Δευτέρα 10 Φεβρουαρίου 2014

Τη νύχτα που έβρεχε κόμματα…





Κοίταξα τον ουρανό, ήταν θυμωμένος και απειλητικός. Σαν τον γερο-δάσκαλο που σηκώνει τη βέργα του να χτυπήσει τη γυμνή παλάμη του μικρού μαθητή. Άμα ξεφεύγεις απ’ την τάξη πάντα θα αντιμετωπίζεις την τιμωρία. Έλα, όμως, που οι μικρές φωνούλες μού έλεγαν να βγω έξω, να μυρίσω τον άνεμο που έφερνε την καταιγίδα, να νοιώσω τις ψιχάλες πάνω στα μαλλιά και το πρόσωπό μου. Ήταν το καθαρτήριο που περίμενε τους αμαρτωλούς και δεν έπρεπε να λείψω, ήταν η ώρα μου.
Στον δρόμο δεν είχα διάθεση να σκεφτώ, «σκέφτονται άλλοι για μένα» είπα και γύρισα το βλέμμα μου στην άκρη τ’  ουρανού εκεί όπου έσκασε, για πρώτη φορά, το φως της αστραπής. Μμμμ, προλαβαίνω – δεν προλαβαίνω, κι αν δεν προλάβω η αναίσθητη καταιγίδα είναι ικανή να με ξεπλύνει απόλυτα, να αποκαθάρει από μέσα μου τα στίγματα που (όπως έλεγε ο γερο-Πλάτωνας) είχαν χαραχτεί με φροντίδα στον κέρινο πίνακα της ψυχής. Βλέπετε, αυτή η βροχή είναι μαζί και νερό και φλόγα, αυτή διαλέγει τη μορφή της τη στιγμή που η πρώτη ψιχάλα ακουμπήσει πάνω σου. Κόλαση και παράδεισος, άβυσσος και νήσος των μακάρων, τρόμος και θάρρος, απόγνωση κι ελπίδα. Διαλέγει και παίρνει.
Το φύλλο, μισοξεραμένο και πεταγμένο στην άκρη του δρόμου, στριφογύριζε, μια πάνω – μια κάτω, ανάλογα με τις ριπές του ανέμου που σαν μαύρος καβαλάρης προηγείται της καταιγίδας. Η βροντή είναι το όπλο του, ήχος τρομακτικός που σβήνει τα πάντα στο πέρασμά του, ήχος που κάνει τον άνθρωπο να μένει βουβός. Δεν γίνεται να μην τον ακούσεις, είναι τόσο φοβερός που σε διαπερνά ολόκληρο, δεν ακούς πια από τ’ αυτιά, ακούς από κάθε κύτταρο του εαυτού σου και πρέπει ν’  ακούσεις, διαφορετικά θα περιχαρακωθείς μέσα στην ασήμαντότητά σου, μέσα στο θράσος να ελπίσεις πως θα ξανάρθει η καλοσύνη. Όλοι, σκέφτηκα, είμαστε φύλλα ξεκομμένα από τη μάνα μας, ξερό δέντρο πάνω στο οποίο κάνουν γιορτές και όργια τα βρύα κι λειχήνες. Έτσι γίνεται πάντα, όταν βρέχει πολύ η ζωή βγαίνει απ’ το νεκρό σώμα, όμως δεν είναι η ζωή είναι η προσομοίωσή της, είναι η πρασινάδα πάνω στο μνήμα.
Ακολούθησα τον δρόμο μου, στο μαύρο σκοτάδι διέκρινα κάπου ένα αμυδρό φως, αυτό που βλέπουν οι καταραμένοι, οι ποιητές και οι ναυαγοί πιστεύοντας πως είναι η σωτηρία. Είχα ξεχάσει για πού ξεκίνησα, στο μέσο της διαδρομής είχα ξεχάσει τον προορισμό μου, απλά βάδιζα και περίμενα την καταιγίδα. Κι αυτή ήρθε, Στην αρχή μου ψιθύρισε λόγια σιγανά που ακούστηκαν σαν το τραγούδι των σειρήνων, άλλωστε ο άνεμος είχε καταλαγιάσει λες και μεταλαμπάδευσε σ’  αυτή τη δάδα για την τελική κρίση. Ύπουλο το νερό με έγλυφε σιγά-σιγά, στην αρχή. Ένοιωσα ν΄ αδειάζω. Στην αρχή έφυγε ο Ηράκλειτος, μετά ο Σωκράτης, ακολούθησε ο Πλάτωνας με τον Αριστοτέλη, ο Ζήνων, ο Επίκουρος,  ο Διογένης. Όταν η βροχή δυνάμωσε παρέσυρε τους λυρικούς, τους ρωμαίους, τους χριστιανούς. Ο Λούθηρος με άφησε παίρνοντας μαζί του την «ελευθερία του χριστιανού», ακολούθησαν οι άγγλοι εμπειριστές, ο Καρτέσιος και ο στοχασμός του (άλλωστε τι τον χρειαζόμουν πια, είχα απογυμνωθεί σχεδόν ολοκληρωτικά), ο Βολταίρος, ο Λοκ, ο Ντιντερό, οι διαφωτιστές με τα δικαιώματά τους, οι ρομαντικοί, ο Γκαίτε, ο Σίλερ, ο Ουγκώ, ο Μπαλζάκ, ο Ντίκενς, ο Μπλέικ, ο Ρεμπώ, ο Πούσκιν, ο Μπωντλαίρ, ο Ντοστογιέφσκι, ο Γκόγκολ, ο Τουργκένιεφ. Μετά ήρθε η σειρά των σύγχρονων, Χώθορν, Πόε, Μέλβιλ, Εσσε, Μαν, και τόσοι άλλοι. Οι φιλόσοφοι έφυγαν πιο αργά και βασανιστικά, τελευταίος ο Νίτσε που χαμογελούσε, σαρκάζοντας το άδειο σώμα που άφηνε πίσω του. Είχα αδειάσει τελείως, η βροχή  δεν  πείραξε τα ρούχα μου, σεβάστηκε την ύλη. Ξέπλυνε, όμως, ολοσχερώς το πνεύμα μου. Ήμουν πλέον ένα άβουλο ον που είχε χάσει τον προορισμό του. Δεν είχα συναισθήματα, είχα στραγγίξει πλέον απ’ οτιδήποτε ανθρώπινο, ήμουν το Ον του Παρμενίδη, αιώνια υπαρκτό και αιώνια ανύπαρκτο.
Ήταν εκείνη η φοβερή καταιγίδα που άλλαξε τη ζωή μου. Ήταν η ατέλειωτη νύχτα που έβρεχε κόμματα….

Πέμπτη 26 Δεκεμβρίου 2013

S.O.S



Παρέα με τον θάνατο πάλεψα τη ζωή μου,
χορεύοντας στον ήχο απ' τις ορχήστρες λουλουδιών,
στα πράσινα λιβάδια, μυρίζοντας το άρωμα της αυγής,
σε πανδαισία χρωμάτων πίσω απ' την πλάτη των θεών.
Σε καταιγίδες αισθημάτων, στο μαύρο της νύχτας,
στην πλάνη του ανθρώπου για ορθολογισμό,
σε πανηγύρια ξωτικών, σε ληστείες οραμάτων,
σε πλανέματα νυμφών και σε μακελειά ήχων,
κοιμήθηκα στο άγνωστο και ξύπνησα σε πόλεμο,
δοκίμασα τις γεύσεις του αόρατου, λάτρεψα τα χάδια
και τον σπασμό της ηδονής στα αχυρένια πέλαγα.
Ήπια τη θάλασσα της μέθης, τον καπνό της παραίσθησης,
ονειρεύτηκα την ουτοπία, δοκίμασα την άρμη
του άπιαστου φιλιού, τον πόνο της αγάπης,
έφαγα τον απαγορευμένο καρπό, το νέκταρ της ζωής,
σε κυνήγησα και σ' έχασα, λυτρώθηκα, σκλαβώθηκα.
Ξυπόλητος, μίλησα στην πέτρα, άκουσα την οργή του ανέμου,
πλησίασα, έπιασα τη φλόγα που δεν μ' έκαψε,
άνοιξα τον τάφο και τον γέμισα μ' ευχές, με σκιρτήματα καρδιάς,
είδα τους κρύσταλλους να ουρλιάζουν στην αντανάκλασή σου,
την πάχνη να στρώνει κρεβάτια στους λύκους, στα θηρία,
στα τέρατα της ύπαρξής μου.
Φοβήθηκα, ξάπλωσα και αποκοιμήθηκα στη μελωδία της ζωής,
στο πάθος του έρωτα, στην άσβηστη φλόγα μιας λαμπάδας
που μοσχοβολούσε λιβάνι και δάκρυα.
Μίλησα με τα πουλιά, πέταξα μαζί τους, ανάλαφρα κι αθόρυβα,
βυθίστηκα στο έρεβος μιας αδαμάντινης λάμψης, μιας κηλίδας ωχρής,
παρέα με το θάνατο πάλεψα τη ζωή μου...

Η Γέννηση ξανά.



Τ΄ άστρα έπαψαν να γελούν τη νύχτα,
ο δρόμος χάθηκε, πνίγηκε στο σκοτάδι,
οι μάγοι δε θάρθουν.
Ερινύες έπλεξαν το πέπλο της σιωπής,
λυγμοί και βογγητά φτιάνουνε το υφάδι
των δούλων που στενάζουν.

Ξέφρενα πάθη, κολασμένες ψυχές,
πλαστή ζωή σε ματωμένα χέρια,
ο Διγενής θα σφαγιαστεί στ’ αλώνι.
Γρήγορα φαγητά για σύντομη ζωή,
σκεπή της πλάσης του χάρου τα πανέρια
γεμίσανε τη γη με μαύρο χιόνι.

Οι φαρισαίοι γλεντούν μεσ’ τη χλιδή
πλούτου που συσσωρεύτηκε μ’ ανθρώπινα κουφάρια,
ξερνά χολή και θάνατο το μαύρο το νερό!
Νεκροί μαζί και ζωντανοί μέσα στην έπαρσή τους,
βγαίνουν απ΄ τα λαγούμια τους σαν τυφλωμένα ψάρια
γιατί το αίμα των λεπρών τους φέρνει στον αφρό.

Υποκριτές γρυλίζουνε στο βούρκο τους χωμένοι,
φορούν μανδύες, πόρπες κι αστραφτερά φορέματα
στη λάσπη τους χορεύουν το βαλς της ενοχής.
Τα χοιροσφάγεια αργούν, μα θάρθουν κάποια μέρα,
τότε του κόσμου οι ερημιές γόνιμες θα γενούν μ΄ αίματα
κι οι άγγελοι θ’ αναγγείλουν τον ερχομό μιας άλλης εποχής.

Τότε, μέσα στους πρόσφυγες της γης, στους σκλάβους που στενάζουν,
τότε, χωρίς ορχήστρες και γιορτές, χωρίς άλλα πλανέματα,
Χριστέ με τη ρομφαία σου θα ξαναγεννηθείς!

Δευτέρα 16 Δεκεμβρίου 2013

Ο Φόβος τρώει τα σωθικά




[εμπνευσμένο από τον Ρ. Μ. Φασμπίντερ]

Φοβάσαι τη στροφή του δρόμου,
το άγνωστο είναι πέντε βήματα μακριά
και αισθάνεσαι την ύπαρξή του.
Είναι κολασμένο, αχόρταγο, ασταμάτητο,
είναι ο θεριστής των ψυχών!
Διστάζεις, οπισθοχωρείς, πάντα σε τρόμαζε το άγνωστο,
φοβάσαι να φωνάξεις, φοβάσαι να υπάρξεις,
φοβάσαι να είσαι, απλά, ο εαυτός σου.
Μέσα σου ματώνεις, σταγόνα - σταγόνα
ο πανικός γίνεται χείμαρρος,
η βροχή θεριεύει τον πανικό, ζωντανεύει το θηρίο.
Δεν υπάρχει ανάχωμα...φοβάσαι...
κι αυτός ο φόβος σου τρώει τα σωθικά,
σου πλημμυρίζει το μυαλό, σου κόβει τα γόνατα.
Ματώνεις παντού, ο σταυρός σου κουβαλάει χιλιάδες καρφιά,
πνίγεσαι στη λάσπη, το πηχτό χώμα σου φράζει το στόμα,
γεμίζει τα πνεμόνια σου, ξερνάς χολή.
Λησμόνησες το δρόμο, χάθηκες στη δύση του ίσκιου σου,
απαρνήθηκες τ' αρώματα της φύσης, τη λατρεία του ήλιου.
Ο φόβος τρώει τα σωθικά σου, μαράθηκες πριν καν ανθίσεις,
ο ρόγχος του πλάσματος της νύχτας σκορπά το μοιρολόι
μιας ζωής χαμένης.
Φοβάσαι τη στροφή του δρόμου,
τα πόδια πλήγιασαν από τα δεσμά τους,
μέσα σου καλπάζει ο μαύρος θάνατος ανεμίζοντας τα λάβαρά του,
είσαι το τρόπαιο που πάντα θα αναζητά.
Γονάτισες, ο φόβος σε τσάκισε, σου ξερίζωσε τα σπλάχνα,
γίνεσαι έρμαιο στην καταιγίδα που θα έρθει.

Εμείς σε περιμένουμε, στήνουμε τις παγίδες στον όλεθρο,
οδοφράγματα στον φόβο, κυματοθραύστες στη λύσσα του θηρίου.
Φοβάσαι τη στροφή του δρόμου
κι ο φόβος σου τρώει τα σωθικά....
όμως, σε πέντε βήματα είμαστε εμείς, είσαι εσύ!

Παρασκευή 11 Οκτωβρίου 2013

Για σένα τραγουδάω.



ο,τι και να λες για σένα τραγουδάω,
ό,τι και να σκέφτεσαι για σένανε γυρνάω
σε σκοτεινές μεριές, σε δρόμους και πλατείες
ψάχνω να βρω που χάθηκαν τόσες ελευθερίες.

όπου κι αν ψάχνω να σε βρω, φαντάσματ' αντικρύζω,
ό,τι αγαπήσαμε μαζί στο θάνατο χαρίζω,
σκουπίδια έπνιξαν ξανά τις πόλεις και τη χώρα,
μαύρη, πηχτη ατμόσφαιρα μας προμηνύει μπόρα.

θυμάμαι που σου σφύριζα τραγούδια της ζωής μας,
θυμάμαι που κρατούσαμε τα ουράνια μαζί μας,
τώρα στάχτες κι ερείπια φωλιάζουν στην ψυχή μας
τώρα από τα σπλάχνα μας αρδεύουν τη σφαγή μας.

όπου κι αν είσαι μόνη σου, όπου κι αν τριγυρίζεις,
αερικό στους ουρανούς, άστρο που λαμπυρίζεις,
μαζί σου είμαι, μέσα σου, κομμάτι της ζωής σου,
ξαναγεννιέμαι άπειρες φορές μέσ' από τη μορφή σου.

όπου κι αν κρύβεσαι εκεί θα σέρνετ' η ψυχή μου,
εκεί στην κόρη του ματιού, ανταύγειες της ζωής μου,
εκεί θα ψάξω και θα βρω με πόνο και θυσίες
να ξαναφέρουμε στο φως τόσες ελευθερίες.

ο,τι κι αν ζεις μονάχη σου, ο πόνος που σηκώνεις,
ό,τι σημάδια αυλάκωσε η μοίρα και ματώνεις,
για τις ψυχές που γέννησες, τα σώματα π' ανδρώνεις,
σταχτη θα γίνω, θα χαθώ σ' ετούτο τον αιώνα
τη λευτεριά που χάσαμε να βρω μεσ' τον αγώνα.

[στη σύντροφο και στους συντρόφους μου]

Πέμπτη 3 Οκτωβρίου 2013

Τα βράδια που κλείνουν τα κρίνα.





Τα  βράδια που κλείνουν τα κρίνα,
μαζεύοντας το πάλλευκο ριχτάρι τους,
ο κορμός λυγίζει, σκύβοντας προς τη γη.
Μοιάζουν άσχημες φυλλωσιές που ρίχτηκαν στην άμμο
ανάξιες για περισυλλογή και στοχασμό.
Κι όμως, μόλις χαράξει το πρωινό,
θα στυλωθούν ξανά για το συλλαλητήριο στον ήλιο,
για τη διαμαρτυρία της ζωής.

Τ΄ αγιόκλημα και το νυχτολούλουδο μυρώνουνε τη νύχτα
με ευωδιές που φέρνουνε στο νου ταξίδια μαγικά,
ανάσες άπιαστων, φευγαλέων ονείρων
για περιπλανήσεις στην ουτοπία και το άρρητο.
Μεθύσι κρυφών και λατρεμένων πόθων,
γιοφύρι της ελπίδας με το άπιαστο,
θα τυλιχτούν, αδύναμα, στην ηλιακή ραστώνη,
ανίκανα να φυλαχτούν απ’ το πραγματικό.

Τα ρόδα, υπερφίαλα, απλώνουν τα φτερά τους,
πέταλα που ματώνουνε στο άγγιγμα της θλίψης,
έμπνευση και αποστροφή για τόσους ποιητές, 
για λίγο θα τραβήξουνε το δρόμο της ματαιοδοξίας
μα σύντομα θα συντριβούν στης λήθης το αδράχτι.
Ο θρίαμβος κι η πτώση χαμένων παραδείσων
προειδοποίηση σκληρή της Φύσης η αναγκαιότητα!

Άνθος χωρίς σπορά κι ο άνθρωπος στην πλάση,
πότε θυσίες και σφαγές προσφέρει, απλόχερα, στη νύχτα,
πότε στο σκότος αλυχτά κι αλλάζει τη μορφή του,
πότε σκορπά θεσπέσιες και πλάνες μυρωδιές,
πότε στον ήλιο όνειρα κι ελπίδες ψιθυρίζει,
κρατώντας τον σφιχτά μεσ’ τη μικρή του αγκάλη.
Παλεύει, αγωνίζεται, ματώνει και δακρύζει
στο αιώνιο ταξίδι του από τις δύο πλευρές.
Όμως, αυτό που τον κρατά ξεχωριστό στον κόσμο
είν’ ο δικός του λογισμός, να πέφτει, να γεννιέται,
ν’  αφήσει τις ελπίδες του στις νέες τις γενιές,
στης Μέδουσας το πρόσωπο ποτέ να μη πετρώσουν
μα με σπαθί, αλύπητα, το κτήνος να σκοτώνουν.
Ο Λόγος δε θέλει σπορά, το αίμα του αρκεί.

Σάββατο 17 Αυγούστου 2013

Το καλοκαίρι της μελαγχολίας.



Οι ανεμόμυλοι σταμάτησαν τον γύρο τους,
τα πηγάδια στέρεψαν,
τα πουλιά εγκατέλειψαν τα περάσματα
και οι κυνηγοί τα καρτέρια τους.
Οι ψαράδες μάζεψαν τα δίχτυα,
τα κρεμάσανε στους τοίχους
μπας και μπλεχτούνε τίποτα, σκόρπιες, ελπίδες.
Οι βάρκες ξέμειναν δεμένες,
έχασαν το δρόμο της αναχώρησης
και της επιστροφής, ξεχάσανε το ρόλο τους.
Ο ήλιος δεν ζεσταίνει πια,
ό,τι σαρώνει θα το κάψει.
Οι νύχτες του Αύγουστου
δεν έχουνε φεγγάρι,
τα σκυλιά κλείστηκαν σε μαύρες τρύπες,
φοβήθηκαν τις άγριες, ασταμάτητες νύχτες
στις ανθρώπινες ψυχές.
Η θάλασσα ματώνει κάθε βράδυ
στα άχρωμα μάτια των λιγοστών ανθρώπων,
ο άνεμος ξανάγινε κυρίαρχος,
ουρλιάζει με μανία ολάκερο το καλοκαίρι,
στις άγριες ριπές του ελπίζει
να σηκώσει φραγμούς στην πανδημία,
να αποστειρώση την απελπισία.
Οι ξερολιθιές οργώνουνε τον τόπο μας,
ψεύτικη φύση σε ψεύτικους χρόνους.
Τα παιδιά μεγάλωσαν απότομα
κάθε χρόνος τους φορτώνει άλλους δέκα,
οι πλάτες τους λυγίσανε
στο δάκρυ της μητέρας και του πατέρα.
Τα βράδυα τριγυρνούν τα μεθυσμένα όνειρα,
το τραγούδι έγινε μοιρολόι,
το καλοκαίρι έχασε τους χυμούς των φρούτων του,
ζούμε το καλοκαίρι της μελαγχολίας,
τον χειμώνα του θερινού ηλιοστάσιου...

Τετάρτη 31 Ιουλίου 2013

Θλιβερότητα.



Η Ευθύνη είναι βαρειά στους ώμους που ξεσυνήθισαν το βάρος. Σε γονατίζει, σου λυγίζει τα γόνατα, χαλάει την ισορροπία του σώματος και του νου. Σου προσφέρει, απλόχερα, την ευκολία να απαλλαγείς από αυτή. Τινάζεις το κορμί (και το μυαλό) και συντρίβεται στην άσφαλτο που πύρωσε στον ήλιο του καλοκαιριού.
Η Αλληλεγγύη είναι μια χίμαιρα που κουλουριάζεται στο μυαλό σου, την έχεις εκεί, σε βασανίζει, σε τρομάζει, θέλεις να της δώσεις χώρο, να την αφήσεις ν' αγκαλιάσει το περιβάλλον μέσα στο οποίο ζεις. Μάταια, κουλουριάστηκε επειδή τρομάζει με τον εξωτερικό σου κόσμο. Μόλις θελήσει να ξεμυτίσει, φοβερά τέρατα καραδοκούν να την πετσοκόψουν, να της λειώσουν το κεφάλι λες και είναι φίδι δηλητηριώδες. Ο Εγωισμός, η Αναβλητικότητα, η Ρουτίνα, η Ξενοφοβία και η Επανάπαυση σε φτηνές ηδονές φυλάνε τις πύλες του (δικού σου) Αχέρωντα για να μη δραπετεύσει η ψυχή σου με τα φτερά της. Επειδή δεν γνωρίζουν και δεν γνωρίζεις πως είναι η Λύτρωση και όχι η Έχιδνα.
Το Χρέος κατάντησε μικρό, άγονο κομμάτι στο μυαλό που επαναπαύτηκε στη χέρσα γη της Αδιαφορίας. Πάλλεται σαν πολύχρωμη ταμπέλα, φτηνού μαγαζιού, που μαστιγώνεται από τον άνεμο της λύπης. Το Χρέος, αχ αυτό το Χρέος... Βυθίζεσαι στην ταπεινότητα της καθημερινότητας και φοράς, μόνιμα, τα γιαλιά του απρόσωπου Εγώ. Η ζωή σου έγινε πίνακας λογιστικής, ξεφτισμένο κομπολόι για να μετράς, ανάποδα, τις ώρες. Τις ώρες της Ζωής γιατί αυτό που ζεις είναι ο Θάνατος. Ξέχασες ότι οι αριθμοί δεν είναι το χρέος, το χρέος είναι να ζήσεις και να πεθάνεις σαν Άνθρωπος. Αν δεν μπορέσεις, στην Κόλαση των ψυχών, θα γίνεις ένας αριθμός, ασήμαντος, όπως εκατομμύρια άλλοι.
Ο Αγώνας είναι ο πιο δύσκολος αντίπαλός σου. Βρίσκεται παντού γύρω σου, γεύεσαι τον ιδρώτα του, την αρμύρα του αίματός του, τη βαρειά ανάσα του. Νομίζεις ότι ταξιδεύεις μαζί του, ότι είναι εκεί, στη στροφή του δρόμου, πάνοπλος να σε στηρίξει όταν θα βρεθείς αντιμέτωπος με τα τάγματα του σκότους. Βούτηξες τα χέρια σου στα υλικά που νομίζεις πως σε κρατούν δεμένο μαζί του, δεν γνωρίζεις, όμως, ότι αρνήθηκες τον σύνδεσμο με την καρδιά σου, κανένα δέσιμο, καμία επαφή, κανένα συναίσθημα. Η τυφλότητα σε καθοδηγεί μέσα από τις ατραπούς νεκρανάστασης του Εαυτού που δεν πληρώνει κανένα τίμημα.
Η Ανάσταση δέθηκε με τις χειροπέδες της μισαλλοδοξίας, της αυθεντικότητας, της μονομέρειας των χιλιάδων σελίδων που στραγγίζουν μαύρο αίμα. Λάτρεψες τις δικές σου εικόνες, περιχαράκωσες το σύμπαν σε ένα στείρο κείμενο. Έκλεισες τον ήλιο έξω από τον τόπο σου υψώνοντας τείχη Ευαγγελίων που ευαγγελίζονται τον θάνατο, τον μαρασμό της φυσικής νεότητας, το θαύμα της γονιμότητας. Είσαι βαθύτερα φυλακισμένος από αυτούς που θέλεις να σώσεις.
Άφησες τον θάνατο να αλλώσει την ψυχή σου. Η Σκέψη και το Πνεύμα έγιναν απόκληροι μιας ράτσας που τρώει τις σάρκες της. Αλλοτροιώθηκες, έγινες αυτό που επιθυμούσε ο δεσμώτης σου, απέστρεψες το βλέμμα από τον καθρέπτη για να μην τρομάξεις από τα απίστευτα γηρατειά σου, από το σαπισμένο κορμί σου. Περπατάς χαμένος, απαγγέλεις τσιτάτα, κρατάς λάβαρα, κραυγάζεις συνθήματα, πέφτεις πάντοτε στην ίδια παγίδα επειδή ποτέ δεν κατανόησες ότι η εξέγερση και η επανάσταση γίνονται, πρώτα απ' όλα, απέναντι στον Εαυτό. Απέναντι σε αυτό που νομίζεις πως σου ανήκει!

(ποτέ δεν θα ανατρέψουμε τον Ιανταλμπαώθ, αν δεν τον συντρίψουμε, πρώτα μέσα μας - Ανατολ Φρανς, "Η επανάσταση των Αγγέλων")

Κυριακή 14 Ιουλίου 2013

Η πρώτη νίκη

Στον Κ. ΣΑΚΚΑ (ελάχιστη συνεισφορά)

Ανοίγω τη ζωή και βλέπω μαύρο,
αλλάζω τα κανάλια της αξιοπρέπειας και βλέπω μαύρο,
ρυθμίζω τις συχνότητες του ρατσισμού, ξανά μαύρο,
μαύρο ξεχυλίζει η ψυχή των συνανθρώπων μας,
μαύρο δείχνουν όλα τα παράθυρα στην τηλεόραση
(μαύρο ωραίο, εξευγενισμένο, ύπουλο)
συντονίζομαι στο μαύρο των εφημερίδων
και βλέπω μαύρες ψυχές να πουλιούνται για πολύχρωμα χαρτονομίσματα,
ανοίγω το παράθυρο, το μαύρο είναι παντού,
σου καίει τη μύτη, τα σωθικά, σε κάνει να λιγοθυμάς,
μιλάω στους ανθρώπους και απαντούν με χρώμα: μαύρο,
το σπιτάκι κι ο καναπές μαύρισαν από το ατομικό σου μαύρο,
το μαύρο της απραξίας, του εγωϊσμού, της έγκλειστης εγωπάθειας.
Στους δρόμους, το βράδυ, τα φώτα είναι μαύρα... η νύχτα φωτίζει τον κόσμο μας
κι οι πινακίδες ζαλίζουν με πολλαπλές αποχρώσεις του μαύρου,
μαύρα σκυλιά καραδοκούν να σφάξουν έγχρωμους μετανάστες,
μαύρα κοράκια γυροφέρνουν το λάκκο με τους αυτόχειρες,
η σιωπή σου είναι μαύρη, άγευστη, πικρή μεσ' τη χολή,
ακόμη κι ο καφές δεν έχει απόχρωση λευκού, το δηλητήριο πίνεται σκέτο,
----
στα κελλιά των φυλακών αχνοφέγγει το φως,
στα κελλιά η πάλη κι η συντροφικότητα σκορπίζει αχτίδες,
στα κελλιά χτίζεται η αυγή...

Οι φλόγες του παραμυθιού.



Η ζέστη που αναδυόταν γύρω μας, όλο και φούντωνε.. η στάχτη περιπλανιόταν στην ατμόσφαιρα, μοναχικός ιππότης που δεν συμβιβάζονταν με την καθημερινότητα και έψαχνε τους δικούς του δράκους.. Αποκαϊδια κείτονταν σκορπισμένα τριγύρω, νεκροί στρατιώτες σε πεδίο μάχης που σκοτώθηκαν με τη σκέψη της λησμονιάς και την εικόνα μιας ευτυχισμένης ζωής. Το περιβάλλον μουντό, η ομίχλη από τους καπνούς έπνιξε το χάραμα, τις αχτίδες που θερμαίναν τις ψυχές μας. Τοπίο βουβό, δίχως στάλα νερού να γλυκάνει τα χείλια σου. Βουβή πλάση σε βουβή προσευχή.
Η ανάσα μας χτυπούσε ακόρντα ασθμαίνοντας, οι στάχτες είχαν μπει βαθειά στα πνευμόνια και στο μυαλό μας. Κάποιος σιγοψυθίριζε τα λόγια κάποιων στίχων...νομίζω ότι ήταν το Άβε Μαρία. Στο μυαλό μου ήρθαν τα λόγια του Ευαγγελιστή: και είδε τα οστά τα γεγυμνωμένα... τα ερείπια έστηναν γύρω μας χορό, γελώντας μας με σαδισμο, και είπε: τις άραγε εστί...χάσαμε την ταυτότητά μας, δεν είμασταν πια άνθρωποι, γίναμε πλάσματα της νύχτας, η αυγή (φοβόμασταν) θα μας έκαιγε πολύ... πλούσιος ή πένης... έβλεπες μόνο φιγούρες περιπλανόμενες στο ρέκβιεμ της ανθρωπότητας, ρακοσυλλέκτες χαμένων παραδείσων.
Η δυσωδία απλωνόταν παντού, φορούσαμε τις μάσκες του απρόσωπου, τις μάσκες της απόγνωσης, σκουντουφλάγαμε ο ένας πάνω στον άλλο...δεν βγάζαμε μιλιά, κοιτάζαμε τους κάδους σκουπιδιών και ψάχναμε για ψίχουλα ελπίδας. Οι λυγμοί είχαν κοπάσει, τα δάκρυα εξατμίζονταν πριν βγουν από τα μάτια μας, οι χτύποι της καρδιάς πλησίαζαν τη σαγήνη της απόλυτης σιωπής. Είχαμε χάσει το δρόμο, είχαμε χάσει το νόημα...
Και γύρω, μακριά από εμάς, τα σκυλιά αλυχτούσαν...μαύρα, πάνοπλα σκυλιά ντυμένα με ανθρώπινες φορεσιές, παραταγμένα στη σειρά. Φοβόντουσαν το φως, την αχτίδα που περιπλανιόταν ορφανή μέσα μας, τον τελευταίο χτύπο της καρδιάς μας. Λεγεώνες του σκότους, μισθοφόροι της απελπισίας, άγρια σκυλιά θρεμμένα με ανθρώπινο κρέας...
----
έκανα μια κίνηση στον αέρα πιάνοντας μια μισοκαμμένη σελίδα: ο τίτλος ήταν "Αν"...αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος;;
το παραμύθι είχε γίνει στάχτη, το σκόρπιζε στον άνεμο η βαθειά ανάσα και ο ρόγχος της Χίμαιρας, το παγωμένο άγγιγμα της Στυγός...