Το blog δημιουργηθηκε για όσους ασχολούνται με τη λογοτεχνία και την ποίηση. Οι κοινωνικές αναζητήσεις τους έχουν, επίσης, την θέση τους στον χώρο μας. Η "γραφή" είναι πρωτίστως "πολιτική" Το blog ξεκίνησε ως χώρος πολιτικού - κοινωνικού προβληματισμού αλλά απόκτησε καθαρά λογοτεχνικό χαρακτήρα. Για τις παραπάνω αναζητήσεις παραπέμπουμε στο historyofpoliticalthought.blogspot.com. . διεύθυνση επικοινωνίας: stmanouras@yahoo.com
Πέμπτη 26 Δεκεμβρίου 2013
Η Γέννηση ξανά.
Τ΄ άστρα έπαψαν να γελούν τη νύχτα,
ο δρόμος χάθηκε, πνίγηκε στο σκοτάδι,
οι μάγοι δε θάρθουν.
Ερινύες έπλεξαν το πέπλο της σιωπής,
λυγμοί και βογγητά φτιάνουνε το υφάδι
των δούλων που στενάζουν.
Ξέφρενα πάθη, κολασμένες ψυχές,
πλαστή ζωή σε ματωμένα χέρια,
ο Διγενής θα σφαγιαστεί στ’ αλώνι.
Γρήγορα φαγητά για σύντομη ζωή,
σκεπή της πλάσης του χάρου τα πανέρια
γεμίσανε τη γη με μαύρο χιόνι.
Οι φαρισαίοι γλεντούν μεσ’ τη χλιδή
πλούτου που συσσωρεύτηκε μ’ ανθρώπινα κουφάρια,
ξερνά χολή και θάνατο το μαύρο το νερό!
Νεκροί μαζί και ζωντανοί μέσα στην έπαρσή τους,
βγαίνουν απ΄ τα λαγούμια τους σαν τυφλωμένα ψάρια
γιατί το αίμα των λεπρών τους φέρνει στον αφρό.
Υποκριτές γρυλίζουνε στο βούρκο τους χωμένοι,
φορούν μανδύες, πόρπες κι αστραφτερά φορέματα
στη λάσπη τους χορεύουν το βαλς της ενοχής.
Τα χοιροσφάγεια αργούν, μα θάρθουν κάποια μέρα,
τότε του κόσμου οι ερημιές γόνιμες θα γενούν μ΄ αίματα
κι οι άγγελοι θ’ αναγγείλουν τον ερχομό μιας άλλης εποχής.
Τότε, μέσα στους πρόσφυγες της γης, στους σκλάβους που στενάζουν,
τότε, χωρίς ορχήστρες και γιορτές, χωρίς άλλα πλανέματα,
Χριστέ με τη ρομφαία σου θα ξαναγεννηθείς!
Δευτέρα 16 Δεκεμβρίου 2013
Ο Φόβος τρώει τα σωθικά
[εμπνευσμένο από τον Ρ. Μ. Φασμπίντερ]
Φοβάσαι τη στροφή του δρόμου,
το άγνωστο είναι πέντε βήματα μακριά
και αισθάνεσαι την ύπαρξή του.
Είναι κολασμένο, αχόρταγο, ασταμάτητο,
είναι ο θεριστής των ψυχών!
Διστάζεις, οπισθοχωρείς, πάντα σε τρόμαζε το άγνωστο,
φοβάσαι να φωνάξεις, φοβάσαι να υπάρξεις,
φοβάσαι να είσαι, απλά, ο εαυτός σου.
Μέσα σου ματώνεις, σταγόνα - σταγόνα
ο πανικός γίνεται χείμαρρος,
η βροχή θεριεύει τον πανικό, ζωντανεύει το θηρίο.
Δεν υπάρχει ανάχωμα...φοβάσαι...
κι αυτός ο φόβος σου τρώει τα σωθικά,
σου πλημμυρίζει το μυαλό, σου κόβει τα γόνατα.
Ματώνεις παντού, ο σταυρός σου κουβαλάει χιλιάδες καρφιά,
πνίγεσαι στη λάσπη, το πηχτό χώμα σου φράζει το στόμα,
γεμίζει τα πνεμόνια σου, ξερνάς χολή.
Λησμόνησες το δρόμο, χάθηκες στη δύση του ίσκιου σου,
απαρνήθηκες τ' αρώματα της φύσης, τη λατρεία του ήλιου.
Ο φόβος τρώει τα σωθικά σου, μαράθηκες πριν καν ανθίσεις,
ο ρόγχος του πλάσματος της νύχτας σκορπά το μοιρολόι
μιας ζωής χαμένης.
Φοβάσαι τη στροφή του δρόμου,
τα πόδια πλήγιασαν από τα δεσμά τους,
μέσα σου καλπάζει ο μαύρος θάνατος ανεμίζοντας τα λάβαρά
του,
είσαι το τρόπαιο που πάντα θα αναζητά.
Γονάτισες, ο φόβος σε τσάκισε, σου ξερίζωσε τα σπλάχνα,
γίνεσαι έρμαιο στην καταιγίδα που θα έρθει.
Εμείς σε περιμένουμε, στήνουμε τις παγίδες στον όλεθρο,
οδοφράγματα στον φόβο, κυματοθραύστες στη λύσσα του θηρίου.
Φοβάσαι τη στροφή του δρόμου
κι ο φόβος σου τρώει τα σωθικά....
όμως, σε πέντε βήματα είμαστε εμείς, είσαι εσύ!
Παρασκευή 11 Οκτωβρίου 2013
Για σένα τραγουδάω.
ο,τι και να λες για σένα τραγουδάω,
ό,τι και να σκέφτεσαι για σένανε γυρνάω
σε σκοτεινές μεριές, σε δρόμους και πλατείες
ψάχνω να βρω που χάθηκαν τόσες ελευθερίες.
όπου κι αν ψάχνω να σε βρω, φαντάσματ' αντικρύζω,
ό,τι αγαπήσαμε μαζί στο θάνατο χαρίζω,
σκουπίδια έπνιξαν ξανά τις πόλεις και τη χώρα,
μαύρη, πηχτη ατμόσφαιρα μας προμηνύει μπόρα.
θυμάμαι που σου σφύριζα τραγούδια της ζωής μας,
θυμάμαι που κρατούσαμε τα ουράνια μαζί μας,
τώρα στάχτες κι ερείπια φωλιάζουν στην ψυχή μας
τώρα από τα σπλάχνα μας αρδεύουν τη σφαγή μας.
όπου κι αν είσαι μόνη σου, όπου κι αν τριγυρίζεις,
αερικό στους ουρανούς, άστρο που λαμπυρίζεις,
μαζί σου είμαι, μέσα σου, κομμάτι της ζωής σου,
ξαναγεννιέμαι άπειρες φορές μέσ' από τη μορφή σου.
όπου κι αν κρύβεσαι εκεί θα σέρνετ' η ψυχή μου,
εκεί στην κόρη του ματιού, ανταύγειες της ζωής μου,
εκεί θα ψάξω και θα βρω με πόνο και θυσίες
να ξαναφέρουμε στο φως τόσες ελευθερίες.
ο,τι κι αν ζεις μονάχη σου, ο πόνος που σηκώνεις,
ό,τι σημάδια αυλάκωσε η μοίρα και ματώνεις,
για τις ψυχές που γέννησες, τα σώματα π' ανδρώνεις,
σταχτη θα γίνω, θα χαθώ σ' ετούτο τον αιώνα
τη λευτεριά που χάσαμε να βρω μεσ' τον αγώνα.
[στη σύντροφο και στους συντρόφους μου]
Πέμπτη 3 Οκτωβρίου 2013
Τα βράδια που κλείνουν τα κρίνα.
Τα βράδια που κλείνουν τα κρίνα,
μαζεύοντας
το πάλλευκο ριχτάρι τους,
ο κορμός
λυγίζει, σκύβοντας προς τη γη.
Μοιάζουν
άσχημες φυλλωσιές που ρίχτηκαν στην άμμο
ανάξιες για
περισυλλογή και στοχασμό.
Κι όμως,
μόλις χαράξει το πρωινό,
θα στυλωθούν
ξανά για το συλλαλητήριο στον ήλιο,
για τη διαμαρτυρία
της ζωής.
Τ΄ αγιόκλημα
και το νυχτολούλουδο μυρώνουνε τη νύχτα
με ευωδιές
που φέρνουνε στο νου ταξίδια μαγικά,
ανάσες
άπιαστων, φευγαλέων ονείρων
για
περιπλανήσεις στην ουτοπία και το άρρητο.
Μεθύσι κρυφών
και λατρεμένων πόθων,
γιοφύρι της
ελπίδας με το άπιαστο,
θα τυλιχτούν,
αδύναμα, στην ηλιακή ραστώνη,
ανίκανα να
φυλαχτούν απ’ το πραγματικό.
Τα ρόδα, υπερφίαλα,
απλώνουν τα φτερά τους,
πέταλα που
ματώνουνε στο άγγιγμα της θλίψης,
έμπνευση
και αποστροφή για τόσους ποιητές,
για λίγο θα
τραβήξουνε το δρόμο της ματαιοδοξίας
μα σύντομα
θα συντριβούν στης λήθης το αδράχτι.
Ο θρίαμβος
κι η πτώση χαμένων παραδείσων
προειδοποίηση
σκληρή της Φύσης η αναγκαιότητα!
Άνθος χωρίς σπορά κι ο άνθρωπος στην
πλάση,
πότε θυσίες και σφαγές προσφέρει,
απλόχερα, στη νύχτα,
πότε στο σκότος αλυχτά κι αλλάζει τη
μορφή του,
πότε σκορπά θεσπέσιες και πλάνες
μυρωδιές,
πότε στον ήλιο όνειρα κι ελπίδες
ψιθυρίζει,
κρατώντας τον σφιχτά μεσ’ τη μικρή
του αγκάλη.
Παλεύει, αγωνίζεται, ματώνει και
δακρύζει
στο αιώνιο ταξίδι του από τις δύο
πλευρές.
Όμως, αυτό που τον κρατά ξεχωριστό
στον κόσμο
είν’ ο δικός του λογισμός, να πέφτει,
να γεννιέται,
ν’
αφήσει τις ελπίδες του στις νέες τις γενιές,
στης Μέδουσας το πρόσωπο ποτέ να μη
πετρώσουν
μα με σπαθί, αλύπητα, το κτήνος να
σκοτώνουν.
Ο Λόγος δε θέλει σπορά, το αίμα του
αρκεί.
Σάββατο 17 Αυγούστου 2013
Το καλοκαίρι της μελαγχολίας.
Οι ανεμόμυλοι σταμάτησαν τον γύρο τους,
τα πηγάδια στέρεψαν,
τα πουλιά εγκατέλειψαν τα περάσματα
και οι κυνηγοί τα καρτέρια τους.
Οι ψαράδες μάζεψαν τα δίχτυα,
τα κρεμάσανε στους τοίχους
μπας και μπλεχτούνε τίποτα, σκόρπιες, ελπίδες.
Οι βάρκες ξέμειναν δεμένες,
έχασαν το δρόμο της αναχώρησης
και της επιστροφής, ξεχάσανε το ρόλο τους.
Ο ήλιος δεν ζεσταίνει πια,
ό,τι σαρώνει θα το κάψει.
Οι νύχτες του Αύγουστου
δεν έχουνε φεγγάρι,
τα σκυλιά κλείστηκαν σε μαύρες τρύπες,
φοβήθηκαν τις άγριες, ασταμάτητες νύχτες
στις ανθρώπινες ψυχές.
Η θάλασσα ματώνει κάθε βράδυ
στα άχρωμα μάτια των λιγοστών ανθρώπων,
ο άνεμος ξανάγινε κυρίαρχος,
ουρλιάζει με μανία ολάκερο το καλοκαίρι,
στις άγριες ριπές του ελπίζει
να σηκώσει φραγμούς στην πανδημία,
να αποστειρώση την απελπισία.
Οι ξερολιθιές οργώνουνε τον τόπο μας,
ψεύτικη φύση σε ψεύτικους χρόνους.
Τα παιδιά μεγάλωσαν απότομα
κάθε χρόνος τους φορτώνει άλλους δέκα,
οι πλάτες τους λυγίσανε
στο δάκρυ της μητέρας και του πατέρα.
Τα βράδυα τριγυρνούν τα μεθυσμένα όνειρα,
το τραγούδι έγινε μοιρολόι,
το καλοκαίρι έχασε τους χυμούς των φρούτων του,
ζούμε το καλοκαίρι της μελαγχολίας,
τον χειμώνα του θερινού ηλιοστάσιου...
Τετάρτη 31 Ιουλίου 2013
Θλιβερότητα.
Η Ευθύνη είναι βαρειά στους ώμους που ξεσυνήθισαν το βάρος. Σε γονατίζει, σου λυγίζει τα γόνατα, χαλάει την ισορροπία του σώματος και του νου. Σου προσφέρει, απλόχερα, την ευκολία να απαλλαγείς από αυτή. Τινάζεις το κορμί (και το μυαλό) και συντρίβεται στην άσφαλτο που πύρωσε στον ήλιο του καλοκαιριού.
Η Αλληλεγγύη είναι μια χίμαιρα που κουλουριάζεται στο μυαλό σου, την έχεις εκεί, σε βασανίζει, σε τρομάζει, θέλεις να της δώσεις χώρο, να την αφήσεις ν' αγκαλιάσει το περιβάλλον μέσα στο οποίο ζεις. Μάταια, κουλουριάστηκε επειδή τρομάζει με τον εξωτερικό σου κόσμο. Μόλις θελήσει να ξεμυτίσει, φοβερά τέρατα καραδοκούν να την πετσοκόψουν, να της λειώσουν το κεφάλι λες και είναι φίδι δηλητηριώδες. Ο Εγωισμός, η Αναβλητικότητα, η Ρουτίνα, η Ξενοφοβία και η Επανάπαυση σε φτηνές ηδονές φυλάνε τις πύλες του (δικού σου) Αχέρωντα για να μη δραπετεύσει η ψυχή σου με τα φτερά της. Επειδή δεν γνωρίζουν και δεν γνωρίζεις πως είναι η Λύτρωση και όχι η Έχιδνα.
Το Χρέος κατάντησε μικρό, άγονο κομμάτι στο μυαλό που επαναπαύτηκε στη χέρσα γη της Αδιαφορίας. Πάλλεται σαν πολύχρωμη ταμπέλα, φτηνού μαγαζιού, που μαστιγώνεται από τον άνεμο της λύπης. Το Χρέος, αχ αυτό το Χρέος... Βυθίζεσαι στην ταπεινότητα της καθημερινότητας και φοράς, μόνιμα, τα γιαλιά του απρόσωπου Εγώ. Η ζωή σου έγινε πίνακας λογιστικής, ξεφτισμένο κομπολόι για να μετράς, ανάποδα, τις ώρες. Τις ώρες της Ζωής γιατί αυτό που ζεις είναι ο Θάνατος. Ξέχασες ότι οι αριθμοί δεν είναι το χρέος, το χρέος είναι να ζήσεις και να πεθάνεις σαν Άνθρωπος. Αν δεν μπορέσεις, στην Κόλαση των ψυχών, θα γίνεις ένας αριθμός, ασήμαντος, όπως εκατομμύρια άλλοι.
Ο Αγώνας είναι ο πιο δύσκολος αντίπαλός σου. Βρίσκεται παντού γύρω σου, γεύεσαι τον ιδρώτα του, την αρμύρα του αίματός του, τη βαρειά ανάσα του. Νομίζεις ότι ταξιδεύεις μαζί του, ότι είναι εκεί, στη στροφή του δρόμου, πάνοπλος να σε στηρίξει όταν θα βρεθείς αντιμέτωπος με τα τάγματα του σκότους. Βούτηξες τα χέρια σου στα υλικά που νομίζεις πως σε κρατούν δεμένο μαζί του, δεν γνωρίζεις, όμως, ότι αρνήθηκες τον σύνδεσμο με την καρδιά σου, κανένα δέσιμο, καμία επαφή, κανένα συναίσθημα. Η τυφλότητα σε καθοδηγεί μέσα από τις ατραπούς νεκρανάστασης του Εαυτού που δεν πληρώνει κανένα τίμημα.
Η Ανάσταση δέθηκε με τις χειροπέδες της μισαλλοδοξίας, της αυθεντικότητας, της μονομέρειας των χιλιάδων σελίδων που στραγγίζουν μαύρο αίμα. Λάτρεψες τις δικές σου εικόνες, περιχαράκωσες το σύμπαν σε ένα στείρο κείμενο. Έκλεισες τον ήλιο έξω από τον τόπο σου υψώνοντας τείχη Ευαγγελίων που ευαγγελίζονται τον θάνατο, τον μαρασμό της φυσικής νεότητας, το θαύμα της γονιμότητας. Είσαι βαθύτερα φυλακισμένος από αυτούς που θέλεις να σώσεις.
Άφησες τον θάνατο να αλλώσει την ψυχή σου. Η Σκέψη και το Πνεύμα έγιναν απόκληροι μιας ράτσας που τρώει τις σάρκες της. Αλλοτροιώθηκες, έγινες αυτό που επιθυμούσε ο δεσμώτης σου, απέστρεψες το βλέμμα από τον καθρέπτη για να μην τρομάξεις από τα απίστευτα γηρατειά σου, από το σαπισμένο κορμί σου. Περπατάς χαμένος, απαγγέλεις τσιτάτα, κρατάς λάβαρα, κραυγάζεις συνθήματα, πέφτεις πάντοτε στην ίδια παγίδα επειδή ποτέ δεν κατανόησες ότι η εξέγερση και η επανάσταση γίνονται, πρώτα απ' όλα, απέναντι στον Εαυτό. Απέναντι σε αυτό που νομίζεις πως σου ανήκει!
(ποτέ δεν θα ανατρέψουμε τον Ιανταλμπαώθ, αν δεν τον συντρίψουμε, πρώτα μέσα μας - Ανατολ Φρανς, "Η επανάσταση των Αγγέλων")
Κυριακή 14 Ιουλίου 2013
Η πρώτη νίκη
Στον Κ. ΣΑΚΚΑ (ελάχιστη συνεισφορά)
Ανοίγω τη ζωή και βλέπω μαύρο,
αλλάζω τα κανάλια της αξιοπρέπειας και βλέπω μαύρο,
ρυθμίζω τις συχνότητες του ρατσισμού, ξανά μαύρο,
μαύρο ξεχυλίζει η ψυχή των συνανθρώπων μας,
μαύρο δείχνουν όλα τα παράθυρα στην τηλεόραση
(μαύρο ωραίο, εξευγενισμένο, ύπουλο)
συντονίζομαι στο μαύρο των εφημερίδων
και βλέπω μαύρες ψυχές να πουλιούνται για πολύχρωμα χαρτονομίσματα,
ανοίγω το παράθυρο, το μαύρο είναι παντού,
σου καίει τη μύτη, τα σωθικά, σε κάνει να λιγοθυμάς,
μιλάω στους ανθρώπους και απαντούν με χρώμα: μαύρο,
το σπιτάκι κι ο καναπές μαύρισαν από το ατομικό σου μαύρο,
το μαύρο της απραξίας, του εγωϊσμού, της έγκλειστης εγωπάθειας.
Στους δρόμους, το βράδυ, τα φώτα είναι μαύρα... η νύχτα φωτίζει τον κόσμο μας
κι οι πινακίδες ζαλίζουν με πολλαπλές αποχρώσεις του μαύρου,
μαύρα σκυλιά καραδοκούν να σφάξουν έγχρωμους μετανάστες,
μαύρα κοράκια γυροφέρνουν το λάκκο με τους αυτόχειρες,
η σιωπή σου είναι μαύρη, άγευστη, πικρή μεσ' τη χολή,
ακόμη κι ο καφές δεν έχει απόχρωση λευκού, το δηλητήριο πίνεται σκέτο,
----
στα κελλιά των φυλακών αχνοφέγγει το φως,
στα κελλιά η πάλη κι η συντροφικότητα σκορπίζει αχτίδες,
στα κελλιά χτίζεται η αυγή...
Ανοίγω τη ζωή και βλέπω μαύρο,
αλλάζω τα κανάλια της αξιοπρέπειας και βλέπω μαύρο,
ρυθμίζω τις συχνότητες του ρατσισμού, ξανά μαύρο,
μαύρο ξεχυλίζει η ψυχή των συνανθρώπων μας,
μαύρο δείχνουν όλα τα παράθυρα στην τηλεόραση
(μαύρο ωραίο, εξευγενισμένο, ύπουλο)
συντονίζομαι στο μαύρο των εφημερίδων
και βλέπω μαύρες ψυχές να πουλιούνται για πολύχρωμα χαρτονομίσματα,
ανοίγω το παράθυρο, το μαύρο είναι παντού,
σου καίει τη μύτη, τα σωθικά, σε κάνει να λιγοθυμάς,
μιλάω στους ανθρώπους και απαντούν με χρώμα: μαύρο,
το σπιτάκι κι ο καναπές μαύρισαν από το ατομικό σου μαύρο,
το μαύρο της απραξίας, του εγωϊσμού, της έγκλειστης εγωπάθειας.
Στους δρόμους, το βράδυ, τα φώτα είναι μαύρα... η νύχτα φωτίζει τον κόσμο μας
κι οι πινακίδες ζαλίζουν με πολλαπλές αποχρώσεις του μαύρου,
μαύρα σκυλιά καραδοκούν να σφάξουν έγχρωμους μετανάστες,
μαύρα κοράκια γυροφέρνουν το λάκκο με τους αυτόχειρες,
η σιωπή σου είναι μαύρη, άγευστη, πικρή μεσ' τη χολή,
ακόμη κι ο καφές δεν έχει απόχρωση λευκού, το δηλητήριο πίνεται σκέτο,
----
στα κελλιά των φυλακών αχνοφέγγει το φως,
στα κελλιά η πάλη κι η συντροφικότητα σκορπίζει αχτίδες,
στα κελλιά χτίζεται η αυγή...
Οι φλόγες του παραμυθιού.
Η ζέστη που αναδυόταν γύρω μας, όλο και φούντωνε.. η στάχτη περιπλανιόταν στην ατμόσφαιρα, μοναχικός ιππότης που δεν συμβιβάζονταν με την καθημερινότητα και έψαχνε τους δικούς του δράκους.. Αποκαϊδια κείτονταν σκορπισμένα τριγύρω, νεκροί στρατιώτες σε πεδίο μάχης που σκοτώθηκαν με τη σκέψη της λησμονιάς και την εικόνα μιας ευτυχισμένης ζωής. Το περιβάλλον μουντό, η ομίχλη από τους καπνούς έπνιξε το χάραμα, τις αχτίδες που θερμαίναν τις ψυχές μας. Τοπίο βουβό, δίχως στάλα νερού να γλυκάνει τα χείλια σου. Βουβή πλάση σε βουβή προσευχή.
Η ανάσα μας χτυπούσε ακόρντα ασθμαίνοντας, οι στάχτες είχαν μπει βαθειά στα πνευμόνια και στο μυαλό μας. Κάποιος σιγοψυθίριζε τα λόγια κάποιων στίχων...νομίζω ότι ήταν το Άβε Μαρία. Στο μυαλό μου ήρθαν τα λόγια του Ευαγγελιστή: και είδε τα οστά τα γεγυμνωμένα... τα ερείπια έστηναν γύρω μας χορό, γελώντας μας με σαδισμο, και είπε: τις άραγε εστί...χάσαμε την ταυτότητά μας, δεν είμασταν πια άνθρωποι, γίναμε πλάσματα της νύχτας, η αυγή (φοβόμασταν) θα μας έκαιγε πολύ... πλούσιος ή πένης... έβλεπες μόνο φιγούρες περιπλανόμενες στο ρέκβιεμ της ανθρωπότητας, ρακοσυλλέκτες χαμένων παραδείσων.
Η δυσωδία απλωνόταν παντού, φορούσαμε τις μάσκες του απρόσωπου, τις μάσκες της απόγνωσης, σκουντουφλάγαμε ο ένας πάνω στον άλλο...δεν βγάζαμε μιλιά, κοιτάζαμε τους κάδους σκουπιδιών και ψάχναμε για ψίχουλα ελπίδας. Οι λυγμοί είχαν κοπάσει, τα δάκρυα εξατμίζονταν πριν βγουν από τα μάτια μας, οι χτύποι της καρδιάς πλησίαζαν τη σαγήνη της απόλυτης σιωπής. Είχαμε χάσει το δρόμο, είχαμε χάσει το νόημα...
Και γύρω, μακριά από εμάς, τα σκυλιά αλυχτούσαν...μαύρα, πάνοπλα σκυλιά ντυμένα με ανθρώπινες φορεσιές, παραταγμένα στη σειρά. Φοβόντουσαν το φως, την αχτίδα που περιπλανιόταν ορφανή μέσα μας, τον τελευταίο χτύπο της καρδιάς μας. Λεγεώνες του σκότους, μισθοφόροι της απελπισίας, άγρια σκυλιά θρεμμένα με ανθρώπινο κρέας...
----
έκανα μια κίνηση στον αέρα πιάνοντας μια μισοκαμμένη σελίδα: ο τίτλος ήταν "Αν"...αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος;;
το παραμύθι είχε γίνει στάχτη, το σκόρπιζε στον άνεμο η βαθειά ανάσα και ο ρόγχος της Χίμαιρας, το παγωμένο άγγιγμα της Στυγός...
Σάββατο 8 Ιουνίου 2013
Άρη Αλεξάνδρου
Ανεπίδοτα Γράμματα
[13]
Σύντροφε κοιμάσαι;
Ήθελα να μου πεις, ξέρεις καμιά σελίδα μαρξισμού
που να βουλιάζουνε οι λέξεις στο χαρτί
σαν τη σιωπή μου
στις κόρες των ματιών της;
[5]
Ο Πέτρος που κοιμόταν στο τσιμέντο
δίχως φόδρα στο σακάκι
κάθε πρωί μου έκανε τράκα μια καλημέρα στα κλεφτά
γιατί τον είχαν για προδότη
Βάλαμε τις στάμνες
εκεί που έστρωνε την τρύπια κουρελού
μιλάμε για την δήλωση
τις ώρες που έμενε σκυφτός
διαβάζοντας μια περσινή εφημερίδα
Τότε θα’πρεπε να’ταν που μας έπιασε βροχή.
Ανάβοντας τσιγάρο είδα το πρόσωπό σου
στο τζάμι της βιτρίνας.
Κάτι ψιχάλες πέσανε στα μαλλιά σου και το σβήσανε
Δίπλα στις στάμνες που κρυώνουν το νερό
λέω πως αν ήταν να διαλέξω
θα γύριζα κοντά σου.
Αν τα κατάφερνα να βρω το σπίτι μου
θα σε έπαιρνα μαζί μου
[11]
Στο θάλαμο κρυώνουν.
Με τα πόδια στις κουβέρτες
με το παλτό στην πλάτη
παίζουν σκάκι
Ο Νικόλας στη γωνιά
ξαναδιαβάζει το γράμμα του Σεπτέμβρη.
Σκαλίζει μες στις λέξεις
μετράει τα γρατσουνίσματα της πένας
τούτο το σίγμα το πάτησε πολύ
και σε φιλώ - αχ Θεέ μου
άλλοτες έγραφε πολύ
τόσο μικρό δελτάριο δε χώρεσε στην άκρη.
Έκανε το γράμμα της χωνάκι
ρίχνει μέσα τη στάχτη
μη λερωθεί ο θάλαμος
ρίχνει τη σιωπή
..............
Θέλω να σου γράψω
μα τι σε νοιάζει εσένα η σιωπή του
κάτω απ' τη βροχή;
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
-
(στον Marc Guillaume για το Carnaval des spectres) ο καπνός στριφογυρίζει γύρω από την παρέα που χλευάζει το αιώνιο, μακάβρια αγέλη, χέρια...
-
Είν’ ο λυγμός που ξεπηδά και σφίγγει την ψυχή μας, είναι της πίκρας οδηγός, της ζήσης φυλακή μας, φίλε δυο λόγια μοναχά μέσα...
-
σε 13' http://www.youtube.com/watch?v=Z6uBFwLdrWM&feature=related η ελληνική κατάσταση σε 13 λεπτά.
-
Η μοναξιά δεν έχει ταίρι, σκύβει απάνω στα φτερά της ύπαρξης που σιγοκλαίει, που έφτασε να σπαρταρά γιατί ο μίσχος δεν ανθίζει, γιατί τ...
-
Τι ειν’ αυτό που με ματιά θλιμμένη, βλοσυρή, κοιτάζεις μεσ’ το πέλαγος μιας θάλασσας χαμένης που πνίγει τις λαχτάρες τη...
-
η απώλεια ορίζει τη ζωή, χάνοντας βρίσκουμε αυτό που μας κρατάει ζωντανούς, ο αχός του μόχθου παύει, η ψυχή αρχίζει την αδέσμευτη περιπλάνησ...
-
Eγώ δεν είμαι ουρανός να βρέξω στην καρδιά σου για να φυτρώσουν πλουμιστά λουλούδια σαν φτερά σου, εγώ δεν είμαι η φωνή που λέει πως τ...
-
[ χάρις στον Bob Dylan ] πόσους αγώνες θα κάνει κανείς προτού αντικρίσει το φως; πόσες φορές θα σκύψει στη γη πριν καταλάβει πως ειν...