Κυριακή 13 Δεκεμβρίου 2020

ΠΕΤΡΑ

 

 


 

 

Πέτρα, ακατέργαστη πληγή,

πέτρα γεμάτη με ρωγμές

ριγμένη  σε βάθη ανήλιαγα

θολών νερών τις στροφιλιές,

στου πέλαγου το κύμα

αναμετράς στιγμές μουσών,

έρμη, φτωχή, πολύπειρη,

 εστία μαγισσών,

 

τριφύλλι και αγράμπελη και σκίνο και θυμάρι,

το κλάμα της που έχασε το έχει για καμάρι,

τ’ αυλακωμένο πρόσωπο γεμίζουνε λειχήνες,

βότσαλα , αρμύρα η τροφή κι αμμουδερά κοχύλια,

φωνή στα σύμπαντα αντηχεί σε παγωμένους μήνες

 

στο φως του φεγγαριού 

αλλοπαρμένη, αιώνια κατάρα,

δικά της ουρλιαχτά, κραυγές,

 βουή κι αντάρα

τρέμει το σεληνόφως,

τρέμει ο βοριάς που προσκυνά

έρμους  ονειροπαρμένους

της γης τα ορφανά,

 

γη, χώρα ξενιτιάς, κορφολογάς γεράνι

μοσχολεμονιά, αγριελιά, μνήματα και σταυρούς,

σταυρούς φωλιές στα ξωτικά, στ’ ατίθασο κοπάδι,

σ’ υπόγεια νερά, στα σωθικά, φιλεύονται νεκροί,

 

πέτρα ριγμένη στα νερά, βάρδια ναυτών,

λοστρόμων, ναυτικών κι απέλπιδων σωρός,

πέτρα άγονη, ανεμοδαρμένη, πληγές γεμάτη,

βαριά μέταλλα σου κάρφωσαν,

παντοτινά  αντικριστά για σένα ο καιρός,

 

βαρύς θυμός, ίδρος σκιών, αίμα μορφών

χαρακωμένων, σταυρωμένων, αιώνια διωγμένων

ονειροπόλων παιδιών μιας πανσπερμίας άστρων

περιπλανώμενων και με τη γη  ερωτευμένων,

 

βράχος αδάμαστος, βράχος άκαρπος, στείρος,

βράχος ποτισμένος με οργή κι ελπίδα, ορφανός,

βράχος αετοφωλιά, τ’ αντάρτη μετερίζι,

βράχος που δεν τον πρόδωσε, βράχος που τον στηρίζει

 

στο μοναχό του όνειρο, στην κούφια του ελπίδα,

με ρόδα, φραγκοστάφυλα, τύλιξε με φροντίδα,

χωρίς λούστρο, μ’ ασθμαίνουσα τη χόβολη,

με δίκοπη, απαστράπτουσα και κοφτερή λεπίδα

 

χώρο λατρείας έφτιαξε σε ξέχερσο αλώνι

μη μείνουνε δίχως σκεπή, ποτέ οι νεκροί της μόνοι,

δίχως ψαλτάδες, κληρικούς, δίχως και θυμιατήρια,

με το αίμα της να κοινωνούν τα άχραντα μυστήρια

 

αυτός ο βράχος στέριωσε

μ’ ακλόνητα θεμέλια

ποτίζει με υδρόμελο

ξεσηκωμένα ασκέρια,

 

ο βράχος πια δε σκιάζεται,

τέρατα δε λογάει,

στην άβυσσο ορθώνεται

στο χάος δεν λυγάει,

 

μονάχος μεσ’  την ερημιά,

τους ρύπους των ανθρώπων

σκορπίζει νάρθει ξαστεριά

λευτέρωμα των τόπων….

Τετάρτη 11 Νοεμβρίου 2020

ΑΛΗΘΕΙΑ






έψαξα την Αλήθεια
'κει πάνω στα βουνά,
στα παγωμένα ρείκια,
σε φάτνες, χειμαδιά,
στο ψύχος που παγώνει,
στης Σφίγγας τη σιγή,
στο πανηγύρι των νεκρών,
σ’ αστείρευτη πηγή,
 
κοίταξα όλο προσοχή,
κοίταξα με μανία,
έγιν’ η λάμψη των ματιών
μια θεία τρικυμία,
αδιάκοπα ιχνηλάτησα
διαβάσεις, μαύρες εσοχές,
πετρώματα, χάος σε βάραθρα
κι’ αδιάβατες γωνιές,
 
η ανάσα της αναμονής
πάγωνε εκεί πάνω,
αργά το δάκρυ στόμωνε
κι ολονυχτίς αρμάτωνε
 
είχε με τ’ άστρα έριδα
π’ αλλοπαρμένα τριγυρνούν
και τάχατες φωτίζουν
τη δυστυχία κρύβουνε
κι ελπίδες μας χαρίζουν
μέσα στην τόση παγωνιά,
σ' αναστροφή των πόλων,
μέσα στης γης τη φυλακή,
στο σύμπαν των ειδώλων,
στο άκαρδο ξεκλήρισμα υπόγειων ρευμάτων,
σε λάβαρα που ορθοστατούν στην αύρα των θαυμάτων,
 
έψαξα κι έψαξα ξανά,
κραυγάζοντας: "Αλήθεια
άλλο δε στέργω,
δε ζητώ ανθρώπινη βοήθεια,
που πήγες και που κρύφτηκες,
γιατί αυτό το ψύχος
ο σύντροφός σου έγινε,
γιατί του τέρατος το ρύγχος
απλώθηκε, σερνόμενο,
ξεκλήρισε την όψη τη δική σου,
γιατί κανένας δε νογά
και δε θωρεί τη μυστική ζωή σου,
 
που τάχατες θε' να σε βρω,
γιατί με κατατρέχεις
γιατί σ' απόρθητα κελιά
φυλακισμένο μ' έχεις;"
 
αδιάκοπα γυρεύοντας
ν' ακούσω τη βοή σου
κατέβηκα απ' τα βουνά,
το ψύχος χάρισμά σου,
μεσ' τις κοιλάδες τριγυρνώ,
χορτάτες πεδιάδες,
στις κοίτες των πολιτισμών
ρωτώ τους Αινειάδες:
 
«γιατί δεν εμφανίζεσαι,
γιατί στην άκρη του γκρεμού,
μέσα στο γέλιο του παιδιού,
στο θηλασμό της μάνας,
στο δρέπανο του θεριστή,
στη μέθη αχρείου κορεσμού,
στον ίδρωτα των δουλευτών
με την ορμή μαινάδας
 
 
όλο τριγύρω αχλή σκορπάς,
σε σύννεφα πλανιέσαι,
στο θαύμα κάθε τοκετού,
πεθαίνεις και γεννιέσαι,
σ' αλλοπαρμένους, ψίθυρους
χαρούμενα σκορπίζεις
και στην αγκάλη μαγικών
αυλών μας νανουρίζεις,
 
γιατί ποτέ δε γράφτηκε,
ποτέ δεν ιστορείται
αν άνθρωπος σε γνώρισε
κι ανάστροφα κινείται,
που θα σε βρω τρανή θεά
και κόρη των ανέμων
του παφλασμού της θάλασσας,
το χάδι των αγγέλων,
 
μήπως σ’ απάτητες κορφές,
σ’ απρόσιτους πυθμένες,
στου λίβα την τρανή οργή,
σ’ απόκρυφους λιμένες
δεν ξεμυτίζεις, ροβολάς
σ’ απέλπιδες κινήσεις,
στη τάφρο του κακού χαμού
θέλεις να μας βυθίσεις,
 
μαντατοφόρες έχιδνες
αγρίμια του πλανήτη,
τέρατα μυθοπλασιών
κι άρες κάθε προφήτη,
γιατί σκορπάς στο διάβα σου
τους τρομερούς μας φόβους,
γιατί κάθε σου λίκνισμα
γελά τους μύχιούς μας πόθους,
 
γιατί στους στίχους άγραφων,
μα ποθητών κειμένων,
γιατί στη στάχτη που σκορπά
το ύψος των καμένων
βιβλίων που στο διάβα σου
ποινή θανάτου νοιώσαν
και στις πλεξίδες μελανιού
αποκαΐδια στρώσαν,
 
γιατί, για πες μου, μας μισείς,
γιατί δεν μας λυτρώνεις,
γιατί τον τόσο μας καημό
πληθαίνεις και ματώνεις;
Πες μου, εμείς στο διάβα μας
πως θε’ να πορευτούμε
όταν ο κάθε άρπαγας
καλεί να στοχαστούμε
πως τάχατες σ’ έχει αυτός
βαθιά κατανοήσει,
πως σε ουράνια κελιά
σε έχει φυλακίσει;»
 
Κι άξαφνα θάμα αληθινό
ακούω τη φωνή σου,
σιγά, σαν τις σταγόνες της βροχής
ν’ απλώνει την ψυχή σου:
 
«τράβα, προχώρα, μη σταθείς
κανείς ποτέ δε μ’ ήβρε,
κανείς δε με συνάντησε,
κανείς και πουθενά μονάχος δε με είδε,
γιατί στην κόρη των ματιών,
στου ονείρου σου το πλάνο
στο βάθος-βάθος του μυαλού
φυτοζωώ και πλάθω,
ό,τι κανένας δεν μπορεί
να νοιώσει, να σφαλίσει,
 
στην αγκαλιά του αδερφού,
στον ίσκιο των θυμάτων,
στα βοσκοτόπια των λαών,
στα πάρκα των γιγάντων,
μεσ’ στις αμέτρητες πληγές
που τους σταυρούς ματώνουν,
μέσα στις χίλιες μοναξιές
πλασμάτων που ζαρώνουν,
μπροστά στο φόβο του χαμού,
στης άβυσσου τ’ ατσάλι,
στη μοναξιά των ουρανών,
στης πείνας το μαγκάλι,
 
μονάχα σ’ άγριους καιρούς
σαν οι θεοί σ’ αφήνουν,
όταν η κόλαση ξερνά
πλάσματα που γκρεμίζουν
των οδοιπόρων τις ψυχές,
των έρμων τις λαχτάρες,
των ταπεινών κι αδάμαστων
τις άηχες κιθάρες,
 
των λαιστρυγόνων ουρλιαχτά
και των μουσών τα πάθη,
ό,τι ο πόνος καρτερά
πως σύντομα θε’ να ‘ρθει
μέσα στην τόση χαλασιά,
στην τόση τρικυμία,
μεσ’ του ολέθρου την κραυγή.
στ’ αγέλαστα μνημεία,
μέσα απ’ το αίμα που κυλά
και στην κλαγγή των όπλων,
σε φουσκονέρια τρομερά
είδωλα σφαλερών και αηθών κατόπτρων,
 
όπως ο αγέρας που φυσά,
το κύμα που νοτίζει,
η αγκαλιά της άνοιξης,
το ρέμα που ποτίζει
και ξεδιψά τη χέρσα γη,
κι αναγαλλιάζει η πλάση,
έτσι κι εμένα θα με βρεις
σαν τίποτα δε θάχεις,
και σαν ολόρθος θα θαρρείς
πως βρήκες τον παλμό μου
μέσα στο άδειο σου μυαλό
θα δεις το είδωλό μου,
 
γιατί εγώ δεν είμαι άνθρωπος,
δεν είμαι εγώ διαβάτης
και δε ριζώνω πουθενά
πάντα γυρίζω πλάτη,
σ’ όποιον ξεστόχαστα νοεί
πως τάχα με κατέχει
πως την Αλήθεια θα τη βρει
όπως αυτός γυρεύει!
 
Εγώ δεν είμαι πλάσμα σου
γι αυτό και δε θα μάθεις
πώς οι δικοί μου ατραποί
(αδέσποτοι, αδέσμευτοι κι ελεύθεροι)
στο σύμπαν περπατούνε
και με του σύμπαντος λαλιά
στοχάζονται, μιλούνε,
γι αυτό ποτέ δεν θα τους βρεις
ποτέ δε θα νοήσεις
τ’ Ανείπωτου την ομορφιά,
τη γλύκα κάθε δύσης
και είναι μοίρα σου πικρή
ποτέ να μη με φτάνεις,
ποτέ μη βρεις αναπαμό
μα πάντοτε να ψάχνεις….

Παρασκευή 6 Νοεμβρίου 2020

ΟΡΓΗ

 


 
Eγώ δεν είμαι ουρανός
να βρέξω στην καρδιά σου
για να φυτρώσουν πλουμιστά
λουλούδια σαν φτερά σου,
 
εγώ δεν είμαι η φωνή
που λέει πως το δίκιο
το βρίσκεις άμα θα μισείς
ό,τι θωρείς ανοίκειο,
 
που λέει πως ο άνθρωπος
γεννήθηκε για να 'ναι
ο στόχος κάθε άρχοντα,
ο πόνος κάθε μάνας,
 
δεν είμ' εκείνο που χτυπά
στις ρίζες του μυαλού σου
που λέει πως ο χάροντας
ειν' όπλο τ' αλλουνού σου,
 
εγώ δεν βλέπω χρώματα,
ράτσες, νοοτροπίες,
εγώ βλέπω στα χέρια σου
χιλιάδες αδικίες,
 
παιδιά ποτέ δε λησμονώ
που ο λοιμός θερίζει,
εγώ ποτέ δεν άφησα
πανώριο μετερίζι
 
ποτέ δεν εξεχώρισα
φύλο, γένος και χρόνια,
για εμένα η ανθρωπότητα
ενιαία ειν' κι αιώνια,
 
εγώ στη πείνα του φτωχού,
στο σώμα του σακάτη,
στην άμπωτη της ξενιτιάς
πάντα ορθώνω πλάτη,
 
ποτέ δε φτιάχνω ορίζοντες
που την πνοή χωρίζουν,
ποτέ, για με, τα δείλινα
αλλιώς τα χρωματίζουν
 
τις κάλπικες ιδέες σας,
τα μίση τα δικά σας,
εξόρκισα και έδιωξα
για την απανθρωπιά σας,
 
ποτέ μου δεν ξεχώρισα
στόματα π' ανασαίνουν,
για μένα όλα τα πλάσματα
τον Γολγοθά διαβαίνουν,
 
το όνομά μου ειν' Οργή,
το ύστατο το όπλο,
απάντηση στο όπιο,
σε κάθε καλοβόλεμα
που είσαι εθισμένος,
 
Οργή, Αντάρα και Βουή
μαζεύω κάθε μέρα,
τρέφομαι απ' το μίσος σας
που'χει τυφλό πατέρα,
 
οργή χωρίς αναπαμό,
χωρίς να κάνω πίσω,
των άπληστων φανατικών
χολή σαν αντικρύσω,
 
οργή γιατί σου έλαχε
πλούσιος ν' αρμενίζεις,
δουλίτσα, σπίτι και λεφτά
σαν Άγιους ορίζεις,
 
οργή γιατι βάζεις φραγή
σ' όποιον διεκδικήσει
κάτι καλύτερο να ζει
να μη λιμοκτονήσει,
 
οργή γιατί δε θέλησες
ποτέ σου να το νιώσεις
πως ράσα, ρούχα και στολές
το βιός σου αμαυρώσαν
 
πως ειν' εκεί να συντηρούν
μίσος αναμεσά μας,
σύνορα να σκαρώνουνε
στη γη και στην καρδιά μας,
 
οργή γιατί σα ζοριστείς
όλους τους κατατρέχεις,
σφάχτες, προδότες οι λαοί
γι αυτό που εσύ κατέχεις,
 
οργή γιατί το έγκλημα
πάντα θα το στηρίζει,
η γη στους μαύρους κήπους σου
που ουδέποτε ανθίζει,
 
φουσκώνω, γίνομαι χαμός,
πλημμύρα, ο Πλάστης τρέχει
για να κρυφτεί, να μη θωρεί
ό,τι τον κατατρέχει,
 
εγώ μπορεί να μη νικώ,
να 'μαι αλλοπαρμένος,
στη ουτοπία βαπτισθείς
να 'μαι ευτυχισμένος,
 
το όνομά μου είν' Οργή,
οι ρόγες των καρπών σου,
όλα αυτά που έσπειρες
να διώξεις το χαμό σου,
 
μα κοίτα, Εγώ πάνω στη γη,
τον πόνο συντροφεύω,
το βάλσαμο του φέρνω μπρος
μαζί του ανασταίνω
 
χιλιάδες, πλήθη αμέτρητα,
στην άθλια απάτη
της ψεύτικης αφήγησης
δεν έκλεισαν το μάτι
 
γιατί Εγώ καθοδηγώ
το Πάθος στους αιώνες
αυτό που σκιάζεσαι σφοδρά,
αντρώνει τους τυφώνες,
 
την πόρτα ανοίγει σε αυτούς
στα Τάρταρα που κλείνεις,
εγώ η Οργή σε οδηγώ
σ' επιθανάτια κλίνη,
 
εγώ ονομάζομαι Οργή,
τίποτα δε μ' εμποδίζει
αιώνες τώρα να γκρεμώ
τα έσχατά σου τείχη,
 
Εγώ γράφω με αίματα
ανθρώπινη Ιστορία,
εγώ σε πνίγω, σ' έθαψα
μεσ' την αλλαζονεία,
 
Εγώ είμαι και ήμουνα
τ' ανθρώπινο φεγγάρι
σπέρνω εγώ προσήλυτους
οπλίζω με καμάρι,
 
και όταν έρθει η στιγμή,
μπροστά θ' αναπηδήσω,
τον πρόστυχο τον κόσμο σας
με μιας θα τον γκρεμίσω...

Κυριακή 14 Ιουνίου 2020

ΑΕΡΙΚΟ








κατέβασα διακόπτη
έσβησα το φεγγάρι,
το φως της νύχτας
μοναχικό λυχνάρι,


φωτοβολίδα στον ουρανό
τα χρώματα των ματιών σου
ζήλεψαν τ άστρα μυστικά
τη λάμψη των καημών σου,
ανάσα σου στον άνεμο,
νυχτολούλουδο μοσχοβολά,
παρθένα της ζωής σου
των ματιών σου γυροβολιά,

αστείρευτη πληγή
το χάος της ψυχής σου,
λαμποκοπά πάνω στη γη
ο μίτος της ζωής σου,

μέσα στον κόσμο τριγυρνάς
γλύκισμα για το παιδί,
αγέρας πλουμιστός, βοριάς,
δεν πατάς εδώ, δεν γυρνάς στη γη,

αερικό και ξωτικό συνάμα,
στα δάση νύμφη του Διόνυσου
αρμέγεις το νέκταρ, θείο νάμα,
άρμενα και ιστία το όνειρό σου,
αντίκρυ, του κόσμου όλοι οι θνητοί
ξαναζαλώνουν παιχνίδια ολέθρου,
προτού κυλήσει πρώτο δάκρυ
στερέψαν όνειρα, νότισε πάχνη,

αυγή χαράζει δίχως φως
δεν βλέπω πια, είμαι τυφλός
σαγήνη φως και ξαστεριά
ειν' η δική σου ομορφιά...

που να γυρίζεις,
νότα χαμένη,
ποιος άνεμος
σε παραδέρνει,
γιατί ο ήχος είναι βουβός
γιατί ο πλάστης ήταν θεός;;

Παρασκευή 29 Μαΐου 2020

ΔΙΕΘΝΙΣΜΟΣ










Για σένα που κρύβεσαι διαρκώς στο σκοτάδι,
αποφεύγεις το φως σα να'σαι λεπρός,
πάντα θα φεγγοβολλά, στον ουρανό, ένα αστέρι
που λατρεύουνε κρυφά οι απελπισμένοι:
με τ όνομα "διεθνισμός",


για σένα που ζεις κλειδωμένος
στους έρημους τοίχους κλειστός,
μακρυά απ' τους άλλους, τρελλός, φοβισμένος
δεν έχεις ελπίδα ποτέ μοναχός,

για σένα που βλέπεις το τέρας
στην όψη αυτού που είναι σκυφτός,
σ΄αυτόν που του δόθηκε άλλο χρώμα
που είναι ντυμένος αλλιώς,

σε σένα που χρόνια ενσταλλάξαν
σταγόνα-σταγόνα οργή,
σε σένα που νομίζεις πως είσαι
στη γη η πανώρια φυλή,

στο άχρωμο σύμπαν που έχεις κρυφτεί
στον άχαρο βίο που λες συ ζωή,
στο έσχατο όπλο που σου'ναι η φυγή
προσθέτεις δυο σφαίρες μη σε'βρει η αυγή,

συμπόνια, αγωνία, αλληλεγγύη,
λέξεις που ποτέ δεν σου'ναι γνωστές,
βαθειά μέσ' την πατριαρχία κοιμάσαι
και μοιράζεις ταμπέλες: "παντού σεξιστές",

βαθειά στον θανάσιμο ρόγχο
τρέμεις, φοβάσαι γιατί 'σαι λακές
αυτών που καμώνονται δήθεν
πως δεν θαρθούν ποτέ φυλακές,

δεν έχεις κουράγιο, δεν έχεις ελπίδα
μιλάς για δικαιώματα και βγάζεις κραυγές,
ποτέ δεν θ' αδράξεις εκείνη τη μέρα
να δεις πως τριγύρω υποφέρουν ζωές,

για σένα που ζεις σε τάφο φτιαγμένο
να έχει χούγια κι ανέσεις πολλές
ποτέ απ' την άβυσσο δεν βγάζεις κεφάλι
να μη συναντήσεις παντού συμφορές,

σε σένα μιλάω, σε σένα το λέω:
ποτέ δεν μας έλειψες, ποτέ δεν υπήρξες,
ποτέ δεν ανάσανες, ποτέ σου δε βρήκες
λαγούμια, οδούς, κρυφές διαδρομές,
(το λέω και κλαίω)
που βγάζουν διαρκώς, απο 'κει, λυτρωτές.

Κυριακή 10 Μαΐου 2020

ΜΑΝΑ









Μάνα όταν με γέννησες
δεν φοβόσουν κραυγές,
πραιτωριανούς κι επιδημίες,
λαιστρυγόνες και θαύματα,
μάνα όταν με γέννησες
ο τρόμος της καταστολής,
ο φόβος του νικητή
και η ανάσα των στημένων
στις μάντρες που συνομιλούσαν
με τον θάνατο,
ήταν η απουσία της επισκληρίδιου,
η οιμωγή των χαμένων παιδιών,
η λαχτάρα των ονειροβατών
και το πάθος της χαμένης ουτοπίας,


μάνα όταν με γέννησες
μου έδωσες παρέα,
άσχημα όνειρα
και ανθρώπινη βία,


μάνα με βύζαξες μέλι και γάλα
σ' ένα κόσμο που το χρώμα
σ' έκανε κουφάρι κρεμασμένο
σε τεράστια δέντρα,
σε λερές φυλακές
και σε ανήλιαγους προμαχώνες,


δεν συλλάβισες νανούρισμα,
δεν ήταν αυτά δάκρυα χαράς,
ήταν λέπια υποθαλάσσιων τεράτων,
άγχους, κατάθλιψης και τρικυμίας,
μάνα όταν με γέννησες
ο κόσμος φλεγόταν
(όπως και τώρα),
λαμπάδες ορφανά, άστεγοι, φτωχοί,
πλάνητες, σκλάβοι και υπηρέτες,
ο χτύπος της καρδιάς σου
ήταν εμβατήριο ανασυγκρότησης,
αναδόμησης και αδιέξοδου,
μάνα στον κόρφο σου
έμαθα να κλαίω, να πονώ,
να γελώ και να αναστενάζω,


μάνα με συντρόφεψες
στο ταξίδι της ζωής,
δεν μου 'ταξες παραμυθένια
ζωή, ολάνθιστους κήπους,
άστρα φεγγοβολόντα
και αταξίδευτες θάλασσες,


ένοιωσα την αρμύρα στο γάλα σου,
τον φόβο στο στήθος σου,
την αγωνία στην καρδιά σου,
τη λατρεία στο μυαλό σου,
με γέννησες στην κόγχη λόγχης,
στη ρόδα δρεπανηφόρου άρματος,
στο χείλος της κόλασης,
στο βαθύ άοσμο και άχρωμο χάος,
μάνα όταν με κράτησες στα χέρια σου
μου τραγούδησες:
"γιέ μου, στολίδι της ψυχής μου,
δεν σου υπόσχομαι παράδεισους,
δρόμους βατούς, φως της ζωής μου,
πόνο και πίκρα κι άγονους παράδρομους,
φωτιά κι ατσάλι, βόμβες και σφαίρες,
του τέρατος άρπυιες, πόρνες κι εταίρες,
φωτιά και θάμπος, σκοτάδι παντού,
σ' αυτόν τον κόσμο το κλάμα φτωχού
παρέα θα έχεις στις γης τ' ανηφόρια
μαζί σου θα είναι χιλιάδες αγόρια,
μα μην τρομάξεις, μη φοβηθείς
μαζί σου για πάντα,
την αγάπη της μάνας θα έχεις,
θα βρεις!

και σαν ξημερώσει η μέρα εκείνη
που σ’ άλλη αγκαλιά
θα βρεις τη σαγήνη,
τον πλούτο του πάθους,
μια νέα σελήνη,
να θυμάσαι πως πάντα,
για σκέπη στον κόσμο ετούτον,
η αγάπη της μάνας
- αμάραντο άνθος -
για πάντα θα μείνει"



Δευτέρα 20 Απριλίου 2020

ΒΟΥΗ









Σε μια άηχη πόλη τώρα οι ήχοι χορεύουν,
ο πλανήτης σιωπά, τίποτα πια δεν θυμάται,
σ' ένα άηχο μέλλον, οι πληγές θριαμβεύουν
και ο πόνος της μάνας που ποτέ δεν κοιμάται,


μόνοι, άστεγοι όλοι, στους θεούς ικεσίες
να γυρίσουμε πίσω, στη βολή και στη θλίψη,
εμαντρώσαμε πλήθη, πλουμιστές εκκλησίες,
σφυρήλατους θρόνους, αγκαλιές με την πλήξη,

σε μια άηχη πόλη, ο βοριάς τραγουδάει,
τον υμνούνε οι φρύνοι, τα πετούμενα όλα,
σα λαγούτο, μοναχό του, που τις νότες σκορπάει,
ψιθυρίζουν με χάρη, λεν' στη φύση "ροβόλα,
πια κανείς δε χτυπάει..."

σε μια άηχη πόλη, δεν ακούς, δε μυρίζεις,
είσαι μόνος και πλέον, μοναχός σου θα ζήσεις,
στον αγέρα ακούς κάτι τι που σφυρίζει
το δρεπάνι του χάρου που ποτέ δε χαρίζει,

ήρθες κι είπες πως ήσουν το υπέρτατο θαύμα,
εκαυχήθηκες σ όλους τρυφηλοτατο βίο,
ήρθες, νόμιζες, πίστεψες πως το πηγαίο το νάμα
διαρκώς θα το πίνεις σε φαιόχρωμο αγγείο,

σε μια άηχη πόλη, τρικυμίες αντλούνε
τη χαρά και τον πόνο που οι ίδιες σκορπούνε
σε σφαγές, σε συντρίμμια, σε στρατόπεδα μίσους
που τ ανθρώπινο αίμα είναι νέκταρ για λίγους,

μεσ' την πόλη που βουβαίνει, που σε κάνει μετανάστη,
ξαναζείς, πια στ' αλήθεια, τον φριχτο σου εφιάλτη,
δεν ορίζεις κανέναν, δεν μπορείς ν αγοράσεις
δεν μπορείς να πουλήσεις, σου σηκώσανε φράχτη,

στου κρανίου τον τόπο, δεν ακους θρηνωδίες,
δεν ηχούνε παράτες, δεν ουρλιάζουν ερινύες,
δε μυρίζεις, δε βλέπεις δεν ακούς.... ο τροχός:
ήσουν, είσαι και θα' σαι στη ζωή μοναχός...

και στις άηχες πόλεις με σημαίες, παρελάσεις
θα προβάλλει ο ήχος για να μην τον ξεχάσεις....

Σάββατο 10 Αυγούστου 2019

ΖΩΗ










Τι ειν’ αυτό που με ματιά θλιμμένη, βλοσυρή,
κοιτάζεις μεσ’ το πέλαγος μιας θάλασσας χαμένης
που πνίγει τις λαχτάρες της στου απείρου τη σιγή,
χρόνια και χρόνια ανέπαφη οργής καταραμένης
να μην μπορεί να σηκωθεί την πλάση για να δει;

Στοχάζεσαι το άπειρο που θρέφει τη πληγή
μιας ιστορίας αλλόκοτης, θολής και μαραμένης
που χείλια ανθρώπινα, στεγνά, σκάρωσαν μια στιγμή,
τριγύρω πέφτουν είδωλα ζωής καθημαγμένης
και τα ουράνια φλέγονται στ’ Αφέντη τη σιωπή!

Πες μας  ποιος είσαι, που γυρνάς, τι τάχατες γυρεύεις,
τι σού’ μεινε απ’ το διαρκές ταξίδι του χαμού,
πες μου ποιον τάχα ευλόγησες, για ποιον σκοπούς θηρεύεις
στην άγρια καταχανιά του μοχθηρού θεού;
το σκαλοπάτι δεν θωρείς και δεν καταλαβαίνεις

μα στέκεσαι σαν πλουμιστή νεράιδα στη βροχή,
στ’ ανήλιαγα σοκάκια του ο Χρόνος ταξιδεύει
αφήνοντας μας άφωνους στην τόση σαλαγή,
το Θαύμα περιμένοντας, αυτό που περισσεύει
μεσ’ του απόλιδα θνητού την αθάνατη ψυχή.

Κοιτάζεις μεσ’ το άπειρο και σου μιλούν λουλούδια,
τ’ άστρα θα σε φιλέψουνε δική τους θαλπωρή,
ακούς από τόσα παιδιά φωνούλες στα τραγούδια
που ψέλνουν για τους άγγελους που κατοικούν στη γη,

πάνω στα χείλη νοιώθουμε την πάχνη της ζωής,
μπροστά τραβούμε κι’ έρχονται βάσανα και καημοί,
δική σπορά αφήσαμε στον κόσμο να καρπίσει
και μέσα της χωρέσαμε μία μικρή κραυγή,

δεν είναι η αιφνίδια στροφή που’ ξαφνα  συναντούμε
μέσα στ’ αγέρα την πνοή που θέλαμε διαρκή,
δεν είν’ του ονείρου το φιλί, υγρό στο μέτωπό μας
είναι που πρώτη μας φορά νοιώθουμε τη ζωή!

Και σ’ όλ’  αυτά που τάχατες αδιάφοροι θωρούμε,
στους κάμπους τόσων ουρλιαχτών σφάγια των  πολέμων
σιγά-σιγά αναδύονται θεσπέσιες μορφές,
ειν’ οι ψυχές που συναντούν την αύρα των ανέμων
και στων βουνών θρονιάζονται, τις απάτητες κορφές,

Τι κι αν επιβιώνουμε σε μια τρελή πορεία,
μεσ’ στον αιώνα αλλαγών και αυτοματισμού,
θάρθουμε και θα φύγουμε σε κάτασπρα φορεία
μα μέσα μας δεν θάχουμε πίκρα αποχωρισμού,

μαζί, χάρη μας κάνανε τα ξωτικά ‘κει πάνω,
μαζί να κουβαλήσουμε τις πιο γλυκές στιγμές,
αντίβαρα στη γήινη έλξη που πάντοτε μας θέλει
σκυμμένους  να παλεύουμε σε μέρες θλιβερές,

κι έτσι ανηφορίζοντας παρθένα μονοπάτια,
από ψηλ’ αντικρίζουμε του κόσμου τη θαμπή
εικόνα που μας έλεγε στα πρότερα και πάντα
πως τάχα αιώνιος θάνατος ειν’ η αιώνια ζωή!