Τετάρτη 3 Δεκεμβρίου 2014

Άνθρωποι και ποντίκια, μέρος 2ο.


(για τον Ν. Ρωμανό και τους συντρόφους του)

Ο Λένι είπε: "Πες πώς θα 'ναι όταν θα 'χουμε τη γη μας".
Ο Τζορτζ αφουγκραζόταν ν' ακούσει τους μακρινούς ήχους. Για μια στιγμή πήρε ύφος ανθρώπου πρακτικού και μεθοδικού.
"Κοίτα πέρα απ' το ποτάμι, Λένι, και θα σου πω ώστε σχεδόν να το δεις".
Ο Λένι γύρισε το κεφάλι του και κοίταξε προς την αντίπερα όχθη της λίμνης και ψηλά προς τις σκοτεινιασμένες πλαγιές των Γκάμπιλαν.
"Θα 'χουμε λίγη γη" άρχισε ο Τζορτζ! Έβαλε το χέρι στην πλαϊνή του τσέπη κι έβγαλε το λούγκερ του Κάρλσον.
---------
Όταν ο Στάινμπεκ έγραφε το μυθιστόρημα, η ανθρωπότητα χειμαζόταν από τη μαύρη πανούκλα και τη φρίκη που θα ακολουθούσε. Στις ΗΠΑ, η οικονομική κρίση είχε περάσει αλλά το αμερικάνικο «όνειρο» ήταν ακόμη άπιαστο για πολλούς. Οι περιπλανώμενοι, οι εξαθλιωμένοι και οι άνεργοι της δεκαετίας του ’20 είχαν χτίσει μια αυτοκρατορία που «δούλευε» καλά καταβροχθίζοντας ανθρώπινες σάρκες και πουλώντας τα όπλα της σε όλες τις μεριές. Η γη που ονειρεύτηκαν ο Τζόρτζ και ο Λένι, ποτέ δεν έγινε γη της επαγγελίας για εκατομμύρια ανθρώπους που θυσιάστηκαν στο βωμό του ανελέητου κυνηγητού του κέρδους. Άνθρωποι έζησαν σαν ποντίκια και ποντίκια έζησαν μέσα στη χλιδή που καταχράστηκαν από τους ανθρώπους. Ο Λένι βίωσε ένα τέλος χαμένος στη φαντασίωση και στη σφαίρα που του καρφώθηκε στο κεφάλι από το λούγκερ που χρησιμοποίησε ο Τζώρτζ για να τον λυτρώσει από τον διπλό εφιάλτη που θα ακολουθούσε, τον εφιάλτη του ανέφικτου της ουτοπίας και τον εφιάλτη του κατασπαράγματος από τα ποντίκια που ήθελαν να ονομάζονται άνθρωποι.
Η ανθρώπινη ζωή μας επιφυλάσσει οδυνηρό τέλος, όχι γιατί θα πεθάνουμε, αυτό είναι το φυσιολογικό πέρας ενός ταξιδιού που επιλέγουμε να το ζήσουμε, από κάποια στιγμή και μετά, μόνοι μας. Το οδυνηρό τέλος είναι το τέλος που έρχεται μέσα σε μια ζωή γεμάτη οδύνες από τις οποίες δεν έχουμε το θάρρος και την θέληση να απεξαρτηθούμε. Η διαρκής συντριβή του Εγώ μας από τη ζωή που μας καθορίζουν άλλοι, η κατασκευή ενός πλαισίου λογικών απαντήσεων σε όλα για να κρύψουμε την πνευματική και προσωπική μας ένδεια, η αναζήτηση καταφύγιου στη «λογική» και «έννομη» υποταγή μας, η δημιουργία πλαστών ουτοπιών και παραδείσων απόλαυσης μας σπρώχνουν όλο και βαθύτερα. Μεταλλάσσουν την ανθρώπινη φύση μας και μας ρίχνουν στα τέσσερα, μας αναγκάζουν να σκάβουμε όλο και βαθύτερα για να χωθούμε σε τρύπες που πιστεύουμε ότι θα μας σώσουν από τον κατακλυσμό και τη διαρκή επαναφορά της «τελικής λύσης» για όσους εξακολουθούν να είναι Άνθρωποι. Χιλιάδες, εκατομμύρια ποντίκια φορούν ανθρώπινες μάσκες και περιφέρουν τη δυσωδία και τη μολυσματική ύπαρξή τους στον τόπο που επιλεχθήκαμε να κατοικήσουμε σαν άνθρωποι. Η τοξική βόμβα της «αδιαφορίας» δημιουργεί ένα απλανές και ακίνητο σύμπαν που επικαλείται τις μεσσιανικές δομές και προοπτικές μιας κοινωνίας που σκοτώνει το όνειρο! Η νύχτα διαρκεί χρόνια πολλά, το σκοτάδι με όλες του τις παραλλαγές αναδεικνύει μια κοινωνία ποντικιών όπως προφητικά την περιγράφει ο Μπένγιαμιν πριν χρησιμοποιήσει, μόνος του, το λούγκερ για μην πέσει στα χέρια του σκοταδιού, στη φαιά πανούκλα που σάρωνε την Ευρώπη και όλο τον κόσμο.
Η προσωπική εξέγερση είναι η άλλη πλευρά του φεγγαριού. Τα ποντίκια επικαλούνται το δήθεν «σκοτάδι» του φωτός που λαμπυρίζει μέσα στην ύπαρξη του επαναστατημένου άνθρωπου. Γιατί τα ποντίκια φοβούνται το φως, αποκαλύπτει τη μοχθηρότητά τους, το μίσος που κρύβουν πίσω από το προσωπείο τους, τη δειλία τους, την επανάπαυση σ’ αυτό που θεωρούν παράδεισο αλλά είναι η αιώνια κόλαση. Τα ποντίκια αγνοούν την εξαγνιστική δύναμη της φωτιάς, από ένστικτο, όμως, τη φοβούνται. Η φλόγα που θα γίνει πυρκαγιά θα αναδείξει όχι μόνο τη σατανική ψυχή τους αλλά και την άσπιλη και αγνή ψυχή αυτού που δεν φόρεσε προσωπείο, δεν μεταλλάχτηκε. Το «ανθρώπινο» μετατρέπεται σε «θεϊκό», έγραφε ο Πλάτωνας, όταν η ψυχή του Ανθρώπου αντικρύσει το Αγαθό και αυτό είναι, πρώτα απ’ όλα, συλλογικό, κοινοτικό. Η δυστυχία έστω κι ενός δημιουργεί μια πληγή που θα οδηγήσει τις πόλεις στη σφαγή. Οι άνθρωποι-ποντίκια, αλλοτριωμένοι από τις ηδονές των ποντικιών και από τη μαζοχιστική αναζήτησή τους, αναζητούν στον Άλλο την όψη του ποντικιού, είναι, όμως, η προβολή στον Άλλο της δικής τους μιαρής εικόνας, είναι η αναζήτηση στον Άλλο της δικής τους παραίτησης από τον αγώνα για να μη μεταλλαχθούν σε ποντίκια και αυτό επειδή γνωρίζουν ότι δεν θα υπάρξει γι αυτούς η λυτρωτική σφαίρα του Τζόρτζ αλλά, κυρίως, επειδή γνωρίζουν ότι ποτέ δεν θα φτάσει σ’ αυτούς έστω η εικονική λάμψη της άλλης πραγματικότητας που απόλαυσε ο Λένι τις τελευταίες στιγμές της ζωής του.
‘Όταν τα ποντίκια κυριαρχούν, όταν η δυσωδία των ζωντανών – νεκρών πλημμυρίζει σαν άρωμα τα ρουθούνια μας, όταν οι κυνηγοί του Τζορτζ και του Λένι έρχονται για να στήσουν χορούς με τις αγχόνες και το νόμο του λυντσαρίσματος, όταν η πολιτεία γίνεται φωλιά τρωκτικών και οι άξεστοι αχυράνθρωποι κυβερνούν βουτηγμένοι στα κόπρανα αυτών που ζουν βαθιά στη γη, στις φωλιές τους και φοβούνται το φως, τότε είναι καθήκον για κάθε Άνθρωπο να αναδείξει το «θεϊκό» από μέσα του και να εξεγερθεί. Δεν υπάρχει Μαγικός Αυλός για τα ποντίκια. Αυτά κατασκεύασαν ήχους θεϊκών μουσικών για να απολαμβάνουν στην τρύπα τους μια ζωή που έχει αποκλείσει τους ήχους της μουσικής αυτών που σφάζονται, αγωνίζονται και επαναστατούν κάθε μέρα για να μπορεί ο Άνθρωπος να παραμείνει Άνθρωπος. Η συνειδητοποίηση αυτής της πραγματικότητας δεν θα σε βγάλει από τη φωλιά σου, μικρό και απεχθές τρωκτικό! Η προσωπική λύτρωση είναι απόλυτα εγωιστική, η επιλογή της θυσίας για τον Άλλο μπορεί μόνο να σε βγάλει από την τρύπα που έφτιαξες απολαμβάνοντας μια ζωή εικονικής ευτυχίας που στηρίζεται στην άγρια εκμετάλλευση των Ανθρώπων που δουλεύουν σαν σκυλιά και ζουν σαν ποντίκια!
Η προσωπική εξέγερση μπορεί να είναι μονόδρομος, μπορεί να είναι και άσκοπη και αναποτελεσματική, όπως ισχυρίζεσαι για να μη χάσεις τη βόλεψή σου. Όμως σε κάνει να βγεις από τη φωλιά σου, ν’ αντικρίσεις κατάματα την πραγματικότητα και εκεί, κάτω από τις κλαγγές των όπλων και των μαχαιριών που σφάζουν τους σύγχρονους σκλάβους, ν’ ακούσεις και να αισθανθείς το βοριά μέσα σου, «τον θυελλώδη βοριά που δεν σε αφήνει να γίνεις μέρος αυτού του συστήματος, που δεν σε αφήνει να ενταχθείς» στην κοινωνία των ποντικιών, όπως είπε και ο Α. Μπρετόν. Αυτός ο βοριάς είναι που σε κάνει να επιλέξεις τον δρόμο της θυσίας και της εξέγερσης, την εγκατάλειψη του νησιού με τις σειρήνες, την κατάβαση στο σπήλαιο για να απελευθερώσεις τα ποντίκια από τα δεσμά τους. Δεν είναι δύσκολο, αρκεί, επιτέλους, να αισθανθείς το καμπανάκι της συνείδησης που εκπέμπει τους ήχους ενός ρέκβιεμ για την ανθρωπότητα. Υπήρξαν κι άλλοι που εξεγέρθηκαν, οι τρόποι που θα το κάνεις είναι άφθονοι, είναι όμως πάντα οι δρόμοι της εξέγερσης.
Μικρά παιδιά επέλεξαν τη θυσία αντί να ζήσουν ένα μαρτύριο δίχως τέλος. Ο τρόπος τους σε τρομάζει, σε ενοχλεί γιατί αποκάλυψαν την τραγική σου ζωή, την παράδοση της ψυχής σου στον Μαμμωνά και στην ευκαιριακή απόλαυση μιας ηδονής εγωιστικής, διεφθαρμένης, ποντικίσιας και απάνθρωπης. Αυτά τα παιδιά δεν περιμένουν τον Τζορτζ να δώσει τέλος στη ζωή τους, δεν βίωσαν την έσχατη στιγμή μιας εικονικής ουτοπίας, έκαναν ένα βήμα μπροστά, ένα βήμα για την πραγμάτωση μιας ουτοπίας δίχως ποντίκια. Σήκωσαν το όπλο και έχουν τραβήξει την σκανδάλη προς τον εαυτό τους πρώτα απ’ όλα, επέλεξαν στα 17 τους τον δρόμο της θυσίας κάτι που σκανδαλίζει απίστευτα το υπερπροστατευτικό σου Εγώ. Ακολουθούν τον δρόμο των μαρτύρων και όποιο κι αν είναι το τέλος τους, εσύ ο άνθρωπος-ποντίκι τους θεοποιείς επειδή γνωρίζεις καλά πως μέσα σε μια κίβδηλη κοινωνία, μέσα σ’ ένα κόσμο του αίματος και της δυσωδίας, μέσα στον κόσμο που σ’ έχωσε κάτω από τη γη, σ’ αυτόν τον κόσμο θα υπάρχουν πάντοτε Άνθρωποι που δεν μαγεύονται από τα θέλγητρα της σύγχρονης Κίρκης, αυτής που σε ρίχνει κάτω να οσμίζεσαι τα κόπρανα, να κυλιέσαι στη λάσπη και να θεωρείς τη ζωή σου, ζωή αξιοπρέπειας και ευτυχίας. Το λούγκερ που κρατούν αυτά τα παιδιά και που το στρέφουν απέναντι σ’ ολόκληρο το σύμπαν, είναι το λούγκερ που θα σκοτώσει εσένα κι εμένα και όσους επέλεξαν να σιωπήσουν μπροστά στην κτηνωδία των ποντικιών. Αν δεν μπορείς να εξεγερθείς, τουλάχιστον μη παραμένεις στην άβυσσο των χαμένων ψυχών, ξεκίνησε από τη δική σου νίκη απέναντι στον Εαυτό σου, βάλε φωτιά στη φωλιά σου, μια φωτιά που θα σαρώσει σαν πυρκαγιά όλα τα τρωκτικά, όλες τις φαινομενικές απολαύσεις σου, όλα αυτά που σε καταδυναστεύουν και σε οδηγούν στη μαζοχιστική απόλαυση ενός κόσμου δίχως απολαύσεις, ενός κόσμου που πνίγεται στο αίμα για να μπορούν τα ποντίκια να έχουν τον δικό τους παράδεισο!

Τρομοκράτες


[επειδη αυτή η χώρα πάντα θα γεννά τρομοκράτες]

Δεν είμ' εγώ απλό παιδί, μέλος ενός θιάσου,
εμένα, από μικρό παιδί μου έλεγαν "στοχάσου",
κοίτα ν' αρπάξεις τη φωτιά που κρύβει η καρδιά σου
και να φουντώσεις με αυτή, τη γη που 'ναι σιμά σου,


βάζω φωτιά σ' ωκεανούς, φωτιά βάζω στ' αστέρια,
απλώνω χέρια που κρατούν τα ξύλινα μαδέρια,
φωτιά ανάβω στα βουνά, φωτιά και στους πλανήτες,
φωτιά στα στόματα αυτών που μας θωρούν αλήτες,

φωτιά ανάβω στις καρδιές του κόσμου που κοιμάται,
του κόσμου που - χορτάτος πια - τίποτα δε λογάται,
φωτιά βάζω στα σύννεφα, φωτιά και στη βροχή τους,
φωτια στα έγκατα της γης, φωτιά και στην ψυχή τους,

φωτιές σκορπάω όπου βρω σκλάβους, προσκυνημένους,
φωτιά βάζω στα λάβαρα, φωτιά στους πουλημένους,
μαύρη καπνιά, φριχτή φωτιά θα κρύψει την αυγή τους,
μαύρη θα φλέγεται, σκυφτή, στην κόλαση η ψυχή τους,

φωτιές ανάβω όπου βρω να δουν κι οι πεθαμένοι
πως ο αγώνας αλυχτά για μια ζωή χαμένη,
φωτιές ανάβω να σας πω τραγούδια του θανάτου
γιατι σας σφιχταγγάλιασε, σας έβαλ' από κάτου,

φωτιά στο σύμπαν θα σκορπώ, παιδί του Προμηθέα,
κι ας είναι τα καρφιά φριχτά, μα η ζωή ' ν ωραία,
όλα τα δέντρα, ένα σωρό, θα φτιάξω για μια λάμψη
γιατί φωτιά με έφτιαξε, φωτιά θε να με κάψει!

Δευτέρα 17 Νοεμβρίου 2014

Το Πνεύμα και η Ομορφιά

Το Πνεύμα γονάτισε μπροστά στην Ομορφιά και της είπε σιγανά: "ω, θεά εσύ, ησουν και θα είσαι για πάντα η μούσα μου!"
Η Ομορφιά γονάτισε μπροστά στο Πνεύμα και του μίλησε με λόγια θερμά: "Πνεύμα, υπάρχεις για να με ανακαλύπτεις εκεί που κανείς άλλος δεν μπορεί να με δει, εκεί που είμαι καλά κρυμμένη αλλά υπάρχω και ζω σ' ένα κόσμο που με αγνοεί"!!!
Το Πνεύμα δεν απάντησε στον λυγμό της.

ΠΑΛΕΥΟΥΜΕ Ή ΟΧΙ;


Άλλη μία χρονιά με την επέτειο (γιατί άραγε την αποκαλούμε «επέτειο»;) των γεγονότων του Πολυτεχνείου. Άραγε είναι άλλη μία χρονιά ή μία «άλλη» χρονιά; Ένα ερώτημα που κυριαρχεί στο μυαλό όλων μας. Τα περιθώρια στενεύουν, η περιδίνηση της Ελλάδας σε ένα μακάβριο χορό, χωρίς τέλος, άρχισε να αναδύει μια τρομερή δυσοσμία. Η σαπίλα της πολιτικής ζωής μεταφέρθηκε και στο κοινωνικό επίπεδο και μεταλλάχτηκε σε τραγωδία ενός κόσμου που αδυνατεί να ανασυγκροτήσει τη σκέψη και τη δράση του και αφήνεται να γίνει έρμαιο στους πολιτικάντηδες και στους αριβίστες κάθε φύσης.
Η χώρα ερημώνεται και ξεπουλιέται όσο-όσο. Προφανώς, αυτό δεν αποτελεί πολιτική λύση αλλά πολιτική πλουτισμού των γνωστών μεγάλων συμφερόντων που βρίσκουν ένα λαό απελπισμένο, παραιτημένο και σε επιθανάτια αγωνία και καταφέρνουν να λεηλατήσουν ό,τι θα μπορούσε να γίνει πηγή βελτίωσης της καθημερινής ζωής των συνανθρώπων μας. Ο βωμός του κέρδους μετατράπηκε σε μια χοάνη που δεν ξεδιψάει πια με λίγο μόνο αίμα. Το ίδιο συμβαίνει και στις περισσότερες από τις ευρωπαϊκές χώρες. Το πρόβλημα είναι σαφέστατα συστημικό και δεν χρειάζεται να προχωρήσουμε στην πλήρη ανάλυσή του (άλλωστε εδώ και 5 χρόνια από αναλύσεις άλλο τίποτα). Η μεταφορά των βασικότερων επιχειρήσεων και μέσων παραγωγής στους νέους δουλό-τοπους της Αφρικής και της Ασίας, δημιουργεί μια τεράστια στρατιά ανεργίας στις ανεπτυγμένες χώρες, στρατιές αστέγων και νεόπτωχων και στρατιές μίσους απέναντι στους εξαθλιωμένους που θα τολμήσουν να διεκδικήσουν ένα κομμάτι ψωμί στην «ανεπτυγμένη» (αλλά μεταβιομηχανική) Δύση.
Ο πλανήτης παρατηρεί αμέριμνος την καθημερινή θνησιμότητα από την πείνα, τις πανδημίες, τις φρικαλεότητες και τους ανταγωνισμούς να αυξάνεται με ιλιγγιώδεις ρυθμούς. Στη χώρα μας μάθαμε πια να περπατάμε αδιάφοροι για τους άνεργους, τους άστεγους, τους εξαθλιωμένους, τις πόρνες και τους ναρκομανείς που πληθαίνουν ασταμάτητα, θυσία σε μια κοινωνία που έχει ξεσκίσει τις σάρκες της και τρέφεται από αυτές. Βυθισμένοι στον ναρκισσισμό του μικρόκοσμού μας και στηριζόμενοι σε μια παρα-οικονομία που εξακολουθεί να βασιλεύει σαν τη λερναία Ύδρα (αλλά και που στηρίζει ακόμη αυτή την κοινωνία, όρθια), καταναλώνουμε τις τελευταίες μας ανάσες στη «φυγή» που έντεχνα μας πλασάρουν οι έμποροι της ευτυχίας.
Όμως, αργά ή γρήγορα, θα έρθει και η ώρα μας. Τα αρπακτικά δεν έχουν ηθική και δεν χορταίνουν την πείνα τους. Δεν μπορεί, σήμερα, να αδιαφορείς για το ότι από τα 5,5 δις. στον πλανήτη μας, τα 4 περίπου δεν έχουν νερό, φαγητό, στέγη και όλα αυτά που η φύση (υποτίθεται ότι) χαρίζει σε όλους. Δεν μπορεί να αδιαφορείς για τις νέο-αυταρχικές (δήθεν) δημοκρατίες, για την καταστολή και τον εκφασισμό των σωμάτων ασφαλείας. Δεν μπορείς να γυρίζεις το κεφάλι στους τραμπουκισμούς και στο θράσος της εξουσίας. Δεν μπορείς να μην βλέπεις….
Μπορεί να πιστεύεις ή όχι σε διάφορα πολιτικά ιδεολογήματα, μπορεί να μην σε έχει ακουμπήσει ακόμη η κρίση, μπορεί να περιγελάς τους ρομαντικούς και μοναχικούς επαναστάτες αλλά οφείλεις να γνωρίζεις ότι το σύστημα δεν έχει συναισθήματα, το σύστημα είναι αδηφάγο και παμφάγο. Όταν αρχίσουν να λείπουν τα θύματα, εσύ θα θυσιαστείς στον Μινώταυρο και δεν θα υπάρχει ούτε Αριάδνη ούτε μίτος για να βγεις από εκεί που είσαι βαθιά χωμένος και πιστεύεις ότι είσαι αλώβητος. Δεν μπορεί να πιστεύεις ότι το σκοτάδι της τρύπας σου είναι το βασίλειο των ουρανών, δεν μπορεί να μην τολμάς σαν τον τυφλοπόντικα, να βγεις στο φως του ήλιου επειδή θα σε τυφλώσει. Η αποστροφή προς τον αγώνα σε βυθίζει ακόμη περισσότερο στα τάρταρα, σου δημιουργεί μια πλασματική πραγματικότητα όπου νομίζεις ότι είσαι ευτυχισμένος αλλά, ουσιαστικά, δεκάδες καλώδια χειρίζονται τον εγκέφαλο και τον εαυτό σου και δεκάδες σωλήνες σε υποβάλλουν σε καθημερινή αφαίμαξη. Οφείλεις να ζήσεις, οφείλεις να παλέψεις ενάντια σε αυτό που θεωρείς παράδεισο αλλά είναι η κόλασή σου, η κόλασή μας.
Οφείλεις να μεταλαμπαδεύσεις το φως από τη δάδα που συνεχίζουν να κρατούν ορισμένα παιδιά, που αγωνίζονται κόντρα στο ρεύμα, κόντρα στον εφησυχασμό και την αλλοτρίωση. Οφείλεις να βγεις από την τρύπα σου για να μπορέσουν τα παιδιά σου, τα παιδιά μας να ζήσουν σ’ έναν ελεύθερο κόσμο. Δεν είναι αργά, αργά είναι μόνο γι αυτούς που είναι στα νεκροταφεία! Σε χρειαζόμαστε, σε έχουμε ανάγκη και σε περιμένουμε. Αυτό ήταν, είναι και θα είναι το μήνυμα εκείνων που δολοφονήθηκαν στα γεγονότα του Πολυτεχνείου. Η έφοδος στους ουρανούς έχει πάντα θύματα, είναι όμως η έφοδος που σε λυτρώνει, η έφοδος που σε τραβάει προς τα πάνω, αυτή που σε κάνει ισόθεο επειδή θα έχεις πια μεταλλαχτεί, δεν θα είσαι ο φοβισμένος ανθρωπάκος θα είσαι ο οργισμένος εκδικητής, ο πλαστουργός του νέου κόσμου. Ακόμη κι αν αποτύχεις, θα έχεις δοκιμάσει τι σημαίνει ανοίγω τις φτερούγες μου και απογειώνομαι στο μέλλον.

winter is coming (?).....


Ο χειρότερος χειμώνας της τελευταίας δεκαετίας βρίσκεται προ των πυλών. Οι άρχοντες και οι κήρυκές τους το διαλαλούν καθημερινά. Χειμώνας, χειμώνας βαρύς, ασήκωτος... Εμείς μάθαμε μικροί ότι ο χειμώνας αρχίζει τον Δεκέμβρη, επίσης μάθαμε ότι κρατάει τρεις μήνες μετά θα ξεπροβάλει. σιγά - σιγά, η άνοιξη και ο καιρός θα κάνει τον κύκλο του επ' άπειρον μέχρι οι άνθρωποι να καταστρέψουν ό,τι έφτιαξαν και να παραδοθεί η μοίρα και η πορεία του καιρού στους δαίμονες, αυτά έλεγε κι ένας γερο-φιλόσοφος. Η ζωή άλλαξε από τότε, οι άνθρωποι έζησαν τη φρίκη της απανθρωπιάς και τη μοχθηρότητα του θάνατου. Χιλιάδες χρόνια, ο χειμώνας έρχεται και πάντα είναι βαρύς.
Στο σημερινό σύμπαν που ζούμε, ο χειμώνας ξεκίνησε - επίσημα - πριν από 5-6 χρόνια. Κάποιοι άρχοντες προειδοποίησαν: "προσέξτε, έρχεται ο χειμώνας και θα είναι διαφορετικός, θα είναι πολύ βαρύς ...", αυτοί, βέβαια, είχαν φροντίσει να γεμίσουν τις αποθήκες τους με ξύλα. Φρόντισαν να έχουν έτοιμη και την προμήθεια απ' έξω, τακτοποίησαν τις υποθέσεις τους, λεηλάτησαν και αποθήκευσαν τη σοδειά των άλλων και συνέχιζαν να προειδοποιούν. Και, τελικά, ο χειμώνας ήρθε. Βαρύς, αδυσώπητος, αμείλιχτος, ανατρεπτικός, αμοραλιστής, απάνθρωπος, βίαιος, το χιόνι του έχει μαύρο χρώμα, κάλυψε τη γη με μαύρο πέπλο σαν σάβανο. Ο χειμώνας είναι εδώ, δεν τον περιμένουμε. Πάγωσε την καρδιά μας, κρυστάλλωσε την ψυχή μας, φύσηξε το παγερό του χαμόγελο στον κόσμο μας και μας αιφνιδίασε με τον τρόπο του.
Ο χειρότερος χειμώνας της δεκαετίας, όμως, δεν πρόκειται να έρθει, απλούστατα γιατί είναι ήδη εδώ, γιατί μετρά ήδη τους νεκρούς του και τα θύματά του, χρόνια τώρα. Ο χειμώνας δεν φεύγει με ευχέλαια, δεν φεύγει με γιορτές και πανηγύρια, δεν τον ενοχλούν τα ανταλλακτικά παζάρια και οι κοινοβιακές δράσεις, δεν σκιάζεται τις ατελείωτες διαμάχες για τον τρόπο με τον οποίο θα τον πολεμήσουμε και θα ξαναζεστάνουμε την Ύπαρξή μας. Ο χειμώνας, χαμογελάει πικρόχολα πίσω από την πλάτη μας: "τι μικρά ανθρωπάκια που είστε! Εγώ είμαι ο βασιλιάς χειμώνας, δεν φοβάμαι τα σκουλήκια και τα έντομα, τα εξοντώνω με το ψύχος μου"! Τα δόντια του, κάτασπρα με σταγόνες από αίμα αποκαλύπτονται στο χυδαίο χαμόγελό του.
Όμως, στον τόπο μας, εδώ και καιρό, οι εποχές άλλαξαν. Ο χειμώνας έρχεται για να μείνει και έρχεται πάντα νωρίτερα. Αλλά ξαφνιάζεται, αυτό το τέρας ξαφνιάζεται από τη λάμψη της δικής μας άνοιξης, του δικού μας αλεξίσφαιρου χιτώνα μπροστά στα τόσα όπλα του. Εδώ και χρόνια, ο χειμώνας έρχεται ένα μήνα νωρίτερα αλλά και εμείς είμαστε έτοιμοι. Αυτό που συναντάει είναι η λάμψη από την τεράστια πυρκαγιά που ανάβουμε κάπου εκεί στα μέσα του Νοέμβρη. Και μόλις ξεμυτίσει ο πρώτος του μήνας, ξέρει τι θα 'βρει μπροστά του. Εμείς δεν φοβόμαστε τον χειμώνα, στη χώρα μας εξοικειωθήκαμε μαζί του. Έχουμε κι εμείς τις αποθήκες μας γεμάτες. Και δεν είναι ξύλα και κάρβουνα τα υλικά που καίμε, είναι σώματα, καρδιές, ψυχές που λαμπαδιάζουν και φεγγοβολούν στα άκρη της γης. Δεκέμβρηδες δεν μας σκιάζουν πια, το κρύο δεν μας ακουμπάει, το χιόνι δεν παγώνει τις ψυχές και το σώμα μας, γίναμε λαμπάδα, φλόγα φοβερή που θα πυρπολήσει το σύμπαν. Μάθαμε από Νοέμβρηδες, μάθαμε και από Δεκέμβρηδες, μάθαμε και από χειμώνες. Κανείς τους δεν μας νίκησε και κανείς τους δεν μας τρομάζει.
Αλλοίμονο σε σας αφεντικά, ερπετά, φίδια, εξουσιαστές και τρομολάγνοι, πρέπει να τρέμετε, πρέπει να φοβάστε, όχι γιατί έρχεται ο χειμώνας αλλά γιατί θα έρθει η Άνοιξη....

Δευτέρα 10 Νοεμβρίου 2014

Notre vie


(A Veronique, avec toute mon amour)

Sur l'écran de nos vies
les larmes laissent des traces.
Mémoires d'un perdant, une vie sans caresses.
Les champs inexplorés, les images de notre vie,
perdu pendant le film commence sans nous
et continue à l'infini,
sans déesses à satisfaire nos désirs.


En venu de l'inconnu,a la courbe de ma vie,
à remplir avec le parfum de la vie de mes désirs,
a l' ombre et au lumière,
dans la fraîcheur et dans la chaleur,
j' ai rencontré et je l'ai dit, ce que les jeux de la vie ont joué.


Apparition perdu un, une fraîcheur qui reste sur les lèvres,
je t' ai rencontré et je dis
sur la scène de la vie, nous ne sommes pas des étrangers.
aller en photos, heures, mois, moments congelés,
a l'étape de notre vie, tout cela nous unissent!

Σάββατο 8 Νοεμβρίου 2014

Το ζευγάρωμα των άστρων




(Στην Αγγελική για το Συμπόσιο και τον Έρωτα)

Amo ergo sum!!



Στο μαύρο αυτό, του σύμπαντος ατέλειωτο σκοτάδι,
Αυτό που τεράστιες ποσότητες φωτός διαρκώς καταβροχθίζει,
Τις θάβει στον απύθμενο βυθό της άψυχης ζωής του,
Σ’  αυτό τον κόσμο που δεν θέλει να φανεί μα να σε βασανίζει,
Τα  άστρα  ερωτεύονται  και στήνουνε χορό προτού φανούν στη γη!

Στο μαύρο χρώμα τυλίγονται κι ερωτεύονται θεοί, δαίμονες, αερικά
κι ουρές από κομήτες που αόριστα στο χάος του συχνά φεγγοβολάνε,
μαζί με τ’  άστρα τ’  ουρανού πλανεύουνε με ανταύγειες
τους δύστυχους, μικρούς θνητούς που έρωτα ζητάνε,
Να τους θυμίσουν πως αυτά, αιώνια αγαπάνε!

Εκεί στου σκότους τη φεγγοβολιά, στην άρση του θανάτου,
Εκεί θ’  ανέβει η ψυχή, μαλαματένια, πλουμιστή,
Την ώρα που θα ερωτευθεί, να πει στο χάρο γεια σου!

Ο Έρωτας π’  αναζητάς, σ’ ολάκερη τη ζήση,
Είν’ ο καρπός του Αλλουνού, ατέλειωτο μεθύσι,
Είν’  η εικόνα του θεού που στέκεται θωρώντας
Πως τ΄ άβουλα μικρά στοιχειά, πάνω στον πλανήτη που φτιαξε,
ζουν, δήθεν, χαζοπερνώντας.

Κι εκεί ψηλά στη μοναξιά, στο ψύχος του απείρου,
Τ΄άστρα σφιχταγκαλιάζονται, ορίζοντας τα όρια του άπιαστου ονείρου,
Εκεί, ακόμη κι ο θεός, που ζει θλιμμένος και μονάχος,
Εκεί ο Έρωτας ανθεί, μοσχοβολά ο βράχος
π’ όρθιος στέκει, σκυθρωπός, στο χώρο του βωμού σου
να σου θυμίζει διαρκώς, πως η απουσία του Έρωτα,
θαν’ η ώρα του χαμού σου!

Παρασκευή 24 Οκτωβρίου 2014

Ουράνιο


περπάτησα στα χρώματα του ουράνιου τόξου,
έψαξα την πηγή και τον χρυσό που υποσχόταν,
είδα τον θεό να μου φωνάζει με φωνή που βρυχόταν
¨θνητέ βγες από της μοίρας το παιχνίδι", απομονώσου...


πήρα τον δρόμο που πρόσταζε το πορτοκαλί,
γονάτισα στον ναό του ήλιου, προσευχήθηκα
το φως να γίνει πιο ζεστό, η μήτρα που γεννήθηκα
να ξαναδώσει τη φωτιά στο πέτρινο γυαλί....

σκαρφάλωσα, ψηλαφώντας το κίτρινο,
στ΄ αστέρια ύψωσα τη φωνή ικετεύοντάς τα
να κατέβουν πιο χαμηλά, χαϊδεύοντάς τα,
να δώσουν ίσκιο στου ονείρου μου τον κρίνο...

γλύστρησα στο κόκινο, με σπίθες στην καρδιά μου,
αισθάνθηκα τη ρώγα που βύζαξα να με ποτίζει αίμα,
το πρώτο μου νανούρισμα να μου θυμίζει ρέμα
που σάρωνε την ύπαρξη που γέννησε τα παιδιά μου...

και ήρθε το γαλάζιο, απέραντο, αιώνιο,
με πλάνεψε στη θάλασσα του πόθου,
στην έρημο του πόνου, στην ανηφόρα δύσβατου λόφου,
ν΄αγκομαχάς για το άπιαστο, για της αγάπης το τελώνιο...

και τέλος το πράσινο, γήινο, ζωώδες,
με γκρέμισε στο σήμερα, στο γνώριμο, στο σύνηθες,
διέγραψε με μιάς το όνειρο και βροντοφώναξε: "συνήλθες"
πατάς στη γη και βλέπεις αυτό που δεν ζεις, αυτό που πρωτόδες!

σαν περπατάς στου ουρανού το τόξο
τίποτα δεν σου μαρτυρά πως θα βρεθείς απόξω.....

Πέμπτη 23 Οκτωβρίου 2014

Les Métamorphoses du vampire (Charles Beaudelaire)


Οι μεταμορφώσεις του βαμπιρ.
[από τα "καταραμένα" ποιήματα σε ελεύθερη απόδοση]



(αφιερωμένο ήδη και μοναδικά)

Η γυναίκα όμως, με το στόμα της στης φράουλας το χρώμα,
Σπαρταρώντας σαν φίδι σε κάρβουνα, αναμμένα ακόμα,
Χαϊδεύοντας στο στέρνο της τη σιδερένια χτένα,
Άφηνε να γλιστρούν λέξεις ποτισμένες μ’ αρώματα ξένα:
«Εγώ έχω υγρά χείλη και γνωρίζω τον τρόπο
Να χάνεις την παλιά συνείδηση στου κρεβατιού το φόντο.
Στεγνώνω όλα τα δάκρυα στα θριαμβευτικά μου στήθη,
Και κάνω γέρους να γελούν με παιδική καρδιά, βγαίνοντας απ’ τη λήθη,
Αντικαθιστώ, γι αυτούς που με βλέπουν γυμνή και χωρίς τα φτερά,
Το φεγγάρι, τον ήλιο, τον ουρανό και τ’ άστρα ψηλά!
Είμαι, αγαπητέ σοφέ μου, τόσο διδαγμένη στις απολαύσεις
Που στα φοβερά μου μπράτσα, πνίγω άνθρωπο προτού κοιτάξεις,
Ή αφού εγκαταλείψω στις δαγκωματιές σας το στήθος,
Ντροπαλή, ακόλαστη, εύθραυστη, ισχυρή, δίχως ήθος,
Ώστε πάνω στα στρώματα αυτά που λιγοθυμούν όλοι με πάθος
Αδύναμοι άγγελοι θα καταδικαστούν για μένα, για το δικό τους λάθος!»


Όταν αργά μου στέρησε τον μυελό των οστών μου
Κι εγώ έστρεψα σ’ αυτήν, νωχελικά, την κόρη των ματιών μου,
Για να γυρέψω ένα φιλί αγάπης, τίποτα δεν αντίκρισα
Παρά κολλώδη μάγουλα, στο πύο βουτηγμένα!
Στον φοβερό τον τρόμο μου, έκλεισα τα δυο μάτια
Κι όταν ξανά τα άνοιξα, από ζωή γεμάτα,
Στο πλάι μου, ανάσα μου, στης ομορφιάς τη θέση,
Που φάνηκε ν΄ απορροφά του αίματος σταλαγματιά και της ζωής τη ζέστη,
Βρήκα συντρίμμια από σκελετό με τρίξιμο αγέρα
Όπως τ’ ανεμοδείχτη η κραυγή λυσσομανά τη μέρα
Ή η κραυγή ράβδου από σίδερο χαμένης πινακίδας
Που ισορροπεί στον άνεμο άγριας χειμωνιάτικης, νυχτερινής καταιγίδας.

Πέμπτη 16 Οκτωβρίου 2014

Μόνος


Μια πλατεία άδεια,
σκοτεινή, βρώμικη,
απέναντι κάποια φώτα,
ενα μαγαζί άδειο,
οι ψυχές σήμερα δεν εμφανίστηκαν,
σιδερένιες καρέκλες,
'αψυχες, άχρωμες, βουβές,
σιδερένιο τραπέζι,
δυο τρία χαρτάκια επάνω
και ο καπνός που μόλις άφησες,
λάμπες από νέον
αλλάζουν την πραγματικότητα
και από κάτω σου. στο μισό μέτρο,
η λάμπα της μπύρας που φτιαχνει το δικό της μύθο,
χανόμαστε,
φτηνά ξενοδοχεία, έρημες πόρτες,
τζαζ που σιγοπαίζει υμνώντας τον πόνο,
δυο ποτήρια κρασί
και λόγια, λόγια όταν η σιωπή λέει περισσότερα,
η άβυσσος είναι εδώ,
χαμογελά με τρόπο πικρόχολο,
κι απέναντι,
απέναντι ένα ζευγάρι μάτια,
χάνεσαι μέσα τους
όπως και στη ζωή σου.
Τόσο κοντά, μα τόσο μακρυά,
η ψύχρα σε κάνει να σκεφτείς
τους συντρόφους σου,
καπνος και οινόπνευμα,
κι απέναντι δυό μάτια,
δυό μάτια...............