Παρασκευή 29 Ιανουαρίου 2016

τα παιδικά μας χρόνια...

(δεν λυγίζουμε, βαστάμε, παλεύουμε, γιατί δεν είμαστε πολλοί, είμαστε ένας! καλή δύναμη κορίτσι μου)
γαμώτο μου, γαμώτο μου, γαμώτο μου........ μια ζωή παλεύεις να πιάσεις λίγο από τη λάμψη των άστρων, λίγο από το φύσημα του μελτεμιού που κάνει το σύρμα να βουϊζει, λίγο από τον παφλασμό του κύματος που σκάει πάνω στην ξέρα και στον πέτρινο δρόμο. Ν' ακούσεις τι λένε τα καλάμια, ψηλά-καμαρωτά με τη φούντα πάνω τους σαν λοφίο αρχαίου πολεμιστή, όταν τα λυγίζει ο καλοκαιρινός άνεμος που λυσσομανά τον δεκαπενταύγουστο, να αποκωδικοποιήσεις τα τραγούδια των τζιτζικιών που υμνούν το καλοκαιρινό παράθυρο στη ζωή, να αφουγκραστείς τη γλυκιά σιγαλιά της νύχτας που σε ταξιδεύει στο επιθυμητό πέρας που τόσο ονειρεύεσαι, ν' ακούσεις τα φιλιά των εραστών που κάθονται ξαπλωμένοι στους μόλους χαζεύοντας τις βάρκες που λικνίζονται στ' αρμυρό νερό. Να γευτείς τον χυμό του γινομένου ροδάκινου, να γλύψεις την άκρη της κανάτας με το βρόχινο νερό, το τελευταίο κομμάτι από το παγωτό που έμεινε στο ξυλάκι που κοιτάς λυπημένος επειδή τελείωσε, την αρμύρα της θάλασσας στο φανελάκι σου που πότισε ψάχνοντας για καβούρια, γαρίδες, ψαρεύοντας με το καλάμι μικρά-μικρά ψαράκια ξοδεύοντας ώρες ατελείωτες κάτω από τον καυτό ήλιο που αγνοείς συστηματικά κι αυτός σου βγάζει τη γλώσσα, να απολαύσεις την τελευταία δροσιά από το φιλί που σου έδωσε η πρώτη σου αγάπη, να γλύψεις το μέλι από τα σύκα που μέλωσαν και μαζεύεις μετρώντας και ξαναμετρώντας πόσα θα δώσεις και πόσα θα φας..... γαμώτο μου, γαμώτο μου....να φτιάχνεις σφυρίχτρες από την κορυφή των καλαμιών, να μαζεύεις σαλιγκάρια για δόλωμα, να ψάχνεις για φωλιές πουλιών μέσα στις τρύπες των ξερολιθιών, να ξεσέρνεσαι στο σπιτάκι που έφτιαξες με την παρέα κάνοντας τον Ροβινσώνα σε μια φανταστική πραγματικότητα που σε καταβρόχθισε σε μια άλλη διάσταση, να φτιάχνεις ξώβεργες, τόξα και όπλα από τ' αρμυρίκια που λέκιαζαν με την αρμύρα του νοτιά τα ρούχα σου, να βάζεις σορτσάκι και φανέλα και να ρίχνεσαι στο τόπι ξυπόλητος, παθιασμένος, αχόρταγος, να κάθεσαι στον ίσκιο της ύπαρξης σου και όλοι μαζί να βλέπουμε το αντιφέγγισμα του φεγγαριού στη θάλασσα που έβρεχε τα πόδια μας, να κατουράς στο χώμα και να πέφτεις στο ράντσο για ύπνο νομίζοντας ότι ο παράδεισος είναι εκεί, να μη θέλεις να ξεφύγεις ούτε στιγμή από την ευτυχία που αναλώνεις στιγμή τη στιγμή, μέρα τη μέρα, μήνα το μήνα, .... να σκίζεις την καρδιά σου όταν βλέπεις το πλοίο να σκίζει τα νερά φεύγοντας από τον παιδικό σου παράδεισο επιστρέφοντας σε μια βουβή, θλιβερή και στείρα πραγματικότητα, να δίνεις όρκους αγάπης για τον χαμένο παράδεισο, να σκαρώνεις στιχάκια για την ώρα της επιστροφής και το δάκρυ σου να ποτίζει την αδιάφορη, αγέλαστη, παγερή κουπαστή του πλοίου της αναχώρησης......γαμώτο μου.....να περιμένεις τόσο καιρό να ξαναζήσεις με τους αγγέλους, να λαχταράς την ώρα που θα επιστρέψεις να δεις τον τόπο και αυτούς που αγάπησες..... γαμώτο μου, γαμώτο μου, γαμώτο μου......καταραμένη πραγματικότητα, καταραμένη ωριμότητα μας στερήσατε την ανάσα μας, το χώρο μας, την τροφή της ψυχής μας, την τροφή που αναζητούν οι θεοί.......μας στερήσατε τα πάντα, μας πήρατε ό,τι λατρέψαμε, όσους αγαπήσαμε και είσαστε αχόρταγες, ζηλόφθονες, εριστικές και απάνθρωπες, βαλθήκατε να μας εξολοθρεύσετε όλους ξέροντας ότι ακόμη και χώρια, ήμασταν πάντα μαζί, πάντα ένα, πάντα εκεί γιατί εκεί σταμάτησε ο χρόνος, γιατί εκεί σταμπάραμε τη ζωή μας με πυρωμένο σίδερο, με άσβηστη φωτιά και αιώνια πίστη στον παράδεισό μας............γαμώτο μου, γιατί ζωή είσαι τόσο σκληρή, γιατί δεν υπήρξες ποτέ παιδί;;;;.......................... γαμώτο μου, γαμώτο μου, γαμώτο μου, γαμώτο μου.............και τι θα καταφέρεις; εμείς τον είδαμε, τον ζήσαμε τον παράδεισο...εκεί θα ξαναβρεθούμε όλοι επειδή αυτό ΔΕΝ μπορείς να μας το στερήσεις, επειδή αυτό είναι που ζηλεύεις.......

Δευτέρα 18 Ιανουαρίου 2016

ΔΕΣΜΑ


ένα σάκο μάς φόρτωσ' η ζωή
κι αιώνια κουβαλάμε,
αγάπες, πόνους κι όνειρα
μας έβαλε τριγύρω να πουλάμε,


σκαλί-σκαλί να βγαίνουμε
στου ήλιου την απόχη,
στα πλουμιστά μας όνειρα
πάντα μας λέει όχι,

γυρίζουμε αερικά, σε τοίχους μαυρισμένους
κολλάμε, με υδρόκολλα, αφίσες για το αύριο
κι ύστερα λησμονούμε τους στόχους τους χαμένους,
μόνοι τη ζούμε τη ζωή, μόνοι δίχως καρνάγιο,

μόνοι σκαρτάρουμε σκοινιά,
μόνοι φορτώνουμε τ' αμπάρια
μίας ζωής που από παλιά
ψιθύριζε της ήττας τα χαμπάρια,

βαρύς κι άδικος ο αγώνας μας,
τίποτα δεν χρεώνει
τίποτα δεν έταξε ο αιώνας μας,
για μας ποτέ δεν ξημερώνει,

αγρύπνια, λιβάνι και κερί,
γονατισμένοι προσκυνούμε
το μύθο που από παιδί
μας 'μάθαν να υμνούμε,

υπομονή, υπακοή, μια διαρκής νηστεία
στα όνειρα, στη φύση μας, στην κάθε μας θυσία,
μόνοι φορτώνουμε εμείς αμπάρια με τη στάχτη
που σκόρπισ' η απάντηση ενός απόντος Πλάστη,

μόνοι θα την ανέβουμε τη σκάλα της θυσίας,
μόνοι θα ζητιανέψουμε μπροστά εις τον βωμό,
μόνοι θα ζήσουμε εδώ, στον τόπο της ληστείας,
μόνοι θε' να λατρέψουμε της νύχτας τον θυμό,

γιατί όσοι πλανεύτηκαν, όσοι αργοπορούνε,
όσοι ταϊζουν χίμαιρες και καρκινοβατούνε,
αυτοί θα γίνουν φάλαγγες, στίφη, όπλα κι ασπίδες
για να στηρίξουν όρθιες τις φρούδες μας ελπίδες....

Τετάρτη 16 Δεκεμβρίου 2015

Η Αποκάλυψη πάλι.


Στο αυτί μου ψιθύρισε το ερπετό,
μου φύσηξε ο βοριάς κύματα ψύχους,
η θάλασσα μου αποκάλυψε τ' άβατα μυστήριά της
και ο ουρανός, μαινόμενος, μου φώναξε:
Γράψε...


Τυφλός αντίκρισα το σύμπαν,
στους δρόμους του Ωρίωνα είδα τις λαξεμένες πέτρες,
στον αστερισμό της Ανδρομέδας άκουσα τις σάλπιγγες από τις φάλαγγες
των συγκρουόμενων μαινάδων και των πορφυρών στρατιών!
Στην κόμη της Σελήνης αντίκρισα τις οπισθοφυλακές
των τελευταίων λείψανων των Αγίων,
είδα, πέρα στους χαοτικούς γαλαξίες,
το αιματοκύλισμα των Φτερωτών Υπάρξεων,
άσπρα και μελανά φτερά σε κύκλο έναστρου δίνης
έκαιγαν τις Υπάρξεις πέφτοντας σαν μαύρες νιφάδες χιονιού.

Το αίμα των αγγέλων απογαλάκτισε τον Πλάστη
από το Δημιούργημά του,
άκουσα τον επιθανάτιο ρόγχο ενός Αγαθού
που τέμνονταν σε αλυσιδωτούς βρόγχους
σερνόμενης λάσπης και τέλματος,
άκουσα τα ουρλιαχτά των δαιμόνων έξω από το Κάστρο
του μοναδικού κληρονόμου της Αποκάλυψης,
το φτερούγισμα άδειων ψυχών,
τους ασπάλαθους κατακόκκινων κεφαλών
που πρόβαλαν σαν άνθη του Ύστερα, της Λήθης.

Μύρισα τη νωπή αποσύνθεση των γιγάντων και των τιτάνων,
τον βούρκο που πλημμύρισε από χαμένες ψυχές,
το άγουρο χρώμα μιας λαθεμένης ηλιαχτίδας,
τους φρικτούς πόνους της γέννας του τέρατος,
το αμνιακό υγρό και το περιτύλιγμα του λώρου
στην πλάτη Χιμαιρών και Πλασμάτων της Νύχτας.
Η φλόγα της απόκρυφης οσμής του Χάους
έκαψε τα ρουθούνια που οσμίστηκαν την ευωδιά του Θάνατου.

Είδα το δάχτυλο που εμφυσούσε την ψυχή
να κατευοδώνει τα πλάσματα στα Τάρταρα,
είδα τη λεπίδα του κτήνους ν' αστράφτει
στο ματοκυλισμένο πεδίο των απομειναριών
της νύμφης που λησμόνησε να μεταλλαχτεί,
να υπερβεί το γήινο και να ξαναφτερουγίσει
στο πορφυρογάλαζο ατέρμονο σύμπαν.

Είδα τα σφάγια να μουγκανίζουν εναγώνια
εμπρός στο βωμό του Μίσους,
στο Ολοκαύτωμα των ουρανών είδα πλανήτες να γίνονται πλάνητες,
είδα τις Μαύρες τρύπες να ρουφάνε τον αέρα μα και τα σωθικά
μιας Φύσης που πλάγιασε με τον Προκρούστη
σε κρεβάτι πλεγμένο από τα φτερά του Πήγασου.
Είδα τις Βαβυλώνες να ορμάνε για λάφυρα στις εσχατιές της Πλήξης
και τους στρατούς τους να καταβροχθίζονται
από τις Άρπυιες και τις Ερινύες,
είδα το θεϊκό αίμα να λιμνάζει πίσω από το παραβάν
της Ολικής Αποστροφής.

Το Σκότος ολοκλήρωσε την περιφορά του Επιτάφιου,
τα λάβαρα της εκταφής φτερούγισαν ξανά,
παιάνες και ωδές συνόδεψαν τη λατρεία νέων θεών
σφραγίζοντας το φως του ήλιου με μαύρες φλόγες.
Προκατακλυσμιαία όντα ξεπρόβαλαν σέρνοντας
ουρές που ξέσκιζαν τα σπλάγχνα του Ανείπωτου.
Είδα το Έκτρωμα να με προστάζει:
Γράψε,
Γράψε για το θάνατο του Ζώου,
Γράψε για τον θάνατο του άνθρωπου!

Σάββατο 5 Δεκεμβρίου 2015

ΓΙΕ ΜΟΥ...


Πέρασαν μέρες και χρονιές, αγώνες κι αγωνίες,
τα χώματα που ζούμε πια, τρέφονται με θυσίες
αυτών που περπατούν εμπρός και δεν λυγούν ποτέ τους,
αυτών που βίωσαν σκληρά τη ζήση πάνωθέ τους.

Ήσουν μικρό παιδί, μωρό, χωρούσες στην αγκάλη,
ήσουν ανέμελο πουλί,
ψυχούλα αθώα, τρυφερή,
δεν ήξερες τι πα' να πει ζωή και βιοπάλη.

Γιέ μου, στ' αγγελικά τα μάτια σου
έβλεπα τις ελπίδες, τους πόθους μας, τα πάθη μας,
τις πρώτες μας ρυτίδες,
να ζωγραφίζουν πάνω σου τα ξωτικά εικόνες,
να μεταγγίζουν οι θεοί το αίμα τους αιώνες,
να φτερουγίζουν δίπλα σου,
αγγέλοι, φωτεινές σκιές, ξέφωτα μεσ' τα δάση
σ' έναν αγώνα που η ζωή θα 'θελε να δαμάσει
μία καινούργια ύπαρξη,
έναν καινούργιο κόσμο,
μία καινούργια σύναξη
π' ανίχνευε του σύμπαντος
το πρίσμα και τον θόλο.

Γιέ μου, όταν μεγάλωνες, έβλεπα στη ζωή σου
τα ξάστερα τα μάτια σου να δείχνουν την ψυχή σου,
ν' ανησυχείς,
ν' αγκομαχάς,
να ψάχνεις για να βρίσκεις
δρόμους που έκρυβ' η ζωή μην την ανησυχήσεις!

Το γέλιο σου, το κλάμα σου, ο φόβος ο δικός σου
ήταν το άφαντο κλειδί και ο μικρός θεός σου,
ήταν η λάμψη αστραπής μέσα στην καταιγίδα,
ήταν η λήθη της αυγής στα βάσανα που είδα,
ήταν το νέκταρ των θεών,
ο μόχθος του ανθρώπου,
το βάδισμα ανέστιων, αδέσποτων
και άδολων ανθρώπων!

Γιέ μου, μέσα σ' αυτή την κόλαση
έπλασες την ψυχή σου, ατσάλωσες το νήμα της
έφτιαξες τη ζωή σου.
Γιέ μου, στα μιαρά τα πράγματα φάνηκ' η αποστροφή σου,
τράβαγες μόνος σου μπροστά,
άνοιγες νέους δρόμους,
γιέ μου, μέσα στα μάτια σου βλέπαμε τη ζωή μας,
τα λάθη μας, τις έγνοιες μας μα και τη θαλπωρή μας,
βλέπαμε τη μικρή ψυχή,
δειλά να γιγαντώνει,
να στέκεται αδάμαστη
στου πόνου το αλώνι,

γιέ μου τώρα που εισ' ορθός, που μαγνητίζεις τ' άστρα,
γιέ μου μέσα στην ύπαρξη, στη γη την ξελογιάστρα,
σε βλέπω και δεν σκιάζομαι,
δεν τρέμω, δεν κρυώνω.
δεν αλλαλιάζω, δεν πονώ,
δεν τρέχω, δεν ματώνω,
γιατί γνωρίζω πια καλά, στ' ορυμαγδό της μάντρας,
στον ίσκιο τόσων αγωνιστών,
πως μέσα στην αγκάλη μας, μεγάλωσε ένας Άντρας!

Δευτέρα 30 Νοεμβρίου 2015

ΒΑΡΥΤΗΤΑ...


τσιγάρο, δυνατό κρασί
ξαναγυρνάμε στα παλιά,
μονάχοι πάλι εγώ κι εσύ
τραγούδια λέμε στα πουλιά,


βαρύς, μουντός ο ουρανός,
κι εσύ να μου θυμίζεις πως
η ζωή τερματίζει έτσι-αλλιώς
κι εγώ να σκύβω σαν τυφλός,

σκοτάδια, χάος, μοναξιά,
παρέα μου είν' από παλιά,
μονάχος ψάχνω για να βρω
τον ήχο αυτόν τον μυστικό,

αυτόν που ψέλνουν οι αγγέλοι
όταν η γη ολάκερη θέλει
να ησυχάσει, να κρυφτεί,
να βγει στον ήλιο και να πει

εσύ κι αυτή θα είστε μόνοι
γιατί στης πίκρας το αλώνι
σπαρτά αλωνίζουν οι θεοί
και σπαρταράει όλη η γη,

αίμα και δάκρυ ειν' η ζωή,
το μήνυμα που μου 'χουν πει
στα πιο κρυφά τα όνειρά μου
αυτοί που βρίσκονταν κοντά μου.

τώρα σαν ξένος τριγυρνώ
σε μια πλαγιά μονάχος ζω,
τρώω τα σπλάγχνα τα δικά μου
ανανταριάζει η καρδιά μου,

έζησα, δεν έζησα, κανείς δεν θα το πει
ποτάμι μέσα μου κραυγές, λυγμοί,
το σύννεφο που με ποτίζει
είναι το μόνο που δακρύζει,

γιατί σ' αυτή την άσπιλη αυγή
ο ήλιος δεν θα ξαναβγεί,
τίποτα πια δεν φανερώνει
τον τρόμο μας που μάς πλακώνει!!

Παρασκευή 27 Νοεμβρίου 2015

ταξίδια...


ταξίδεψα στα μάτια σου,
στην πλώρη άμπαρκου, πλωτού ναού,
συνάντησα τις θύελλες που μ' άφησαν προτού
να δω τα άλυκα παλάτια σου,


στις άκρες, μέσ' τα κύμματα
μικρών, πρωτόπλαστων θεών,
στα δάκρυα που φάνηκαν στον ήχο των λυγμών,
αντάμωσα και φίλησα τα θύματα

συντριπτικών κραυγών
που σκόρπιζαν το γαλανό κομμάτι
τ' ουρανού που φώλιαζε στο μάτι, απάτη
ανάρμοστων κι αλύπητων ξύλινων υαχών.

ταξίδεψα στα μάτια σου,
ταξίδια μακρυνά, ταξίδια πλανεμένα,
κι άφησα να βυθίζομαι αέναα σ' εμένα,
προτού φανούν τα ξάρτια σου,

στο πέλαγο, στο άδυτο
κομμάτι των ματιών σου,
ταξίδεψα στο άγνωστο,
στο μύρο των μαλλιών σου,

συνάντησα και έζησα την πίκρα
τη δική μου, της ξενητειάς την αίσθηση,
τη φτώχεια της ζωής μου, παραίσθηση
πως ό,τι αναζητούσα, καποια στιγμή, το βρήκα,

ταξίδεψα στα μάτια σου,
κι έπνιξα τον καημό μου,
ανάσανα την άρμη σου
κι έπλασα τον χαμό μου!

Σάββατο 16 Μαΐου 2015

Όχι Ελπίδες.


κάποιος φύσηξε μέσα και σου έδωσ' ελπίδα,
κάποιος είπε: "μονάχος δεν μπορώ πια να ζω",
κάποιος μονάχα μ' ένα νεύμα, έφτιαξε ό,τι κι αν είδα,
κάποιος σου 'πε: "προχώρα κι ειμαι πάντα εδώ"!


έστριψες δόλια και γύρισες σ' αυτόνα την πλάτη,
αυτομόλησες σ' ό,τι πιο πλάνο έχεις βρει,
θεωρείς πως εσύ είσαι το ψωμί και τ' αλάτι,
πως εσύ είσαι της Ζωής η ουσιώδης φραγή!

περιπλάνηση μέσα στο έρεβος μοιάζει
η ζωή που μονάχος διαλέγεις και ζεις,
σ' ένα σκήνωμα ψεύτικα είδωλα στιβάζει
το μυαλό που κουφαίνει στο ουρλιαχτό της βροντής,

μόνος, άπολις, ανέραστος, πένης,
σε λαγούμια προσμένεις να βρεις θαλπωρή,
μα αποσύνθεση, φρίκη και θάνατο σπέρνεις
στα νερά που στραγγίζει στην κοιλιά της η γη!

περιμένεις κι αρπάζεσαι από μία σανίδα
στο απέραντο πέλαγος προσπαθείς να σωθείς,
κάθε λόγος για σένα φαντάζει Ελπίδα
επειδή δεν γνωρίζεις πως να βγεις νικητής.

γύρω σέρνονται ανθρωπόμορφα κτήνη
που ανθρώπινη σάρκα πολλαπλά έχουν γευτεί,
βυθισμένος, χαμένος, περιμένεις εκείνη
που θα δώσει ζωή σ' ό,τι έχεις ονειρευτεί,

κι όμως χρόνια τώρα το γνώρισες, ξέρεις
πως ποτέ λυτρωμό δεν θα βρεις τη στιγμή
που σε άλλον πιστεύεις, αναθέτεις, και δίνεις
στις Ελπίδες σου όλες να σπείρει Ζωή!



Προδοσίες.





Στη μοναξιά μιλήσαμε ξυπόλητοι στους βράχους,
μαύρο πουλί, στριφνό βιολί στον ήχο του θανάτου,
τη μοναξιά βιώσαμε παλεύοντας στους κάμπους
ακούγοντας ν' αντιλαλεί μεσ' το κεντρί, παν' στο κορμί
τ' ολάνθιστου ασπαλάγχθου. 


Ερμα, φτωχά κι ανήλιαγα είναι τα όνειρά μας,
προδότρα μνήμη μας γελάς και σέρνεσαι αποκάτου,
άγριος καιρός, σκληρός αρμός μποδίζει τη σειρά μας
ν' αντιστραφεί η μοίρα μας, να κλάψει η χαρά μας
στη θέα του θανάτου.

Ιδρώτας, αίμα και χολή πότισαν την ψυχή μας,
κάθε αυγή, πικρή αυγή, συνθλίβει τ' άσπιλο κορμί
και χαρακώνει πάνω μας σημάδια απ' τη ζωή μας
να βλεπουν όσοι τριγυρνούν, λοξές ματιές, άδειες ματιές
στην άδεια ύπαρξή μας.

Δεν προδοθήκαμε ποτέ, πιστέψαμε σ' εκείνους
που βγήκαν γύρω παγανιά μ' ένα χαμόγελο τους
και 'μεις, ορφανεμένοι από κακό, φωτιά από τους μίμους
δεχτήκαμε πισώπλατα χτυπήματα αποτρόπαια
που τσάκιζαν τους μίσχους

μιας φαντασίας ονειρικής, πλάσματος του αγέρα,
κόρη της γης που σκιάχτηκε απ' των νεκρών το αίμα ,
πλάσμα του κάτω κόσμου που γυρνά με πορφυρή παντιέρα
για να μας δείξει, να φανεί, να οδηγήσει πάντα
το άψυχο κουφάρι μας στης πλάσης τα καρτέρια.

Πηχτή βουή, σκληρή κοψιά πάνω στ' ανάστημά μας
χορέψαν οργιαστικούς χορούς στους λύχνους των καιρών,
κλέφτες και ψεύτες χαίρονται από τη συμφορά μας,
άδολοι, αψεγάδιαστοι πιστοί εμείς στα όνειρά μας
την προδοσία βιώνουμε των εξουσιαστών.

Τετάρτη 18 Μαρτίου 2015

άγγελος

(για τον Βαγγέλη)

ανάκατα τα δάκρυα σχημάτισαν κορδέλλες,
άλυκα μάτια, λαμπερά, λιγόκορμες κοπέλλες,
άσπρα φτερά που μάδησαν στο φως του αποσπερίτη,
σήμερα ειν' η μέρα π' έφυγες παιδί μου απ' το σπίτι


λιγοψυχώ και σέρνομαι σ' ανήλιαγα σοκάκια,
σε λασπουριές, ξερολιθιές, σε φτέρες και δρομάκια,
ανακουμπώ, στοχάζομαι και αλυχτώ σαν σκύλος
τον θρήνο που τα δάκρυα ξαρμύρισαν στο χείλος

εκείνο που σε φίλαγε, εκείνο που κοιτούσε
τα γαλανά τα μάτια σου στη ρόγα που τρυγούσε,
ανάσαινε και θάμπωνε της μοίρας τον καθρέπτη
να μη ζηλέψει κι άξαφνα προβάλλει σαν τον κλέφτη

να κλέψει απ' την αγκάλη μου την άσπιλη ζωή σου,
να φτερουγίσει μακριά, να κρύψει την ψυχή σου,
ν' ανασκαλέψει χώματα, να βγάλει από τους τάφους,
σάπια κουφάρια, όρθια, με ανοιχτούς κροτάφους

στρατιές απρόσωπων νεκρών, αδίστακτων μαινάδων
που έχουν μόνο για χαρά το θρήνο των μανάδων,
αυτών που χάνουν στη ζωή ρουμπίνια και ζαφείρια,
μαλαματένια κι ασημιά, της γέννας τους στολίδια.

σήμερα χάθηκ' η αυγή, γονάτισε ο ήλιος,
σήμερα ο ίδιος ο θεός προσκύνησε σα φίλος,
γιατί στον κόσμο ετούτο να, ο πόνος ο δικός σου
τη σταύρωση αντάμωσε κι απλώθηκε ομπρός σου

σήμερα χάθηκ' η λαλιά, τα πάντα βουβαθήκαν
γιατί δυο μάτια σαν κι αυτά παντοτεινά χαθήκαν...


Κυριακή 15 Φεβρουαρίου 2015

αιώνια επιστροφή



Τα χείλη που συναντήθηκαν
στα χείλη του ποτηριού,
άφησαν το φως του ήλιου
να περάσει μέσα από τα σκονισμένα μάρμαρα,
αφέθηκαν στο άρωμα του λευκού κρασιού,
στην αγωνία του χρόνου
και στο αναπάντεχο της συνάντησης.
Αγέρωχα, αντάμωσαν το άγνωστο
μέσα στις καρδιές που πρωτογνωρίστηκαν,
στα χέρια που ακούμπησαν τις ψυχές
για πρώτη φορά.
Εκεί, ανακατεύοντας τα μυστικά τους
ξαναγνωρίστηκαν,
στην αιώνια επιστροφή
σε ένα σύμπαν πεπερασμένο
αλλά γι αυτά, απέραντο!

Les lèvres qui se rencontrèrent
aux  lèvres de la vitre,
ont laisse’  la lumière du soleil
passer à travers le marbre poussiéreux,
ils ont plonge’ dans l'arôme du vin blanc,
a’ l'agonie du temps
et de la rencontre inattendue.
Impérieuses, rencontrent l'inconnu
dans les cœurs qui ont été’ déjà rencontrés,
aux mains qui ont touché les âmes
pour la première fois.
La’, en remuant leurs secrets
se sont reconnus a’ nouveau,
au retour eternel,
dans un univers
limite’
mais pour eux, sans fin!