Τετάρτη 30 Ιουλίου 2014

ΦΙΛΟΙ



Τους τελευταίους μήνες νομίζω ότι έχασα κάμποσους φίλους. Βλέπετε το να έχεις άποψη για τα πράγματα, είναι κάτι που ενοχλεί τους μισούς Έλληνες (οι άλλοι μισοί ενοχλούνται από τους προηγούμενους).
Αν εκφράσεις άποψη για την πολιτική, αν συμμετέχεις σε μια κίνηση (όχι κόμμα), αν ασκείς κριτική και, κυρίως, αν εκδηλώνεις ανοιχτά την απέχθειά σου για την ατομική προβολή και την εγωπάθεια, τότε χάνεις "φίλους".
Αν ασκείς ανοιχτά κριτική στους χριστιανούς που υποκρίνονται ότι είναι χριστιανοί τηρώντας μόνο το λειτουργικό και απαξιώνοντας τη σημασία των διδαχών του Ιησού, αν χλευάζεις ανοιχτά αυτούς που νομίζουν ότι ο παράδεισος είναι ένα τεράστιο θέατρο και, επομένως, όσα περισσότερα πληρώσεις τόσο καλύτερη θέση θα βρεις κοντά στη σκηνή [απ' όπου, όμως, ούτε που διανοείσαι ότι με το σήκωμα της αυλαίας θα ξεχυθούν λιοντάρια], αν φτύνεις κατάμουτρα αυτούς που ανέχονται την αδικία και την εκμετάλλευση αλλά, κατά τα άλλα, είναι πιστοί "εν θεώ αδελφοί", τότε χάνεις "φίλους"
Αν προσπαθείς να βοηθήσεις αφιλοκερδώς άλλους συνανθρώπους σου, χαλάς την πιάτσα [του οικονομικά ορθώς σκεπτόμενου άνθρωπου της οικονομίας της ελεύθερης αγοράς] και βεβαια πάλι χάνεις "φίλους".
Αν δεν σκύβεις το κεφάλι στη δουλειά, εκεί όπου βλέπεις το άδικο και την αλλαζονεία της εξουσίας, αν προσπαθείς να υποστηρίξεις αυτόν που έχασε την αξιοπρέπειά του ικετεύοντας να μη χάσει τη θεσούλα του και συνθλίβεται από τα αδηφάγα γρανάζια ενός απάνθρωπου συστήματος σε μια χώρα που δεν μας χωρά πια, τότε χάνεις "φίλους" γιατί σχεδόν όλοι υποκλίνονται με σεβασμό στην εξουσία και τον θεό-νόμο.
Αν το "πολιτικό" για σένα είναι το ξεπέρασμα του Εγώ, ο θρίαμβος του Εμείς και η κατάκτηση του α-πολίτικου, αν απαξιώνεις την κομματική λογική, τη δογματική παράκρουση, το κάλεσμα των (πολιτικών) σειρήνων που σε καλούν στο νησί τους για να μετατραπούν, αμέσως μετά, σε Λαιστρυγόνες και Κύκλωπες, αν διατηρείς την πολυτέλεια να σκέφτεσαι έξω από το κομματικό χαρτομάνι και τον ίσκιο του ηγέτη, του καθοδηγητή του ινστρούχτορα, αν για σένα ο "πολιτικός άνδρας" είναι ο απόηχος της πρωτόγονης εποχής και της ανθρώπινης προϊστορίας...τότε, πάλι, χάνεις "φίλους" επειδή η συντριπτική πλειοψηφία λατρεύει την "παράταξη", το κόμμα, τον ηγέτη.
Αν βρίσκεις διέξοδο και ανακούφιση όλο και περισσότερο στην απομάκρυνση από την αγέλη και στον στοχασμό του ανέφικτου, αν καταθλίβεσαι για την ανθρωπότητα και το δυσοίωνο μέλλον της αλλά ξανοίγεσαι σε πελάγη περιπέτειας, πάλης με το άγνωστο και συγκρούσεων μέσα στα τετραγωνικά χιλιοστά του εγκεφάλου σου, τότε χάνεις "φίλους" επειδή ο φίλος αναγνωρίζει την εικόνα του φίλου μόνο στον κίνδυνο και σε κανέναν, σχεδόν, δεν αρέσει το ταξίδι σου.
Αν πιστεύεις στον Έρωτα σε μία εποχή βαρβαρότητας όπου οι σχέσεις έγιναν σπορ, επίδειξη και εγωισμός, αν πιστεύεις ότι Αυτός [ο έρωτας] είναι το μαγικό ραβδί που θα σε κάνει να δεις μέσα στη φτώχεια, στην απληστία, στην εκμετάλλευση, στη λατρεία του εφήμερου, στον θάνατο των ψυχών, το ανθρώπινο μεγαλείο, τη δύναμη για ζωή, την ολοκλήρωση του εαυτού σου, τη στοργή της καθημερινότητας, τη θεμελίωση της θυσίας και την ψυχική ανάταση....ε, τότε χάνεις πολλούς "φίλους" που, ίσως, δεν θα γνωρίσουν ποτέ αυτό για το οποίο εμφανίστηκε ο άνθρωπος σ' αυτό τον κόσμο.
Αν είσαι "διαφορετικός" χάνεις φίλους και μαζεύεις εχθρούς.
Αν είσαι "ασυμβίβαστος" θα τους συσπειρώσεις όλους εναντίον σου.
Αν προσπαθείς να είσαι (όσο το δυνατόν) περισσότερο δίκαιος, θα σταυρωθείς όπως Εκείνος.

Ο Επίκουρος έλεγε ότι η μόνη μέθοδος για να κατακτήσεις την "αταραξία της ψυχής" και να ξεπεράσεις τους φόβους που σου ενσπείρει αυτός ο κόσμος είναι να ζήσεις έτσι ώστε να μη γίνεις αντιληπτός από κανένα: "λάθε βιώσας".
Εμεις επιλέγουμε τον άλλο δρόμο, τον δρόμο που σε οδηγεί στην απώλεια χιλιάδων "φίλων" αλλά και στην αναγνώριση στα άγνωστα πρόσωπα που συναντάς καθημερινά και με τα οποία μοιράζεσαι τον αέρα που αναπνέεις, των λίγων, μοναδικών, αυθεντικών και πραγματικών ΦΙΛΩΝ.

[αφιερωμένο στους παλιούς και καινούργιους φίλους μου,στους γιους μου και την αγάπη μου και, οπωσδήποτε, στους μαθητές μου]

Ο Εβραίος.



Ο Εβραίος δεν είναι κάτι διαφορετικό από όλους τους άλλους ανθρώπους. Έχει κεφάλι, χέρια, πόδια, μύτη, εγκέφαλο, κυβέρνηση. Ο Εβραίος δεν είναι ένα ιδιαίτερο είδος. Ο ίδιος πιστεύει ότι ο λαός του είναι ο εκλεκτός του Θεού. Λέω "πιστεύει" επειδή οι δυστυχείς Εβραίοι των στρατόπεδων συγκέντρωσης δεν νομίζω να πίστευαν στο θεό-σωτήρα πια. Ο Εβραίος, όπως κι ο Έλληνας και πολλοί άλλοι, θεωρεί ότι νομιμοποιείται να απαλλοτριώνει ξένη γη επειδή πριν χιλιάδες χρόνια, κάποιος του είπε ότι ο θεός προόρισε γι αυτόν τη γη της Χανααν. Ο Εβραίος είναι άνθρωπος, ένας απλός άνθρωπος. Πιστεύει μάλιστα ότι όλος ο κόσμος ξεκινάει από αυτόν. Ο Εβραίος, όμως, είναι Αιγύπτιος, μέλος φυλής νομαδικής που αποχώρησε από την Αίγυπτο όταν ήδη εκεί λατρεύαν τον Ακενατόν ως "μοναδικό" θεό (παρεπιμπτόντως ο Ακενατόν ήταν ο βασιλιάς τους και έκανε ότι θα κάνει πολύ αργότερα ο Αύγουστος που θα βάλει του ρωμαίους να τον λατρεύουν ως θεό). Ο Εβραίος άνθρωπος καλλιέργησε το συναίσθημα ότι ανακάλυψε τον ένα και μοναδικό θεό άρα, εξ ορισμού, είναι ο αγαπημένος λαός του θεού.
Ο Εβραίος διάλεξε να μείνει, αφού έφυγε από την Αίγυπτο, στη γη της Παλαιστίνης. Έλα μου, όμως, που εκεί υπήρχαν κι άλλες φυλές και έπρεπε διαρκώς να συγκρούεται με αυτές. Ο Εβραίος είχε εγκέφαλο και παλιά, όμως το ιερατείο του, που ζούσε στη χλιδή, τον παραμύθιαζε συνέχεια ότι σαν εκλεκτός λαός έπρεπε να έχει τη δική του γη. Λες και δεν μπορούσαν να ζήσουν ειρηνικά με άλλους λαούς, λες και ο υπέρτατος λαός έπρεπε να γαντζωθεί σ΄ένα κομμάτι κωλο-ερήμου για να διατρανώσει την ύπαρξή του.
Ο Εβραίος κυνηγήθηκε από τους άλλους "εβραίους", τους χριστιανούς, επειδή σκότωσε τον θεό τους. Χιλιάδες χρόνια ήταν ένας λαός πλάνης επειδή τα συμφέροντα των δυνάμεων είχαν μοιράσει διαφορετικά τον κόσμο. Ελα, όμως, που ασχολούμενος με το χρήμα, το μόνο πράγμα που μπορούσε να κουβαλήσει στους διωγμούς του, πλούτισε! Εφτιαξε τράπεζες, δάνειζε, άρχισε να ελέγχει το παγκόσμιο εμπόριο και, γενικώτερα, πήραν τα μυαλά του αέρα μέχρι που ένας παράφρων άρχισε τη σφαγή. Όχι τυχαία, όλες οι περιουσίες τους κατασχέθηκαν και ο εβραίος κατέληξε τσάμπα εργατική δύναμη μέχρι να αποφασιστεί η ολοκληρωτική λύση, δηλαδή η μαζική εκκαθάρισή του από το πρόσωπο της γης. Εκείνη την εποχή ο εβραίος παρακαλούσε, ικέτευε τον κόσμο να τον κρύψει, εγκατέλειψε τα εδάφη της ευρώπης επειδή ήταν τόπος μαρτυρίου γι αυτόν..
Μετά τον πόλεμο, ο εβραίος βρέθηκε σε πλεονεκτική θέση. Με όλα τα κεφάλαια στις ΗΠΑ, "δάνεισε" όλη την ευρώπη να ανοικοδομηθεί. Πολλοι από τους εβραίους θησαύριζαν πουλώντας όπλα σ΄αυτούς που σκότωναν τους εβραίους, ήταν οι μεγαλοκαρχαρίες που δεν έχασαν τίποτα στον πόλεμο. Οι χιλιάδες εβραίοι που σκοτώθηκαν ήταν η δικαιολογία να αποκτήσει ο εβραίος το κράτος που πάντα ήθελε. Έτσι λοιπόν, ο ΟΗΕ θα του παραχωρήσει κάποια κομμάτια γης στη χώρα της παλαιστίνης (με το έτσι θέλω), σιγοντάρωντας από πίσω τη συνεχή επέκτατική του δράση, βάζοντας άραβες ηγεμόνες-πιονια να βοηθήσουν την κατάσταση.
Σιγά-σιγά, ο Εβραίος έγινε άπληστος. Ηθελε κι άλλη γη, έρημο δηλαδή εδώ που τα λέμε (αλλά η γη είναι γη). Και όσο κέρδιζε με τη βοήθεια των αμερικάνικων κυβερνήσεων που είναι εξαρτημένες από τα μεγάλα εβραϊκά συμφέροντα και κεφάλαια, έγινε αδυσώπητος. Ο Εβραίος δεν θα σταματήσει αν δεν εξαφανίσει κάθε διαφορετική φυλή από τον χώρο του, αυτό λέγεται στην ιστορία "εθνοκάθαρση".
Θα μου πείτε γιατί τα γράφω όλα αυτά. Πάντα η ιστορία γράφεται και με τα δύο χέρια. Αυτό που μαθαίνουμε είναι η ιστορία κάποιων λαών που με φωτιά και τσεκούρι έστησαν ένα κράτος (για να γκρεμιστεί σε λίγα χρόνια ή αιώνες). Το ίδιο έκανε και ο Εγγλέζος και ο Γάλλος και ο Ιταλός και ο Έλληνας και ο Τούρκος και όλοι οι "λαοί"!!
Ο Εβραίος εξολοθρεύει και εξολοθρεύει βγάζοντας τη γλώσσα σ΄ όλο τον κόσμο. Πολλοί επικαλούνται τα λάθη των αράβων (όχι των παλαιστινίων) πριν 50 χρόνια. Αυτά ήταν και εξυπηρέτησαν την πολιτική των ΗΠ και του Ισραήλ. Όταν η χώρα που ζεις κατακτιέται με το έτσι θέλω δεν μπορείς παρά να αντιδράσεις. Και η αντίδραση στην αρχή ή όταν είσαι απελπισμένος είναι τυφλή. Δηλαδή οι Έλληνες θα έπρεπε να σεβαστούν τα δικαιώματα των 500 χρόνων κατοχής και να μη ρίξουν τουφεκιά. Αν νομίζετε ότι ήμασταν και τα καλύτερα παιδιά, σας πληροφορώ ότι είστε βαθιά νυχτωμένοι. Το ίδιο έκαναν οι Ούγγροι με τους Ρουμάνους, οι Ρωσοι με τους Ουκρανούς και άλλες φυλές, οι Τούρκοι με τους Αρμένιους και τους πόντιους, οι ιρακινοί με τους ιρανούς, οι κινεζοι με τους βιετναμέζους και τους μογγόλους, οι αμερικάνοι με τους ινδιάνους και τους μεξικάνους και πάει λέγοντας....
Είναι άλλο, όμως, να κάνεις επιδρομές σε νοσοκομεία, σε σχολεία, σε καταλύματα του ΟΗΕ, σε παιδικούς σταθμους (το 2014) και άλλο να τα βλέπεις αυτά να γίνονται πριν 100, 200, 300 χρόνια. Η σφαγή των παλαιστινίων στη Γάζα και οι ρουκέτες που ρίχνουν στο Ισραήλ, δεν δικαιολογεί με τίποτα τις σφαγές που αυτοί ξεκίνησαν σκοτώνοντας τον μικρό παλαιστίνιο στη Γάζα. Μην τους δικαιολογείτε, είναι στυγνοί δολοφόνοι, είναι διεστραμμένοι σε τέτοιο βαθμό που είναι οσιομάρτυρες όσοι από αυτούς έχουν το τεράστιο θάρρος να τους αντισταθούν από μέσα. Ο Εβραίος θα κερδίσει την Παλαιστίνη αλλά όταν στο Σικάγο, στο Λονδίνο, στη Ν.Υόρκη, στο Βερολίνο, στην Αθήνα, στη Μαδρίτη, εκατοντάδες χιλιάδες λαού κραυγάζουν για τα αίσχη του, τότε, δυστυχώς για τον εβραίο, η νίκη θα είναι πύρρεια και όσες "αυτοκρατορίες" επαναπαύτηκαν στο θρόνο τους γκρεμίστηκαν αργά ή γρήγορα.
Ο Εβραίος είναι ένας άνθρωπος, δεν διαφέρει σε τίποτα από όλους εμάς. Θα μπορούσε πολύ εύκολα να βρεθεί μια λύση όταν δεν κυβερνούσαν οι δικτατορίες στον πλανήτη. Δεν είναι τυχαίο το ότι οι Παλαιστίνιοι είναι αποκλεισμένοι και από τους ομόφυλούς τους, τους Αιγύπτιους (βλέπετε οι ΗΠ έπαιξαν και εκει το παιχνίδι της δικτατορίας όταν οι εκλογές δεν έβγαλαν αυτό που ήθελαν).
Ο Εβραίος δεν γεννιέται εγκληματίας, γίνεται και ο μόνος τρόπος για να τελειώσει αυτή η ιστορία (οχι μόνο στη Γάζα αλλά και σε όλο τον κόσμο) είναι να καταλάβει ότι πρώτα από όλα είναι Άνθρωπος και μετά εβραίος ή, για να χρησιμοποιήσουμε μια φράση του Μαρξ, η σωτηρία για τους εβραίους είναι μόνο η άρνηση και απόρριψη της "εβραϊκότητάς" τους!
--------
η ιστορία δείχνει πως πουθενά οι εθνοκαθάρσεις δεν έφεραν αποτέλεσμα. Σε 200, 100, 50, 10 χρόνια και Αρμένιοι υπάρχουν και Έλληνες και Γεωργιανοί και Μολδαυοί και Βάσκοι και Κορσικανοί και θιβετιανοι και Ταμιλ και ... και.... και...

Τους έχω συχαθεί


[παραφράζοντας τον Β. Μπίρμαν]

τα μικρά ανθρωπάκια που ξαπλώνουν στην άμμο,
φραπέδες, τσιγάρα, κοιλιακούς, τίποτα άλλο,
γερόντια και νέοι που φαντάζουν σπουδαίοι
δεν βλέπουν τριγύρο, δεν νοιάζονται τι φταίει,
τους έχω βαρεθεί..

ενστόλους χαφιέδες με μπότες και γκέτες,
ερπετά που λουφάζουν κρατώντας σημαίες,
φασίστες, λαμόγια, κρετίνοι με λόγια,
ψυχές πουλήμένες, το χρήμα μετράνε κρατώντας ρολόγια,
τους έχω συχαθεί...

λολίτες χαμένες στου δικτύου το νήμα,
αγόρια που κοιτάζουν το κινητό αντι το κύμα,
φατσούλες με γέλια στα μπαρ και τους δρόμους
αυτούς που αγνοούνε τις σφαγές και τους τρόμους,
τους έχω βαρεθεί...

ανθρώποι και νέοι χαμένοι στο μπάφο,
αυτούς που δεν βλέπουν της ζωής το ναυάγιο,
αυτούς που νομίζουν πως η ζωή ειναι μια μέρα,
αυτούς που δεν βλέπουν αστέγους πιο πέρα,
τους έχω συχαθεί...

αυτούς που σκυμμένοι ζουν μέσα στο τέλμα,
αυτούς που το χρήμα λατρεύουν σαν γεύμα,
αυτούς που σφαλίσαν παραθύρια και πόρτες
και μεσ' την ψυχή τους αισθάνονται πόρνες,
τους βλέπω τριγύρω.....

αυτούς που παλεύουν, αυτούς που ματώνουν,
για μια ελπίδα πεθαίνουν και λυώνουν,
αυτούς που κρατάνε της ζωής μας τη σπίθα,
αυτούς που θα κτίσουν τα καινούργια μας σπίτια,
στους ώμους σηκώνω,
μαζί τους ματώνω....

Πέμπτη 24 Απριλίου 2014

Τέσσερις Παλμοί



Μία είναι η αλήθεια στις μέρες μας
ότι ο κόσμος έχει πληγές
κι αν ψάξεις να βρεις τις σφαίρες μας
θα καταφέρουμε να βρούμε τις πηγές.

Δυό πίκρες πήρα σήμερα,
τη μία μετά την άλλη,
εκεί που τα όντα είναι ήμερα
ο άνθρωπος πατάει τη σκανδάλη

Τρεις καρδιές έχουμε  όλοι μας
νους, ψυχή και πράξη
λες κι εξαφανίζονται οι δόλοι μας
όμως αυτός αναλαμβάνει δράση

Τέσσερις θάνατοι υπάρχουν στον κόσμο,
του σώματος, του πνεύματος, της καρδιάς και της ζωής,
ένας όμως προκαλεί πιο πολύ πόνο,
αυτός που στερεί την ελευθερία της ψυχής..

Ζωή Κακούδη

[Ζωή καλωσόρισες στην ποίηση]

Δευτέρα 10 Φεβρουαρίου 2014

Τη νύχτα που έβρεχε κόμματα…





Κοίταξα τον ουρανό, ήταν θυμωμένος και απειλητικός. Σαν τον γερο-δάσκαλο που σηκώνει τη βέργα του να χτυπήσει τη γυμνή παλάμη του μικρού μαθητή. Άμα ξεφεύγεις απ’ την τάξη πάντα θα αντιμετωπίζεις την τιμωρία. Έλα, όμως, που οι μικρές φωνούλες μού έλεγαν να βγω έξω, να μυρίσω τον άνεμο που έφερνε την καταιγίδα, να νοιώσω τις ψιχάλες πάνω στα μαλλιά και το πρόσωπό μου. Ήταν το καθαρτήριο που περίμενε τους αμαρτωλούς και δεν έπρεπε να λείψω, ήταν η ώρα μου.
Στον δρόμο δεν είχα διάθεση να σκεφτώ, «σκέφτονται άλλοι για μένα» είπα και γύρισα το βλέμμα μου στην άκρη τ’  ουρανού εκεί όπου έσκασε, για πρώτη φορά, το φως της αστραπής. Μμμμ, προλαβαίνω – δεν προλαβαίνω, κι αν δεν προλάβω η αναίσθητη καταιγίδα είναι ικανή να με ξεπλύνει απόλυτα, να αποκαθάρει από μέσα μου τα στίγματα που (όπως έλεγε ο γερο-Πλάτωνας) είχαν χαραχτεί με φροντίδα στον κέρινο πίνακα της ψυχής. Βλέπετε, αυτή η βροχή είναι μαζί και νερό και φλόγα, αυτή διαλέγει τη μορφή της τη στιγμή που η πρώτη ψιχάλα ακουμπήσει πάνω σου. Κόλαση και παράδεισος, άβυσσος και νήσος των μακάρων, τρόμος και θάρρος, απόγνωση κι ελπίδα. Διαλέγει και παίρνει.
Το φύλλο, μισοξεραμένο και πεταγμένο στην άκρη του δρόμου, στριφογύριζε, μια πάνω – μια κάτω, ανάλογα με τις ριπές του ανέμου που σαν μαύρος καβαλάρης προηγείται της καταιγίδας. Η βροντή είναι το όπλο του, ήχος τρομακτικός που σβήνει τα πάντα στο πέρασμά του, ήχος που κάνει τον άνθρωπο να μένει βουβός. Δεν γίνεται να μην τον ακούσεις, είναι τόσο φοβερός που σε διαπερνά ολόκληρο, δεν ακούς πια από τ’ αυτιά, ακούς από κάθε κύτταρο του εαυτού σου και πρέπει ν’  ακούσεις, διαφορετικά θα περιχαρακωθείς μέσα στην ασήμαντότητά σου, μέσα στο θράσος να ελπίσεις πως θα ξανάρθει η καλοσύνη. Όλοι, σκέφτηκα, είμαστε φύλλα ξεκομμένα από τη μάνα μας, ξερό δέντρο πάνω στο οποίο κάνουν γιορτές και όργια τα βρύα κι λειχήνες. Έτσι γίνεται πάντα, όταν βρέχει πολύ η ζωή βγαίνει απ’ το νεκρό σώμα, όμως δεν είναι η ζωή είναι η προσομοίωσή της, είναι η πρασινάδα πάνω στο μνήμα.
Ακολούθησα τον δρόμο μου, στο μαύρο σκοτάδι διέκρινα κάπου ένα αμυδρό φως, αυτό που βλέπουν οι καταραμένοι, οι ποιητές και οι ναυαγοί πιστεύοντας πως είναι η σωτηρία. Είχα ξεχάσει για πού ξεκίνησα, στο μέσο της διαδρομής είχα ξεχάσει τον προορισμό μου, απλά βάδιζα και περίμενα την καταιγίδα. Κι αυτή ήρθε, Στην αρχή μου ψιθύρισε λόγια σιγανά που ακούστηκαν σαν το τραγούδι των σειρήνων, άλλωστε ο άνεμος είχε καταλαγιάσει λες και μεταλαμπάδευσε σ’  αυτή τη δάδα για την τελική κρίση. Ύπουλο το νερό με έγλυφε σιγά-σιγά, στην αρχή. Ένοιωσα ν΄ αδειάζω. Στην αρχή έφυγε ο Ηράκλειτος, μετά ο Σωκράτης, ακολούθησε ο Πλάτωνας με τον Αριστοτέλη, ο Ζήνων, ο Επίκουρος,  ο Διογένης. Όταν η βροχή δυνάμωσε παρέσυρε τους λυρικούς, τους ρωμαίους, τους χριστιανούς. Ο Λούθηρος με άφησε παίρνοντας μαζί του την «ελευθερία του χριστιανού», ακολούθησαν οι άγγλοι εμπειριστές, ο Καρτέσιος και ο στοχασμός του (άλλωστε τι τον χρειαζόμουν πια, είχα απογυμνωθεί σχεδόν ολοκληρωτικά), ο Βολταίρος, ο Λοκ, ο Ντιντερό, οι διαφωτιστές με τα δικαιώματά τους, οι ρομαντικοί, ο Γκαίτε, ο Σίλερ, ο Ουγκώ, ο Μπαλζάκ, ο Ντίκενς, ο Μπλέικ, ο Ρεμπώ, ο Πούσκιν, ο Μπωντλαίρ, ο Ντοστογιέφσκι, ο Γκόγκολ, ο Τουργκένιεφ. Μετά ήρθε η σειρά των σύγχρονων, Χώθορν, Πόε, Μέλβιλ, Εσσε, Μαν, και τόσοι άλλοι. Οι φιλόσοφοι έφυγαν πιο αργά και βασανιστικά, τελευταίος ο Νίτσε που χαμογελούσε, σαρκάζοντας το άδειο σώμα που άφηνε πίσω του. Είχα αδειάσει τελείως, η βροχή  δεν  πείραξε τα ρούχα μου, σεβάστηκε την ύλη. Ξέπλυνε, όμως, ολοσχερώς το πνεύμα μου. Ήμουν πλέον ένα άβουλο ον που είχε χάσει τον προορισμό του. Δεν είχα συναισθήματα, είχα στραγγίξει πλέον απ’ οτιδήποτε ανθρώπινο, ήμουν το Ον του Παρμενίδη, αιώνια υπαρκτό και αιώνια ανύπαρκτο.
Ήταν εκείνη η φοβερή καταιγίδα που άλλαξε τη ζωή μου. Ήταν η ατέλειωτη νύχτα που έβρεχε κόμματα….

Πέμπτη 26 Δεκεμβρίου 2013

S.O.S



Παρέα με τον θάνατο πάλεψα τη ζωή μου,
χορεύοντας στον ήχο απ' τις ορχήστρες λουλουδιών,
στα πράσινα λιβάδια, μυρίζοντας το άρωμα της αυγής,
σε πανδαισία χρωμάτων πίσω απ' την πλάτη των θεών.
Σε καταιγίδες αισθημάτων, στο μαύρο της νύχτας,
στην πλάνη του ανθρώπου για ορθολογισμό,
σε πανηγύρια ξωτικών, σε ληστείες οραμάτων,
σε πλανέματα νυμφών και σε μακελειά ήχων,
κοιμήθηκα στο άγνωστο και ξύπνησα σε πόλεμο,
δοκίμασα τις γεύσεις του αόρατου, λάτρεψα τα χάδια
και τον σπασμό της ηδονής στα αχυρένια πέλαγα.
Ήπια τη θάλασσα της μέθης, τον καπνό της παραίσθησης,
ονειρεύτηκα την ουτοπία, δοκίμασα την άρμη
του άπιαστου φιλιού, τον πόνο της αγάπης,
έφαγα τον απαγορευμένο καρπό, το νέκταρ της ζωής,
σε κυνήγησα και σ' έχασα, λυτρώθηκα, σκλαβώθηκα.
Ξυπόλητος, μίλησα στην πέτρα, άκουσα την οργή του ανέμου,
πλησίασα, έπιασα τη φλόγα που δεν μ' έκαψε,
άνοιξα τον τάφο και τον γέμισα μ' ευχές, με σκιρτήματα καρδιάς,
είδα τους κρύσταλλους να ουρλιάζουν στην αντανάκλασή σου,
την πάχνη να στρώνει κρεβάτια στους λύκους, στα θηρία,
στα τέρατα της ύπαρξής μου.
Φοβήθηκα, ξάπλωσα και αποκοιμήθηκα στη μελωδία της ζωής,
στο πάθος του έρωτα, στην άσβηστη φλόγα μιας λαμπάδας
που μοσχοβολούσε λιβάνι και δάκρυα.
Μίλησα με τα πουλιά, πέταξα μαζί τους, ανάλαφρα κι αθόρυβα,
βυθίστηκα στο έρεβος μιας αδαμάντινης λάμψης, μιας κηλίδας ωχρής,
παρέα με το θάνατο πάλεψα τη ζωή μου...

Η Γέννηση ξανά.



Τ΄ άστρα έπαψαν να γελούν τη νύχτα,
ο δρόμος χάθηκε, πνίγηκε στο σκοτάδι,
οι μάγοι δε θάρθουν.
Ερινύες έπλεξαν το πέπλο της σιωπής,
λυγμοί και βογγητά φτιάνουνε το υφάδι
των δούλων που στενάζουν.

Ξέφρενα πάθη, κολασμένες ψυχές,
πλαστή ζωή σε ματωμένα χέρια,
ο Διγενής θα σφαγιαστεί στ’ αλώνι.
Γρήγορα φαγητά για σύντομη ζωή,
σκεπή της πλάσης του χάρου τα πανέρια
γεμίσανε τη γη με μαύρο χιόνι.

Οι φαρισαίοι γλεντούν μεσ’ τη χλιδή
πλούτου που συσσωρεύτηκε μ’ ανθρώπινα κουφάρια,
ξερνά χολή και θάνατο το μαύρο το νερό!
Νεκροί μαζί και ζωντανοί μέσα στην έπαρσή τους,
βγαίνουν απ΄ τα λαγούμια τους σαν τυφλωμένα ψάρια
γιατί το αίμα των λεπρών τους φέρνει στον αφρό.

Υποκριτές γρυλίζουνε στο βούρκο τους χωμένοι,
φορούν μανδύες, πόρπες κι αστραφτερά φορέματα
στη λάσπη τους χορεύουν το βαλς της ενοχής.
Τα χοιροσφάγεια αργούν, μα θάρθουν κάποια μέρα,
τότε του κόσμου οι ερημιές γόνιμες θα γενούν μ΄ αίματα
κι οι άγγελοι θ’ αναγγείλουν τον ερχομό μιας άλλης εποχής.

Τότε, μέσα στους πρόσφυγες της γης, στους σκλάβους που στενάζουν,
τότε, χωρίς ορχήστρες και γιορτές, χωρίς άλλα πλανέματα,
Χριστέ με τη ρομφαία σου θα ξαναγεννηθείς!

Δευτέρα 16 Δεκεμβρίου 2013

Ο Φόβος τρώει τα σωθικά




[εμπνευσμένο από τον Ρ. Μ. Φασμπίντερ]

Φοβάσαι τη στροφή του δρόμου,
το άγνωστο είναι πέντε βήματα μακριά
και αισθάνεσαι την ύπαρξή του.
Είναι κολασμένο, αχόρταγο, ασταμάτητο,
είναι ο θεριστής των ψυχών!
Διστάζεις, οπισθοχωρείς, πάντα σε τρόμαζε το άγνωστο,
φοβάσαι να φωνάξεις, φοβάσαι να υπάρξεις,
φοβάσαι να είσαι, απλά, ο εαυτός σου.
Μέσα σου ματώνεις, σταγόνα - σταγόνα
ο πανικός γίνεται χείμαρρος,
η βροχή θεριεύει τον πανικό, ζωντανεύει το θηρίο.
Δεν υπάρχει ανάχωμα...φοβάσαι...
κι αυτός ο φόβος σου τρώει τα σωθικά,
σου πλημμυρίζει το μυαλό, σου κόβει τα γόνατα.
Ματώνεις παντού, ο σταυρός σου κουβαλάει χιλιάδες καρφιά,
πνίγεσαι στη λάσπη, το πηχτό χώμα σου φράζει το στόμα,
γεμίζει τα πνεμόνια σου, ξερνάς χολή.
Λησμόνησες το δρόμο, χάθηκες στη δύση του ίσκιου σου,
απαρνήθηκες τ' αρώματα της φύσης, τη λατρεία του ήλιου.
Ο φόβος τρώει τα σωθικά σου, μαράθηκες πριν καν ανθίσεις,
ο ρόγχος του πλάσματος της νύχτας σκορπά το μοιρολόι
μιας ζωής χαμένης.
Φοβάσαι τη στροφή του δρόμου,
τα πόδια πλήγιασαν από τα δεσμά τους,
μέσα σου καλπάζει ο μαύρος θάνατος ανεμίζοντας τα λάβαρά του,
είσαι το τρόπαιο που πάντα θα αναζητά.
Γονάτισες, ο φόβος σε τσάκισε, σου ξερίζωσε τα σπλάχνα,
γίνεσαι έρμαιο στην καταιγίδα που θα έρθει.

Εμείς σε περιμένουμε, στήνουμε τις παγίδες στον όλεθρο,
οδοφράγματα στον φόβο, κυματοθραύστες στη λύσσα του θηρίου.
Φοβάσαι τη στροφή του δρόμου
κι ο φόβος σου τρώει τα σωθικά....
όμως, σε πέντε βήματα είμαστε εμείς, είσαι εσύ!

Παρασκευή 11 Οκτωβρίου 2013

Για σένα τραγουδάω.



ο,τι και να λες για σένα τραγουδάω,
ό,τι και να σκέφτεσαι για σένανε γυρνάω
σε σκοτεινές μεριές, σε δρόμους και πλατείες
ψάχνω να βρω που χάθηκαν τόσες ελευθερίες.

όπου κι αν ψάχνω να σε βρω, φαντάσματ' αντικρύζω,
ό,τι αγαπήσαμε μαζί στο θάνατο χαρίζω,
σκουπίδια έπνιξαν ξανά τις πόλεις και τη χώρα,
μαύρη, πηχτη ατμόσφαιρα μας προμηνύει μπόρα.

θυμάμαι που σου σφύριζα τραγούδια της ζωής μας,
θυμάμαι που κρατούσαμε τα ουράνια μαζί μας,
τώρα στάχτες κι ερείπια φωλιάζουν στην ψυχή μας
τώρα από τα σπλάχνα μας αρδεύουν τη σφαγή μας.

όπου κι αν είσαι μόνη σου, όπου κι αν τριγυρίζεις,
αερικό στους ουρανούς, άστρο που λαμπυρίζεις,
μαζί σου είμαι, μέσα σου, κομμάτι της ζωής σου,
ξαναγεννιέμαι άπειρες φορές μέσ' από τη μορφή σου.

όπου κι αν κρύβεσαι εκεί θα σέρνετ' η ψυχή μου,
εκεί στην κόρη του ματιού, ανταύγειες της ζωής μου,
εκεί θα ψάξω και θα βρω με πόνο και θυσίες
να ξαναφέρουμε στο φως τόσες ελευθερίες.

ο,τι κι αν ζεις μονάχη σου, ο πόνος που σηκώνεις,
ό,τι σημάδια αυλάκωσε η μοίρα και ματώνεις,
για τις ψυχές που γέννησες, τα σώματα π' ανδρώνεις,
σταχτη θα γίνω, θα χαθώ σ' ετούτο τον αιώνα
τη λευτεριά που χάσαμε να βρω μεσ' τον αγώνα.

[στη σύντροφο και στους συντρόφους μου]

Πέμπτη 3 Οκτωβρίου 2013

Τα βράδια που κλείνουν τα κρίνα.





Τα  βράδια που κλείνουν τα κρίνα,
μαζεύοντας το πάλλευκο ριχτάρι τους,
ο κορμός λυγίζει, σκύβοντας προς τη γη.
Μοιάζουν άσχημες φυλλωσιές που ρίχτηκαν στην άμμο
ανάξιες για περισυλλογή και στοχασμό.
Κι όμως, μόλις χαράξει το πρωινό,
θα στυλωθούν ξανά για το συλλαλητήριο στον ήλιο,
για τη διαμαρτυρία της ζωής.

Τ΄ αγιόκλημα και το νυχτολούλουδο μυρώνουνε τη νύχτα
με ευωδιές που φέρνουνε στο νου ταξίδια μαγικά,
ανάσες άπιαστων, φευγαλέων ονείρων
για περιπλανήσεις στην ουτοπία και το άρρητο.
Μεθύσι κρυφών και λατρεμένων πόθων,
γιοφύρι της ελπίδας με το άπιαστο,
θα τυλιχτούν, αδύναμα, στην ηλιακή ραστώνη,
ανίκανα να φυλαχτούν απ’ το πραγματικό.

Τα ρόδα, υπερφίαλα, απλώνουν τα φτερά τους,
πέταλα που ματώνουνε στο άγγιγμα της θλίψης,
έμπνευση και αποστροφή για τόσους ποιητές, 
για λίγο θα τραβήξουνε το δρόμο της ματαιοδοξίας
μα σύντομα θα συντριβούν στης λήθης το αδράχτι.
Ο θρίαμβος κι η πτώση χαμένων παραδείσων
προειδοποίηση σκληρή της Φύσης η αναγκαιότητα!

Άνθος χωρίς σπορά κι ο άνθρωπος στην πλάση,
πότε θυσίες και σφαγές προσφέρει, απλόχερα, στη νύχτα,
πότε στο σκότος αλυχτά κι αλλάζει τη μορφή του,
πότε σκορπά θεσπέσιες και πλάνες μυρωδιές,
πότε στον ήλιο όνειρα κι ελπίδες ψιθυρίζει,
κρατώντας τον σφιχτά μεσ’ τη μικρή του αγκάλη.
Παλεύει, αγωνίζεται, ματώνει και δακρύζει
στο αιώνιο ταξίδι του από τις δύο πλευρές.
Όμως, αυτό που τον κρατά ξεχωριστό στον κόσμο
είν’ ο δικός του λογισμός, να πέφτει, να γεννιέται,
ν’  αφήσει τις ελπίδες του στις νέες τις γενιές,
στης Μέδουσας το πρόσωπο ποτέ να μη πετρώσουν
μα με σπαθί, αλύπητα, το κτήνος να σκοτώνουν.
Ο Λόγος δε θέλει σπορά, το αίμα του αρκεί.