Κυριακή 21 Απριλίου 2013

Νεωτερισμοί και προτροπές (Ζαχαρίας Μανουράς)






Χρόνια και χρόνια αγοράζεις περίτεχνους συνδυασμούς
ήχων, εικόνων και χρωμάτων,
λαβύρινθους περιττωμάτων
μη νοιώθοντας τους κραδασμούς

Πρόστυχο πνεύμα να λικνίζεις σε υποδόριους ρυθμούς
την αρμονία να τσακίζεις τη δομημένη μ΄ αριθμούς
μιας άλλης αρετής και αξίας
ολημερίς σε προκαλούν έμποροι κάθε φιλαυτίας

Ζωώδη ένστικτα εκθρέφουν παραγωγοί των ασωμάτων
πηνίων, chips και κυκλωμάτων
μέσα στα μέταλλα να κλείσουν παλλόμενη νοητική χορδή
μετουσιώνοντας σε ρεύμα κάθε σου  σχέση και επαφή

Ολόγυρα αστεροειδείς αρπάζουνε την Περσεφόνη
εκσφενδονίζοντας κρατήρες με τη διαστρική σου σκόνη
και συ χωρίς φωνή, χωρίς σκιά
θαυμάζεις ναρκισσιστικά, το είδωλό σου στην οθόνη

............................................................................................................

Μήνες και μήνες κοπιάζεις να φτάσεις ξένα ιδανικά
και την επίδειξη να κάνεις σ΄ αυθεντικά αφεντικά
με εργολαβίες να σκορπάς δικά σου κι άλλων δανεικά
που θα κληθείς για να πληρώσεις
μια μέρα όταν θα νυχτώσεις
στη παραζάλη της φορμόλης

Πέντε ρουπίες του Ινδού, δυό ρενμινμπί του σχιστομάτη
Προσφέρουν σε ισοτιμία του κάτεργου την εργασία
και συ τολμάς και επιζητάς μια θέση στη δημοπρασία
και σ’  ίδρυμα φιλανθρωπίας εξιλεώνεις την απάτη

Νεφρά πουλάει ο σακάτης στην αγορά της Μαλαισίας
πως ζει κανείς να σε διδάξει σε πέλαγα απελπισίας
δεν είναι φρόνιμο να μάθεις - δεν έχεις χρόνο να κοιτάξεις
όσο η κοιλιά είναι χορτάτη
έτσι κι αλλιώς, έχει σβηστεί, κάθε του στίγμα από το χάρτη

Μιας μελαμψής οι εφιάλτες, για χάρη της δικής σου στύσης
οι νωτισμένοι στο κρεββάτι με τις δικές σου αναμνήσεις
σ’ εχουν ποτίσει με ευφορία
και συ τολμάς και εκπορνεύεις της μάνας σου την ιστορία

................................................................................................

Μέρα τη μέρα σού οργώνει κύτταρα, νεύρα και ιστούς
μια φωσφορίζουσα περόνη, στο θάνατο σε εξοικιώνει
με βία και τρόμο σε στοιχειώνει
σε ανεξέλεγκτους σπασμούς

Πεισματικά κυκλοφορεί σαν ερπετό
σε ώρες που εσύ κοιμάσαι
και ασυνείδητα σε κάνει τη βούλησή της να θυμάσαι
φλοιούς και μήνιγγες διατρύει
αλήθεια και ψέμμα αντιστρέφει, με την μετάλλαξη σε θρέφει
ότι επιθυμεί σου κρύβει και με φτηνό σε νανουρίζει

Μια αχαρτογράφητη ιδέα διαχέεται και σε κυκλώνει
ασφυκτικά, νευρωτικά, αδίστακτα
και σε ματώνει
άλλων ευθύνες σου φορτώνει
και σε ενοχές σε εγκολπώνει

Μ΄ εξατομίκευση γυρεύει τα σωθικά σου να τρυγίσει
Ιστούς και συνοχές διαλύει, σαν ορφανό να σε κοιμήσει
με την ασφάλεια τη δική της παζαρεύει
την ύπαρξη να σου στερήσει

.........................................................................................................

Ώρα την ώρα σε φορτώνουν ενέσεις ματαιοπονίας
Είσαι μικρός για ν΄ αγναντεύεις έλεγχο κάθε τρικυμίας
Υπάκουσε τον εστεμμένο, έχει σπουδές δέκα πτυχία
αυτός φροντίζει, αυτός ξέρει, πασχίζει για ισονομία

Δε βλέπεις γύρω σου αντένες και ναρκοπέδια σωρό;
Είναι ανώφελο να στέρξης να πολεμήσεις τον εχθρό
Πάρ’ το άλλοιώς - σαν ευκαιρία- κλείσε μαζί του συμφωνία
να προσκυνήσεις τον Σταυρό στη νέα του σταυροφορία

Σκυλιά σε ζώνουν με μελάνι, μορφή από pixels και φωνή,
στοχεύουν πάντα στο κεφάλι μαντατοφόρου κομιστή
Ότι κινείται σημαδεύουν αλλότρια όντα με στολή
κι υπέρυθρη  τεχνολογία,
να πειθαρχήσουνε γυρεύουν σε εγκλεισμό μια κοινωνία

....................................................................................................................

Νά ‘την η ώρα!
Ήταν γραφτό... με τέτοια ρότα να βρεις καιρό!

Το εκκρεμές της ιστορίας άρχισε πάλι το χορό
τρελλό, φρενήρες, αιωρείται ανελκυσμένο απ’ το βυθό
μνήμες κι αλήθειες για να σβήσει μέσα σε νέα βογγητά
δύσκολη γέννα προμηνύει, νυστέρι και εμβρυουλκά

Η νηνεμία δεν αντέχει  να είναι νόμος της ζωής
Ιστορικά βεβαιωμένο τα ράμματα βαθειάς πληγής
δε θα αντέξουνε σε χρόνο σεισμογενούς παθολογίας
μιας φανερά τραυματισμένης κι αδίστακτης κερδοφορίας

Έλα και φέρε μας, σου λένε, ότι με κόπο ή χωρίς
απέκτησες τόσο νωρίς
και πρόσφερέ τα στο βωμό μιας εθνικής τους σωτηρίας
συνειδητή επιλογή παγκόσμιας συνομωσίας

Πάρε και σπείρε στο χωράφι bronze καθρέπτες Βοημίας
συσσωρευτές καινοτομίας στο ενεργειακό σου τζάμι
αισθήσεις μήπως κι αισθανθείς, καθώς πενθείς
σε σάβανο από κατράμι
τις ενοχές μιας παρελθούσας και χαλκευμένης ασωτίας

Κλείσε τα μάτια στις πληγές σου,
στα γάγγλια του εγκεφάλου συρρίκνωσέ τες τις ορμές σου
τι τόσα χρόνια νοσηλεία σε κρατικά νοσοκομεία
τι στο καλό! Δεν θέλει άλλο για ν΄ αποδώσει η θεραπεία!

Αλοίμονο!
δεν έχει τέλος το παραμύθι της θυσίας
της Ιφιγένειας η Ταυρίδα είναι ροή μυθοπλασίας
μην περιμένεις τους θεούς ούριο άνεμο να φυσήξουν
δεν πρόκειται να εξευμενίσουν τους άρχοντες της απληστίας

Στα μαυσωλεία χλιμιντρίζουν οι μισθοφόροι μιας σκιάς
Κέρβεροι άνοιξαν τις πύλες να ξεχυθούν τ’ αερικά
που άφριζαν χωρίς κεφάλι και με κομμένη την ουρά
απ΄ του γεννήτορα το αίμα της περασμένης σου γενιάς

Οι σπιναλόγκες ανοίξαν πάλι! Όλοι της γης οι λαοπλάνοι,
καρνάβαλοι και στρατοκράτες, αρχέγονα σημαδεμένοι
με υλιστικών αιτιοτήτων συνεπακόλουθη ειμαρμένη
αλήτες, ψεύτες και ρουφιάνοι βρήκαν την ώρα για σεργιάνι

Πόρνοι και άρπαγες σαλιώνουν της κόρης σου την εφηβεία
του γυιού σου την μακροζωϊα
πριν με ξυράφι τις ματώσουν, διπλα-τριπλά τις χαρακώσουν
στη πέτρα για να βαλσαμώσουν
σαν τρόπαιο ιδιοκτησίας

...................................................................................................................

Μην ξεγελιέσαι! Μην απατάσαι!

Αψήφησε χρησμούς και ρήτρες, του Φουκουγιάμα τις κλαγγές
σπάσε τα μελανόμορφα αγγεία,
άδραξ’  τον χρόνο - πύκνωσ’ τον,
πλάσ’ τον σε εύμορφο πηλό
δοκιμασμένα εκμαγεία, σε σύγχρονη τελετουργία
θα χρειαστείς για οδηγό, στη μονοσήμαντη πορεία

Βάλε τη μάσκα του θανάτου!

Σφίξε στο χέρι σου δρεπάνι, θέρισε, κόψε Μοντιλιάνι,
στης μοναξιάς τα προσωπεία, τα ίχνη ματαιοδοξίας
Ξερίζωσε τα δανεικά, τα ευτελή τα πρότυπά σου
σμίλεψε το παλιό σαν νέο -στο διηνεκές- το έμβλημά σου

Σπείρε καρπούς μιας οπτασίας που όμοια της δεν υπάρχει
στους παφλασμούς του καταρράκτη επίγειας οδομαχίας
που θα γκρεμίσει για να χτίσει, αφού φιλήσει
ότι είναι άγιο και ιερό
του πνεύματος δημιουργία, της πράξης σου το θυμιατό

Όρμησε πάνω από την προβιά σου και σήκωσε το ανάστημά σου
και σαν αγέλη εκτινάξου και ξέσκισε τις μεταλλάξεις
υπακοής, υποταγής και ακαμψίας νεκρικής
μετουσιώνοντας το σπέρμα σε ολοζώντανες υπάρξεις!

Το αίμα πρόσφερε στη μάνα για να θηλάσει τα μικρά της
Αξίωμα της εντροπίας φρόντισε νά’χει στη ποδιά της
να γαλουχήσει δίχως πια πίστη, καρτερικότητα και πλάνη
ανθρώπων θεία κοινωνία, παγκόσμια, αυθεντική, μεγάλη
των φιλοσόφων Ουτοπία

Και στήσε ζωντανά μνημεία ανθρώπινης χρεωκοπίας
χρυσελεφάντινους σταυρούς,
στους μάρτυρες της προδοσίας ενός ανύπαρκτου Χριστού
στ’ όνομα κάθε εξουσίας που δεν χωράει χριστιανούς

Για να θυμάσαι κάθε χρόνο,
κάθε μήνα,
κάθε ημέρα,
κάθε ώρα και λεπτό
πως, με εκλεγμένους εκπροσώπους, απραξία και στεγανό ιδανικό
κύκλους θα κάνεις χωρίς τέλος,  σε Έρεβος κοινωνικό,
σε φάλτσας νότας συγχορδία
ανθρώπινης Προϊστορίας
με πένθιμο ιστορικό


.................................................................................................................................


“Οι άνθρωποι κάνουν την ίδια τους την ιστορία, δεν την κάνουν όμως κάτω από ελεύθερες συνθήκες, που διάλεξαν μόνοι τους, μα κάτω απο συνθήκες που βρέθηκαν άμεσα, που δόθηκαν και κληρονομήθηκαν από το παρελθόν. Η παράδοση από όλες τις πεθαμένες γενιές βαραίνει σαν εφιάλτης πάνω στα μυαλά των ζωντανών.”




Κυριακή 31 Μαρτίου 2013

Οι μέρες κρατούν όπλα.






Είπα να γράψω ένα ποίημα
για κείνες 'κει τις μέρες, τις δύσκολες, τις φοβερές, τις θλιβερές,
τότε που μίλαγα στο κύμα,
όταν στα βράχια του γιαλού ξεσπούσαν μπόρες κ  αστραπές,
όταν τα φώτα έσβηναν και χάνονταν οι κίτρινες ανταύγειες τους
στης τρικυμίας το μουντό, λαχανιασμένο βήμα,

τότε που ο κρόκος χάνονταν αφήνοντας σαν χνούδι, ολόγυρα,
κίτρινη γύρη να σκορπά στον άνεμο,
τότε που ο κλέφτης σκόρπιζε τ' αδύναμα κλωνιά του παράμερα
για να μη δει κανένας το δύστυχο χρυσάνθεμο
που τσακισμένο κείτονταν στη νοτισμένη γη και έκλαιγε απόμερα
ανάθεμα στην κόλαση, ανάθεμα στην άβυσσο.

Σκληρή η σιωπή του απέραντου θαλάσσιου στοιχειού,
μαύρη βουή κι αναμονή μήπως αρθρώσει λέξη,
με πηγαινέλα σάρωνε την άμμο του γιαλού
και γκρέμιζ' όσα με στοργή η γαλήνη είχε πλέξει.

Του ψιθύρισα ότι οι μέρες που ‘θάρθουν θα κρατάνε τα όπλα,
θα σηκώσουν σημαίες, λάβαρα της γης, παντιέρες του ανέμου,
του μίλησα για το γήρας μιας πατρίδας χαμένης, που τα έχασε όλα,
για το άνυδρο φως που ξεραίνει την πλάση, για σφαγές κι ερινύες
που θα έβγουν πετώντας απ’ τους τάφους μαχών, απ’ τους τάφους πολέμου,

του εξήγησα ότι όταν η οργή θα κοχλάζει, όταν το ξύλο του σταυρού
θα γεμίσει με χιλιάδες σταυρωμένους, όταν τα παιδιά δεν θα βγουν στις αλάνες
κι η άνοιξη δεν θ’ ανθίζει λουλούδια, τότε η ανάγκη κι η θλίψη του καιρού
που ζυγώνει, θα σκορπίσει στο λυκόφως τις κραυγές απ’ τις μάνες
που θ’ ανοίξουνε στήθη την οργή να θηλάσουν, να χτυπήσουν καμπάνες,

του απάντησα ότι στην ανάσα του λύκου, στη μανία των υδάτων,
θα φυτέψουμε λόγχες που θα σκίσουν την πλάνη, την απάθεια και τον φόβο,
θα σηκώσουμε ασύλληπτους και πελώριους υδατοφράκτες
να συντρίψουν με πείσμα την ορμή των τεράτων,
θα μπολιάσουμε δέντρα με το μπόλι του πλήθους, της θυσίας και της πάλης,
θ’ αναστήσουμε όλες τις στρατιές των ηρώων και θα γίνουμε κράχτες
της στιγμής που ζυγώνει, της ζωής που ανατέλλει πάντα μέσα απ’ τις στάχτες,

του εξήγησα πως ο,τιδήποτε κι αν κάνει, μ’ όσο μίσος κι αν χτυπάει
τον ορίζοντα ετούτο, στη λήθη θα χαθεί και τον όλεθρο ζητάει
γιατί εμείς είμαστε αφέντες της ζωής μας και του  τόπου
που αιώνες, αδιάκοπα, αντιστέκεται, παλεύει και πάει.

Αυτά άκουσε το κύμα και σιγά αποτραβιέται απ’ τα βράχια εκείνα
που γενήκαν, μ’ ανθρώπινη πάλη, των υπάνθρωπων μνήμα.

Παρασκευή 29 Μαρτίου 2013

ΑΠΟΛΟΓΙΑ {Ν. Κυριακίδης}

[με ειδική αφιέρωση - ευχαριστώ πολύ]

Η ώρα ήταν τρείς.
Έριξε μια ματιά στα πουλιά, πάνω.
όλο και του ξέφευγαν στο μέτρημα.
Τρεις φορές πέθανε ο πατέρας του,
τόσες και μέχρι να μετακομίσει απ’ την αυλή.
Φοβάται βράδυ τους γείτονες.
Θυμάται ένα πηγάδι
μ’ έναν παλιάτσο πάνω στο καπάκι
αντί για πέτρα.
Σιγά-σιγά η ζέστη μίκραινε την ανάσα στο δωμάτιο,
κι ο ουρανός άδειαζε απ’ τα πουλιά.
Τό ‘ξερε και αυτό ο πατέρας.
Περίμενε τους χωροφυλάκους,
κοιτούσε το γεμάτο τασάκι...
Ονειρευόταν μια γριούλα που γέλαγε.
Έριξε μια τελευταία ματιά.
Δεν ήταν μόνο το πηγάδι,
ήταν κι ένας γέρος μεθυσμένος, που διαλαλούσε τα πλούτη του:
«Σας έφερα πολύ χρήμα.
Κέρδισε η Χαρά στη τρίτη κούρσα.
Μονάχα εγώ την είχα ποντάρει».

Σάββατο 23 Μαρτίου 2013

Ποιήματα θα γράφω…




[στον Δημήτρη για τη δύναμή του και το θάρρος του...]



Όσο βαριές ειν’ οι καρδιές και στάζουνε φαρμάκι,
όσο  πονάν τα σωθικά, τα τρώει το σαράκι
στ’ άψυχα στενοσόκακα, στης θλίψης μας το άστρο,
τόσο θα γράφω ποίηση τη μοίρα μας ν’ αλλάξω.

Όσο τα νυχτολούλουδα μαραίνονται στη γλάστρα,
όσο του κόσμου η βουή γύρω υψώνει κάστρα,
όσο τ’ αστέρια στέκονται και μας θωρούν γελώντας
τόσο στιχάκια θα περνούν στα σύννεφα πετώντας.

Όσο η ανθρώπινη ζωή θα ψάχνει μετερίζι
για ν’ αμυνθεί στο άγνωστο που η μοίρα το ορίζει,
όσο ο πόνος στις ψυχές θα ορθώνεται με πάθος,
τόσο θα γράφω στο χαρτί της ζήσης μας το λάθος.

Όσο τ’ ανθρώπου η ψυχή θα λούζεται στο χιόνι,
όσο την κάνουν οι καημοί να σβήνει, να ματώνει,
όσο η άβυσσος θαρρεί πως τρέφει την ψυχή μας
τόσο στο άσπρο του χαρτιού θα γράφω τη ζωή μας.

Όσο θα μας πληγώνουνε οι θύμισες κι η νιότη,
όσο εικόνες πλάθουμε που μας γεμίζουν σκότη,
όσο στη γη που είμαστε δεν βρίσκουμε πατρίδα
τόσο η πένα θα γυρνά την κάθε μου σελίδα.

Όσο θα βλέπω στις ματιές των άνθρωπων τα πάθη,
όσο αργεί η ανάσταση που σβήνει όλα τα λάθη,
όσο κουρνιάζουν οι λαοί φοβούμενοι το σκότος
τόσο θα γράφω ποίηση και θα βαδίζω πρώτος

στις άγριες τις συμπλοκές, στις μάχες της ημέρας,
θα γίνομαι, στους στίχους μου, ο κυνηγός στο τέρας
που φώλιασε και τρέφεται στον κήπο της ψυχής μας
μα δε λογάει να σταθεί αντίκρυ στην ορμή μας.

Στίχους, λογάκια έρημα, μαύρες μικρές αράδες,
θα φτιάχνω για να γίνονται, συνέχεια, λαμπάδες,
να φέγγουν που της ποίησης θα ρίξουμε τα βέλη,
να σπάσουμε τα σίδερα που μας κρατούν τα μέλη,

να δείξουμε ολόγυρα στον κόσμο των κυκλώπων
πως η ελπίδα βρίσκεται στις ρίμες και στα δίστιχα,
στην πάλη, την καθημερνή, όλων των συνανθρώπων.


Δευτέρα 18 Μαρτίου 2013

Χτύποι.





Βαριά ακούγεται η φωνή της πέτρας που ραγίζει
στης σιδεριάς την άκαρδη, θανάσιμη ορμή,
βαρύς ο ήχος της βροντής που κρύβει τη φυγή
όταν ο κτύπος της βροχής τον φόβο ροκανίζει.

Μακριά ακούγεται συχνά, το χτύπημα της μέρας
στου σκοταδιού το άρρητο τείχος που ‘χει στηθεί,
εμπόδιο κι ανάχωμα στου στίχου την τροπή
για να ‘μποδίσει τις ριπές που ρίχνει ο αγέρας.

Χτύποι αυλακώνουν τη σιωπή της φύσης που δακρύζει
στου καντηλιού τη φλόγα που πάει να λυτρωθεί,
γιατί, μερόνυχτα πολλά, στου ονείρου την αυλή,
τον  Άνθρωπο περίμενε και το αίμα της στραγγίζει.

Ήχοι μουγκοί και συνεχείς, χτυπήματα γερά,
σε κάθε σπίτι ανάβουνε μια φτωχική λαμπάδα
ν’ αντισταθμίσουν μισιακά του ήλιου τη θαμπάδα
που δεν τολμά τη χαραυγή να δείξει φανερά.

Χτύποι καμπάνας αντηχούν στα πέτρινα σοκάκια,
σκυφτές φιγούρες περπατούν μασώντας την οργή
γι αυτό που δεν κατάφεραν να νοιώσουνε στη γη,
κι αδιάκοπα λικνίζονται σα ρείκια στα χαντάκια.

Όλ’ η ζωή μας γέμισε μ’ αλλοπαρμένους χτύπους,
χτύπους ελπίδας, προσμονής και λύτρωσης συνάμα,
χτύπους που μας μαγέψανε προσμένοντας το θάμα
που θα μας πάρει, συντροφιά, να βρούμε τους θεούς.

Κι όμως, καλά γνωρίζουμε, αλλά το λησμονούμε
ότι ο χτύπος της καρδιάς είναι μοναδικός,
είναι αυτός που μέσα μας στέκεται σα φρουρός
στο άγνωστο βαδίζοντας, το γνώριμο να βρούμε!

Κυριακή 10 Μαρτίου 2013

Το Κελλί [Δ. Κατσουρόπουλος]



Αγάπα το κελλί σου λέω
τρώγε το φαί σου όλο
διάβαζε πολύ

Αγάπα το κελλί σου λέω
τρώγε το φαί σου όλο
διάβαζε πολύ

Σαν και σένα ήμουν κι εγώ
παιδί άμυαλο μικρό

Σαν και σένα ήμουν κι εγώ
γι'  αυτό τώρα σ' αγαπώ

Αγάπα το κελλί σου λέω
τρώγε το φαί σου όλο
διάβαζε πολύ

Αγάπα το κελλί σου λέω
τρώγε το φαί σου όλο
διάβαζε πολύ

Κι όταν σου
ζητάν απαντήσεις
μ'  ερωτήσεις ν'  απαντάς

Κι όταν σου ζητάνε
τις λύσεις
εσύ να χαμογελάς

Αγάπα το κελλί σου λέω

Ελένη [Δημήτρης Κατσουρόπουλος]

ΕΛΕΝΗ

Θέλω να
τραγουδήσω για
την Ελένη
που
στα γράμματά της
γ ρ ά φ ε ι

Σε σκέφτομαι

Θέλω να
κάνω κάτι
κοντά της
να βρεθώ

Ψάχνω
να βρω
τις λέξεις
πως να της
το πω

Άκουσε τα
λόγια μου
Ελένη
και
χαμογέλασε

Άκουσε τα
λόγια μου
Ελένη
το τραγούδι
τ έ λ ε ι ω σ ε

ΩΔΗ ΣΤΟ FACEBOOK!



Σε συνάντησα μέσα στο παγκόσμιο κλίμα
μα ποτέ μου δεν είδα πως σκοτώνεις το ποίημα,
αυτό που θα έγραφα τότε που κυλούσαν οι λέξεις
για να πουν στον αέρα πώς μονάχος θ' αντέξεις

ώρες κρύες, φευγάτες, λιγοστές και θλιμμένες
να κοιτάζεις, σαν ξένος, να στοιχίσεις βρεγμένες,
άσπρες, άδειες, ανούσιες και κρύες σελίδες
γιατί τίποτε δεν άκουσες και ποτέ σου δεν είδες!

Σε συνάντησα κάπου στου δικτύου την πλέξη
όταν έψαχν' ανθρώπους για να πω μία λέξη,
όταν γύρω, με μανία, καιγόντουσαν όλα,
πεταλούδες σκοτώναν τα ανθρώπινα βόλια.

Εκεί βρήκα μέσα στο χαμένο κορμί σου,
του ανθρώπου τα πάθη, της ψυχής φυλακή σου,
ήταν όλα απλωμένα και μπροστά αραδιασμένα
λες κι ελπίζαν να σώσουν τον πλανήτη κι εμένα.

Σε συνάντησα κι είδα στη ματιά σου την Κίρκη
να μαγεύει με πλάνες, με ματιά αποσπερίτη,
κάθε πλάσμα που ψάχνει, αιώνια, θλιμμένο
την απάντηση, στην ερώτηση που 'ναι μπλεγμένο.

Σε συνάντησα κι ειπα πως ποτέ μου το ψύχος
δεν θα είχε μνημείο που να φτάνει τέτοιο ύψος,
σε κατάλαβα, σε βρήκα, σε στοχάστηκα κι όμως
ποτέ δεν φαντάστηκα πως ο άνθρωπος ζει μόνος!

Σε κατάλαβα κι είδα, του προσώπου σελίδα,
πως η ελπίδα που δίνεις είναι πάντοτε φρούδα!

Παρασκευή 15 Φεβρουαρίου 2013

Διαβάζω την αιωνιότητα.



(στον Ν. Κυριακίδη και σε όλους όσους γράφουμε για τη δική μας χαρά)

Σαρώσαμε τα έγγραφα που μας κρατούν τα χέρια
κι ύστερα τα τυπώσαμε σε κάδους σκουπιδιών,
μας πλάνεψαν, μας ζήτησαν μη βλέπουμε τ’ αστέρια
παρά σκυμμένοι να ‘μαστε στους τύμβους των νεκρών.

Σκουπίσαμε στα ρούχα μας σταγόνες μελανιού,
χαθήκαμε στο άγνωστο των άπειρων σελίδων,
στερήσαμε τα χρώματα στην κόρη του ματιού
και κοιμηθήκαμε, ξανά, στην άκρη των σανίδων.

Λατρέψαμε το άψυχο κορμί της μηχανής
και στους παλμούς της κάναμε θυσία τη ζωή μας,
βουτήξαμε μεσ’ τα θολά  νερά μιας εποχής
που γυροφέρνει, κράζοντας, την «άψυχη» ψυχή μας.

Το σύννεφο που πέρναγε χλευάσαμε οικτρά,
τα χρώματα του δειλινού μας φάνηκαν βαρίδια
σε μια ζωή που διαρκώς σφαλίζαμε φρικτά
σε υπόνομους, σε σήραγγες, σε κάλπικα στολίδια.

Πιστέψαμε πως πιάνοντας το νήμα της ζωής,
στο αιώνιο θα πλέκαμε τον άχρηστο ιστό μας
και πως το σύμπαν θα ‘στεκε κοντά μας μαχητής
θηλάζοντας αιώνια κι άπληστα το μαστό μας.

Πόσοι στ’ αλήθεια πέρασαν παν’ στον πλανήτη αυτό
κοιτάζοντας ν’ αδράξουνε την κάθε ευκαιρία,
ξεχνώντας, όμως, στ’ άπειρο πως κάθε τι νεκρό
μαζί του θάβει άπληστα κάθε ματαιοδοξία.