Σάββατο 27 Οκτωβρίου 2012

Νίκος Κυριακίδης: ΠΟΙΗΣΗ 3



Μια φορά κι ένα καιρό


‘’Τι δουλιά κάνεις ;’’
‘’Πουλάω.......παίρνω τα ΚΤΕΛ και μια βαλίτσα
πάντα υπάρχει κάποιο ανοιχτό ξενοδοχείο
μένω, μετά μαζεύω παραγγελίες
φεύγω’’
Σ΄ένα καταπράσινο δάσος
υπήρχε μια όμορφη αλεπού,
πολυ μικρή για μεζές
πολύ-πολύ μικρή για να μη χορταίνει
εύκολα.
Όταν ξέμενε
επιτάχυνε το βήμα
έφτανε στις παρυφές της πόλης
όρμαγε στα σκουπίδια
επέστρεφε.
‘’Όλοι θέλουν
ένα τηλέφωνο, μια διεύθυνση
υποψήφιων νεκρών.
Άλλοι για όργανα,
άλλοι για καμιά γρήγορη αρπαχτή στη διαθήκη
άλλοι-οι πιο πολλοί
να ξελαμπικάρουν:
μια ζητούμενη
ευθανασία
ένας φόνος χωρίς άλλοθι
κόστος
φλυαρίες’’
Η αλεπού δεν είναι πονηρό ζώο
Θα την έλεγες
Ευπροσάρμοστη
Ολιγαρκή
Κυρίως χωρίς φαντασία
και όνειρα
γι΄αυτό και η ουρά της φουντωτή
εντυπωσιακή
περισσότερο από ολόκληρο το ζώο
σα να λέει
‘’από μένα θυμηθείτε
μόνο τη φυγή μου’’





ΠΑΤΡΟΤΗΤΑ
Στα ξερονήσια κάποιοι σκύλοι
Με τους τυχαίους τους έρωτες
αβέβαιους για το είδος,
τα ούλα τους τα ματωμένα,
τα πολλά τους τσιμπούρια,
τις άγριες περιπολείες τους.
Την οργή της αγρύπνιας τους
Επώδυνης ιδίως για σκύλους
τις άναρθρες κραβγές τους
Όταν κατέβηκαν οι επισκέπτες....
ανατρίχιασαν , περισσότερο κι απ΄όσο όταν
εκπορνεύονται.
Γιατί δεν ήταν πονεμένοι,άγριοι
Ήταν θαμένοι ζωντανοί οι σκύλοι.
Το πλήρωμα με τα κυάλια,
ναυτικοί που όλα τα περιμένουν
αναστατώθηκαν κι αυτοί ......
όπως ακριβώς με είχε προειδοποιήσει ο παππούς μου:
‘’Όταν εκεί κάτω
για κάποια αναπόφευκτα δευτερόλεπτα
είσαι ευτυχισμένος,
να κοιτάζεις τα νύχια των ποδιών σου
να κοιτάζεις τις οικογενειακές φωτογραφίες αυτής που αγαπάς
να θυμάσαι τον πατέρα σου
σαν μίλαγε κουβέντες του στρατού του’’

Νίκος Κυριακίδης : ΠΟΙΗΣΗ 2



Παις εν καμίνω

Ο κηπουρός επέμενε : ‘’Θα πιάσει’’
Πάντως αν και κατσιασμένο ακόμη
ο μικρός το μασουλούσε με λύσσα,
φωτιά στα χείλη......ένα κοριτσάκι έκανε
τη μανα.
Ένας γιατρός μιλούσε αργά,
Κανείς δεν είχε γείτονες κοντινά σπίτια
Μόνο εγω περνώντας κοίταζα τον αφύλακτο κήπο
Εμπορικός αντιπρόσωπος με κάτι βίβλους σε μια τσάντα



ΚΡΥΩΝΕ....
Βρέθηκε να φιλιέται με πάθος
μ΄ενα τεράστιο ψάρι
Με το που εμφανίστηκε μπροστά της,
έβγαλε επιθετικά
τη γλώσσα
και την έσφιξε στην αγκαλιά του.
‘Ηταν η λίμνη;
Τα όνειρα υγρασίας που έφτιαχνε;
Ο Ψάρης πάντως δεν εμφανίστηκε
Υπήρχε.
Όσο την έσφιγγε
κοκκίνιζαν τα μάτια του.
Τα λέπια του σκληρά τη ματώναν,
τα πράγματα στο δωμάτιο πέταγαν,
ο χώρος άδειαζε,
αυτη θυμάται πια μόνον κάποιες λέξεις
κυρίως ονόματα,
τώρα δα γδαρμένη αλλα χωρίς πόνο
κολυμπά,
απολαμβάνει την ανάσα
με τα βράγχια
‘’εραστή.... δεν έχω πια βάρος
πότε πέθανε η μάνα μου;
Το φανταζόμουν γκρι
μα είναι γαλανό
ως και το αίμα μου,
απλά κάνει
πολύ κρύο....
η υγρασία είναι;’’

 

Νίκος Κυριακίδης : ΠΟΙΗΣΗ 1.



ΠΑΣΤΙΤΣΙΟ-424 Σ.Ν


Εμείς του ψυχιατρικού
Συνήθως μικρή η παραμονή,
μετα ερώτηση :
‘’ Άδεια ή ασθένεια ;’’
Καμιά φορά στα ολόγυμνα
νοσοκομεία της σιωπής,
κάποιος θάλαμος
γέμιζε.
‘’Κύπρος’’.....
Τότε, περίεργο πράγμα
το ίδιο φεγγάρι,
είχεν αρχίσει βόλτες ένας εφεδρικός θάνατος,
παρέα με τον έρωτα, λέγαν.
Ποιόν έρωτα ;
Με τα υγρά του έρωτα να πείς.
Το αίμα σα βρίσκει αίμα ;
Άγνωστο……
Η συνουσία σκότωνε
Η αμαρτία πληρωνόταν
Σε τούτη δω,
την παρουσία
την πρώτη.
Λεμφαδένες, βουβώνες-μνήμη πανούκλας-
πυρετός, αδυνάτισμα, διάρροια.
‘’Κυρίως να κοιτάμε ομοφυλόφιλους’’
Και δεν είναι λίγοι,
στις κακές μονάδες
των ‘’ανεπιθύμητων’’ τουλάχιστον,
κάθε θάλαμος και η παρτούζα του,
ειδικά αμα και σκάσει μύτη,
‘’καλύτερος και από γκόμινα’’.
Αυτούς τους φέρναν,
δεν αιτούνταν........
Αμα και ‘’ήταν’’
Θα ζούσαν λίγο
Ανώνυμοι.
Εδω και οι επώνυμοι ξεσάλωτοι,
λίγο ζούσαν.
Φόβος παιδικός
Σαλτάρισμα παιδικό
Γεύμα Σαββάτου,
μας βάλαν δίπλα-δίπλα.
Το ταψί,
το ένα πηρούνι,
το ξερό ψωμί,
το παστίτσιο.
ΕΛΔΥΚ-πολυ παλιοί,
αδελφές στα σίγουρα,
έχει κρίσεις πανικού,
τρυπημένος και πόρνος
Τα παιδιά του Άδη ,
της μουτσούνας του Πάνα,
γευματίζουν.
Κανένα κενό χρόνου
Κανένα χαμένο λεπτό
κανένας να κιοτέψει............
Όλοι
τσιγαριλίκι θαρρείς
το πηρούνι απο χέρι,
σε χέρι.
Κανείς
δεν έκανε καν νεύμα.
Αυτόματα
Σαν την άφιξη του πανικού
Όπως το ξεκίνημα της παρτούζας.
Στο όνομα-όχι της πείνας-
της κλωτσιάς,
σ΄όλα τα ανοιγμένα τσίγγινα κουτάκια,
που χάσκουν,
που απειλούν,
που θα διορθώσουν, λεει.
Ήμουν εκεί
Στο ‘’θαύμα’’ μου
ελάχιστος
άνθρωπος χλωμός,
μαζί μ΄ελάχιστους
άλλους.
Μεγάλη η χάρη μας!


ΑΠΟΛΟΓΙΑ

Ένα πρόβλημα με το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο του blog δεν μου επέτρεπε να βλέπω τα σχόλια σας. Ειλικρινά ζητώ συγγνώμη και - ειδικά - από τους φίλους που περίμεναν απάντηση. Για να μην ξανασυμβεί μπορείτε να επικοινωνείτε και στο stmanouras@yahoo.com.

Τρίτη 16 Οκτωβρίου 2012

Oι φίλοι γράφουν Ποίηση:

Μια κτητική δίχως κτήση



Ράφι βαρύ η μοναξία μου
Στο λύγισμα του ξύλου΄
η ψυχή μου συμμορφώνεται

Το εγώ μου,
μια ατελής διαίρεση να λύσω

Το είδωλο μου...
....γαλάζια γραμμή σε άσπρο φόντο

Και τα λόγια μου,
η οδός ... το κουβάρι της ζωής μου
να ξεμπλέξω.


Α.Χ.

Κυριακή 14 Οκτωβρίου 2012

Τι άλλο φοβάσαι


Στίχοι: Β.D. Foxmoor

Κάποτε σ' είδα στο πέρασμα του αιώνιου κόμβου,
στο καιρό του τρόμου και του αλλόκοτου φόβου,
να διπλώνεσαι, ν' ανησυχείς και να τρομάζεις
και πριν καλάρουν οι μέρες το σκασμό να βγάζεις.
Να μια απ' τα ίδια -- ίδιοι δρόμοι -- ίδιοι κύκλοι•
γαβγίζουν οι άνθρωποι -- σκιάζονται οι σκύλοι,
θρηνούν μανάδες, και πού να ξαποστάσεις
όταν στη μνήμη σου μακραίνουν οι αποστάσεις.
Έτσι σκηνοθετούν το σήμερα άκριτοι κοσμοκράτορες,
βαρέθηκα τα έγκυρα - είναι όλοι προβοκάτορες
που πιάνονται απ' τον φόβο σου και φτιάχνουν ιστορίες
κι ενάντια στους άπιστους στήνουν σταυροφορίες
από χορτασμένους με το ίδιο ήθος και παράστημα
που θα εξοντώνουν όσα τους μοιάζουν άσχημα.
Έτσι κι εγώ αφού σκιάζεσαι ξανά σε φτύνω.
Ψάχνω, λοιπόν, ό,τι φοβάσαι για να γίνω...
Γίνομαι τάφος αντάρτη στο Ιράκ και μοιρολόι στη Παλαιστίνη,
τυφλός στη Βοσνία - Ερζεγοβίνη•
πεινασμένος ιθαγενής στο Μεξικό,
χίλιες επεξηγήσεις για το φόβο σου στο λεξικό,
μοναχός στο Θιβέτ -- κι aboriginal στην Αυστραλία,
τζαμί καμένο από φασίστες στην Ιταλία•
εθελοντής γιατρός απ' την Αβάνα
και παιδί στην Τεχεράνη απ' ανύπαντρη μάνα•
νεκρός κι άταφος δάσκαλος στη Σομαλία,
κυνηγημένος τούρκος συγγραφέας στη Γαλλία,
εργάτης στα πετρέλαια στη Βενεζουέλα
και στο Μπέλφαστ μια ματωμένη φανέλα•
βραζιλιάνος με 8 σφαίρες στο κεφάλι στο Λονδίνο
- τι άλλο φοβάσαι, πες μου, και θα γίνω.
Εγώ που κάνω όνειρα κι έχω πολλά ωραία να χάσω
κάνω και την αρχή -- δε γουστάρω να ησυχάσω.
Τι άλλο φοβάσαι, πες μου, και θα γίνω
κι ας έχω τόσα πολλά κι ωραία να χάσω.
Κι ούτε στιγμή μη ρωτάς τι θα απογίνω,
μου φτάνει που δε γουστάρω να ησυχάσω
(που είμαι εδώ και θέλω τη βολή σου να χαλάσω -- πες μου, τι άλλο φοβάσαι)
Θα γίνω χρήστης που παλεύει για τη σωτηρία,
διψασμένος πρόσφυγας από τη Νιγηρία,
σαρίκι τυλιγμένο σε περήφανο κεφάλι
και μασάτι από αφρικάνικο ατσάλι.
Σφαγμένο θηλυκό απ' τους γονείς του στην Κίνα
κι ορφανό σε φαβέλα που πεθαίνει απ' την πείνα.
Τι άλλο φοβάσαι πες μου και θα γίνω...
Αλγερινός που ξημερώνεται σε γαλλικά λιμάνια
και μάτια που κοιτούν από πασαμοντάνια•
τούρκος αναλφάβητος που ζει στο Γκάζι
και μορφωμένος Αλβανός που σε τρομάζει•
στο τοίχος της ντροπής stencil απ' τον Banksy
κι ο εφιάλτης σου πριν να χαράξει.
Πες μου, τι άλλο φοβάσαι και θα γίνω...

Δευτέρα 8 Οκτωβρίου 2012

Τι ποίημα να γράψω στην Ελλάδα;


-->


Τι ποίημα να γράψω στην Ελλάδα,
όταν αυτή γυρίζει τις νυχτιές
παρέα μ' άγριους φονιάδες,
ληστές ανθρώπινων ψυχών,
που βγαίνουν να σκορπίσουν μαχαιριές;

Τι λόγια να 'βρω για τη χώρα
που κάποτε πλημμύρισε με φως,
σε λαούς κατακτημένους,
σε σκλάβους σ' αλυσίδες
έδειξε της λευτεριάς τον δρόμο μπρος;

Γιατί η θλίψη έγινε το πέπλο
που σκέπασε τη χώρα που ο θεός
προτίμησε να δώσει στους ανθρώπους
αρμονικά να ζουν μ' εκείνο
που οι αρχαίοι ονόμασαν Δίκη και Αιδώς;

Γιατί ξανά ο Προμηθέας
στον βράχο δέθηκε φρικτά,
γιατί το αίμα του ποτίζει
ξανά τη γη
για των ανθρώπων τα δεσμά;

Τι λόγια να σου πω για να μ' ακούσεις
που θρέφεις μεσ' τα σπλάγχνα σου κρυφά,
μαζί με την ανάσα του ανέμου
τα φίδια που δαγκώνουν,
σκυλί που αλυχτά;

Γιατί πατρίδα να σου γράψω λόγια,
όταν σφιχτά θανάτωσες, κρυφά,
το μόνο που χαρίζει στους ανθρώπους
τη δύναμη για τον αγώνα,
την ελπίδα που πετά;

Όταν σε κρύους δρόμους με ερείπια,
το βράδυ ξαναστείνεις το χορό
της μισαλλοδοξίας και του πόνου
σε άγνωστα κορμιά, απλών ανθρώπων,
τα σύμβολα του μίσους χαράζεις με θυμό.

Γιατί πατρίδα, να σε λέω πατρίδα,
όταν χίλιες φορές σε ξένους σε πουλάν,
όταν στους ξένους έδωσες τα μήλα
της Αταλάντης, θείας κόρης,
που οι γιοί σου αιώνες τα ζητάν;

Γιατί για σένα, να χαθώ, Ελλάδα,
όταν σταμάτησες να στέκεσαι ορθή,
όταν υποταγής άναψες δάδα
κι αρνήθηκες το φως που αιώνες τώρα
παν' στον πλανήτη κράταγες,
σκορπούσες σαν λαμπάδα
όταν οι άνθρωποι στεκόντουσαν σκυφτοί;

Κυριακή 7 Οκτωβρίου 2012

Φοιτητές και φίλοι γράφουν ποίηση:

Αισθημάτων εφιάλτης.


Τα αισθήματα σου που πασχίζουν να φωνάξουν,
δωροδόκησες με αμίλητο νερό
και όλα εκείνα που παλεύουν να εκφράσουν
με μιας του στέρησες

Και όταν τα δεσμά τους σπάσουν
το βλέμμα τους θα είναι παγερό
Αδέκαστοι κριτές
το μένος των οποίων εξαπέλυσες…

Και όταν ισόβια θα δικαστείς
από τον Ραδάμανθυ τον δικαστή τον μέγα
απολογία Σωκράτους όμοια να κανείς μην βιαστείς
γιατί τα αισθήματα εκδικούνται

Τότε μέσα σου κοίταξε βαθιά
και κοίτα από το Α στο ωμέγα,
μια ενδοσκόπηση λυτρωτική πρόφτασε να κάνεις
πρωτού όλα όσα έχασες για σένα θα λυπούνται.

Μα να σαι πάλι αλώβητος και δυνατός
ήταν απλά ένα κακό σου όνειρο
στα όνειρα σε επισκέφτηκε απρόσμενα ο θάνατος,
ηρέμησε, πάει, πέρασε

Τώρα συνειδητοποίησες του αισθήματος τη δύνη
και πλέον το φυλάς σαν άγιο δισκοπότηρο,
αναζητώντας πλέον την απόλυτη αγάπη,
όλες τις ερινύες και τους φόβους υπερκέρασε.

Γιάννης Καραμαγκάλης.

Ήρθε ο καιρός.


-->



Ήρθε, και πάλι, ο καιρός να ξύσουμε τη λήθη,
ν' ανακαλύψουμε ξανά εικόνες μαγικές,
ήρθε ο καιρός που πρόσκαιρα θα διώξουμε τη θλίψη,
λατρείες ν' αναδείξουμε για μνήμες παιδικές.

Ηρθ' η στιγμή ν' απλώσουμε μεσ' το κενό μας βλέμμα
το χρώμα εκείνο που γελά στην κάθε ερημιά,
να νοιώσουμε πως της ζωής αρπάζουμε τα γκέμια
και 'μεις, οι αναβάτες της, τη σπρώχνουμε μπροστά.

Μετ' από μέρες άγονες, νύχτες παρατημένες
στου πόνου μας την άδικη κι άγρια μοναξιά,
ήρθ' η στιγμή να δώσουμε σε όψεις αγριεμένες
αυτό που δεν το ζήσαμε ποτέ αληθινά.

Στα πλάσματα του ονείρου μας, που γύρω μας γυρνάνε,
σε πλάνες, λάθη, απάτες και ντροπές,
ήρθε ο καιρός να πούμε πια πως πίσω δεν κοιτάμε
και πως για μας ο κόσμος μας πήρε άλλες στροφές.

Τα κρίνα που μαράθηκαν, τα ρόδα που μαδήσαν,
τ' αγριολούλουδα που ζήσανε μονάχα μία μέρα,
καμέλιες και γιασεμιά, τουλίπες που ραγίσαν,
όλα αυτά που κάηκαν στον άγριο αέρα,

μεσ' την καρδιά μας στήσαμε ξανά, τους δώσαμε το χώρο
αυτόν που αναζητήσανε στ' ανθρώπινα παρτέρια,
τους δείξαμε πως η ζωή γεννιέται απ' τον σπόρο
που μέσα μας γεννά βλαστούς σαν δίνουμε τα χέρια.

Ήρθε η ώρα κι η στιγμή να βγούμε και να πούμε
πως στην αγάπη δώσαμε, ξανά, χώρο για τη ζωή
να πλέξει μέσα μας, βαθιά, κλαδιά για να βρεθούμε
στ' άστρα και ν' αγναντεύουμε ολόρθοι πια τη γη.


(αφιερωμένο εξαιρετικά στον ξεχωριστό μου φίλο Παναγιώτη Σκουρκέα)

Δευτέρα 1 Οκτωβρίου 2012

Ψυχές.




Βυθίστηκα στα κείμενα του γέρου φιλοσόφου
κι είδα μέσ' τα κενά που άφηναν οι λέξεις κι οι γραμμές
σύμβολα, τάχα, μυστικά που οδηγούνε κάπου
όταν αδέσποτες γυρνούν οι ανθρώπινες ψυχές.

Πλανήθηκα στα όρια του κόσμου και του χάους,
είδα το σκότος ζωντανό να έχει προστριβές
με τ' άπειρου το άγνωστο, με του φωτός τη λάμψη,
ν' αγωνιούν πως θα ρουφήξουν, άπληστα, ανθρώπινες ψυχές.

Είδα σταγόνες αίματος στους οφθαλμούς του Πλάστη
στους καταπράσινους αγρούς ν' ανάβουν πυρκαγιές,
βουνά να ισοπεδώνουνε, να σβήνουν απ' το χάρτη
ότι με θάρρος στήριξε τις ανθρώπινες ψυχές.

Αφουγκράστηκα τον θόρυβο μιας φύσης που ματώνει
σε κάθε ήλιου αναλαμπή, σε κάθε σιγαλιά,
είδα το χώμα ν' αναριγεί και χέρια να απλώνει
ν' αρπάξει, να ποδοπατά κάθε ανθρώπινη χαρά.

Γεράκια να ουρλιάζουνε χυμώντας στον αέρα,
δαίμονες καβαλάρηδες σε μίσους ερπετά,
δράκοντες να ξερνούν φωτιές, τη γη να κάνουν ξέρα
ανθρώπινες ψυχές να μην φανούν ξανά.

Είδ' αριθμούς να παίζουνε παιχνίδια με τη λήθη,
είδα το τέρας να γελά σε κάθε μας στιγμή,
θεούς να ξεπροβάλλουνε με θώρακες στα στήθη,
για να μην πληγωθούν ποτέ από καμιά ψυχή.

Στο κάλος του άπειρου Φωτός αντίκρυσα τον χάρο
αδιάντροπα ν' αποστερεί το υπέρτατο Αγαθό,
απ' των ανθρώπων τις ψυχές που αναζητούν τον φάρο
για να 'βρουν, να βιώσουνε το τέλος το καλό.

Μεσ' στις στροφές, στα σύμβολα, σημεία χαραγμένα
σε κέρινο εκμαγείο μιας γνώσης νοσηρής,
είδα τον Νου να χάνεται για νά 'βρει μαζεμένα
όσα ποτέ δεν πρόβλεψε η μοίρα ανθρώπινης ψυχής.

Είδα τον τρόμο να γελά μέσ' στις παλινωδίες
του ανθρώπινου, φθαρτού και πρόσκαιρου μυαλού,
να του φωνάζει πως ποτέ αυτές οι τραγωδίες
τις ψυχές μας δεν θ' αφήσουνε τραβώντας για αλλού!

Είδα νεκρούς να ζωντανεύουνε, το σύμπαν να γυρίζει
σε κύκλους απροσδιόριστους, μια πίσω μια μπροστά,
τους ζωντανούς να θάβονται κι η γη μας να στριγγλίζει
στην άσπλαχνη οδήγηση απ' όντα θεϊκά.

Μ' αυτό που ξέχωρα, θαρρώ, φάνταζε πιο λαμπρό
ήταν του τύραννου, η δίκαιη, η θεία καταδίκη,
το άγριο μαρτύριο μιας άγριας ψυχής
που οδηγούσε, βλοσυρά, τ' ανθρώπινα τα μίση
ν' αφανιστούν, να φτιάξουνε σύμπαντ' αρμονικά
που στις ανθρώπινες ψυχές θα δώσουνε τη λύση
σπίτι να βρουν σε κείμενα που υμνούνε τη χαρά.