φίλησα τα θύματα

συντριπτικών κραυγών
που σκόρπιζαν το γαλανό κομμάτι
τ' ουρανού που φώλιαζε στο μάτι, απάτη
ανάρμοστων κι αλύπητων ξύλινων υαχών.

ταξίδεψα στα μάτια σου,
ταξίδια μακρυνά, ταξίδια πλανεμένα,
κι άφησα να βυθίζομαι αέναα σ' εμένα,
προτού φανούν τα ξάρτια σου,

στο πέλαγο, στο άδυτο
κομμάτι των ματιών σου,
ταξίδεψα στο άγνωστο,
στο μύρο των μαλλιών σου,

συνάντησα και έζησα την πίκρα
τη δική μου, της ξενητειάς την αίσθηση,
τη φτώχεια της ζωής μου, παραίσθηση
πως ό,τι αναζητούσα, καποια στιγμή, το βρήκα,

ταξίδεψα στα μάτια σου,
κι έπνιξα τον καημό μου,
ανάσανα την άρμη σου
κι έπλασα τον χαμό μου!