Σάββατο 19 Μαΐου 2012

Καρδιά από μέταλλο.




Πάρε ένα ακόμη κομμάτι από την καρδιά μου,
φώναζε το βινύλιο με τερματισμένα τα μεγάφωνα
στο μικρό, σκοτεινό δωμάτιο.
Στη μεγάλη νύχτα που κράτησε χρόνια,
τα κομμάτια πλήθυναν
λες κι η καρδιά προμήθευε, ασταμάτητα,
ιστούς και αρτηρίες που χτυπούσαν ρυθμικά,
που κρατούσαν ζωντανή μια ολόκληρη χώρα.

Πάρε ένα ακόμη κομμάτι
κραύγαζε κάθε ύπαρξη που δεν συμβιβαζόταν
με τη διαρκή σκοτεινιά του φωτός
που αργούσε, καθημερινά, ν' ανατείλει,
να παίξει παιχνίδια με τον τόπο
που κάποτε πνιγόταν στη λάμψη του.

Πάρε ένα ακόμη κομμάτι,
έχω ατελείωτα αποθέματα,
είμαι σκληρή καρδιά,
καρδιά από εκλεκτό μέταλλο,
καρδιά από φλέβα χρυσού.

Το αίμα ποτέ δεν στραγγίστηκε από την πηγή,
ποτέ δεν έπαψε να κυλά,
σιγά – σιγά το ρυάκι θέριευε,
άπλωνε τα μικρά, αδύναμα, χέρια του
πάνω σε άγονη γη, σε βράχια, σε κατατόπια
που είχαν, με επιμέλεια, κρυφτεί
από το αδυσώπητο κυνηγητό της ιστορίας.

Σιγοψιθύριζε στον ηλιοκαμένο τόπο,
πάρε ακόμη ένα κομμάτι από μένα,
έχω δυνατά χαρακτηριστικά,
θα γονιμοποιήσω τις πλαγιές σου,
τ' άβατα σωθικά σου.
Θα θερίσεις ελπίδες, προσδοκίες, ζωή.
Θα μου ξαναδώσεις δύναμη.

Πάρε ακόμη ένα κομμάτι,
θα γίνουμε ένα, θα νικήσουμε την καταχνιά,
θα δημιουργήσουμε μια τεράστια καρδιά,
καρδιά από εκλεκτό μέταλλο,
καρδιά που θα τσακίσει τις φαιοπράσινες ορδές,
καρδιά ανίκητη, πάνοπλη, παλλόμενη στο κόκκινο ποτάμι,
καρδιά που συντρίβει τους μελανούς χιτώνες και τις σβάστικες,
τους εξουσιαστές και τους υπάνθρωπους,
τους καταστολείς ελεύθερων κραυγών.

Ο τόπος άκουσε την καρδιά,
σιγά – σιγά πλημμύρισε απ' τα κομμάτια της,
ξανοίχτηκε στην πλάση, κυρίευσε την παθητικότητα
κι έγινε μια τεράστια καρδιά από πολύτιμο μέταλλο.
Η αγωνιζόμενη καρδιά. Η καρδιά μας.

[στην Janis Joplin και στο τραγούδι της Take another piece of my heart]


Τι είναι αυτό...




..αυτό που καίει την παλάμη μας
σαν πυρωμένο βότσαλο
του καλοκαιρινού ήλιου;
Που σε τυλίγει με την ανοιξιάτικη αύρα
στο παγωμένο δειλινό του χειμώνα,
αυτό που σε ταξιδεύει στα σύννεφα
και σε συντρίβει στα τάρταρα;

Τι είναι αυτό
που λαμπυρίζει όπως η κάφτρα του τσιγάρου,
ευωδιάζει σαν δροσερό πρωινό
στο νοτισμένο χώμα του φθινόπωρου;
Αυτό που συνθλίβει την ψυχή
στο δέος του θανάτου,
αυτό που χάραξε, ανεξίτηλα,
στο ματωμένο σώμα του βρέφους
που μόλις γεννήθηκε,
μια λέξη και μοναδική: Ελπίδα;

Τι είναι αυτό
που σ' έκανε συνοδοιπόρο του Προμηθέα
στον όρκο του ενάντια στους θεούς,
αυτό που σ' εξολοθρεύει, σε μειώνει,
σ' εγκλώβισε – νομίζεις -
στης κόλασης τους καπνούς;
Αυτό που έκανε τον Άνθρωπο Δημιουργό
μα και θεριό, συνάμα,
αυτό που ξέσκισε τις σάρκες σου,
το άρρωστο μυαλό;
Που έδωσε τη δύναμη στους γέροντες
να δώσουνε την ύστατη μάχη
για μια ακόμη ανάσα, ένα χαμόγελο;

Τι είναι αυτό
που κάνει τα κορμιά ν' αγκαλιάζονται
στη μέθεξη του έρωτα, στον ιδρώτα της ηδονής;
Αυτό που σ' έσπρωξε να ερωτευτείς τα άκρα της ζωής,
πλοίο στα μολυβένια νερά μιας άγριας θάλασσας
στο βαθύ ασημένιο φως ανταριασμένου φεγγαριού;
Αυτό που σ' αγκαλιάζει και σ' ανυψώνει
όταν πιστεύεις πια πως έφτασε το τέλος,
πως τίποτε δεν θα σωθεί,
μήτε θεός μήτε η φύση;

Τι είναι αυτό
το ασύγκριτο, υπέροχο, μεγαλειώδες,
σαν το ονειρικό περπάτημα του Πάνα
στων λουλουδιών τις τρυφερές κορφές;

Ακούς τον ήχο του ή ήπιες της λήθης το νερό;


[στον Χ. Έσσε για τον Σιντάρτα του] 2000.

Δευτέρα 7 Μαΐου 2012

ΤΟΥΣ ΣΥΝΑΝΤΗΣΑΜΕ ΠΟΛΛΕΣ ΦΟΡΕΣ





Ανθρωπόμορφα πλάσματα της νύχτας,
θρεμμένα με ανθρώπινα σπλάγχνα,
αποστρέφονται τον Λόγο,
μισούν τον διάλογο, τη σκέψη.
Γονατίζουν μπροστά στον Ηγέτη,
μισούν τη διαφορετικότητα,
μισούν τον εαυτό τους.
Επέλεξαν το μαύρο του σκότους,
της τυφλής υποταγής, του μίσους.
Απελευθέρωσαν τον άνθρωπο των ενστίκτων,
των χαμηλών προσδοκιών.
Ξυρισμένα κεφάλια σε ξυρισμένες ψυχές.

Τους συναντήσαμε στη Ρώμη,
στο Άουσβιτς, στο Νταχάου,
στις λευκές πλαγιές της Πίνδου,
στα δάση των οροσειρών των Βαλκανίων,
στη Μαδρίτη, στη Βαρκελώνη,
τους αντιμετωπίσαμε στις πεδιάδες
της μαχόμενης Ελλάδας,
στα μπουντρούμια της Γυάρου, του Άη-Στράτη,
στα κολαστήρια της Μακρόνησου,
στο ΕΑΤ-ΕΣΑ, όπου μύριζαν αίμα.
Είναι δίπλα μας, παραμονεύουν την ανάσα μας,
στηρίζονται στο φόβο του μικροαστού,
στη λατρεία της μικροϊδιοκτησίας,
στον θρίαμβο του Εγώ απάνω στη συλλογικότητα.
Έρπουν, συνωμοτούν, χτυπάνε
ανύποπτα θύματα, απομονωμένες υπάρξεις.
Είναι δειλοί, τρομάζουν μπροστά στη δύναμή μας,
επανδρώνουν τα Τάγματα Ασφάλειας
επειδή λατρεύουν τον θάνατο.

Τους νικήσαμε παντού,
οι συγκρούσεις μας ήταν πάντα νικηφόρες, πάντα συγκλονιστικές.
Ο Άνθρωπος απέναντι στο Θηρίο,
ο Άνθρωπος απέναντι στις στρατιές του Διαβόλου.
Δεν τους φοβόμαστε,
θα ξανανικήσουμε,
και η πορεία του Θριάμβου μας θα συγκλονίσει τους ουρανούς.
Βαδίζουμε μπροστά, βαδίζουμε ενωμένοι.

Σάββατο 5 Μαΐου 2012

Βαθύ Κόκκινο

Συνάντησα μια βουκαμβίλια
στη δύση του ήλιου,
πορφυρό χρώμα σαν πιτσιλιές σε πολύχρωμο πίνακα,

σκαρφάλωνε ψηλά στο γκρι τσιμέντο μιας βουβής πόλης,
στο γκρι της ψυχής μας,
χάιδεψα τ'  άνθη της,
αγκάλιασα τον κορμό της,

της είπα λόγια αγάπης,
στίχους ποιητών, σταγόνες ζωής των ανθρώπων.

Την είδα...ανατρίχιασε,

σπάραξε, ταλαντεύτηκε, τινάχτηκε,
άφησε δυο λουλούδια
και ύστερα
έχωσε βαθιά τ'  αγκάθια της στα χέρια μου.

1995.

Άσπρη σκόνη.




Άσπρη σκόνη,
μαύρα μάτια,
ταξίδι στο άπειρο, πολύχρωμα όνειρα,
καρδιά κομμάτια.

Χαμένος στο διάστημα,
στο σύμπαν γαλαξίας,
αστέρια, πλανήτες, φεγγάρια,
φυγή απ' τον κόσμο της ανίας.

Μαύρο χιόνι,
ίλιγγος θανάτου,
σκληρά βλέφαρα, παγωμένη όψη,
ψυχή εφτάψυχου γάτου!

Πλαστικό κι ατσάλι,
τ' όνειρο κρυμμένο
στη γωνιά και πάλι,
μάγισσα τρελή σ' έχει μαγεμένο.

Είκοσι χρονών,
μακρυά μαλλιά,
χάντρες στ' αυτί, πετράδια στο σώμα
μα αλυσίδα στην καρδιά.

Ζωή με νεκρούς,
γειτονιές με θηλιές, κάμποι πληγές,
η φύση αιμορραγεί, η πλάση βουρκώνει,
μέσ' από σένα σουτάρουν ζωές...

[στα παιδιά που μας άφησαν νωρίς]

Το παράπονο του ήλιου.




Είδα τις τελευταίες του ματιές στο φέγγος της νυχτιάς,
ένοιωσα το παράπονο που ανάβλυσε μέσα από την ψυχή του,
μύρισα την ευωδιά των νυχτολούλουδων που άνοιγαν μονομιάς,
που τον αποχαιρέτησαν,
κι' αισθάνθηκα πνιχτούς λυγμούς σ' εκείνη τη στιγμή του.

Μουρμούρισε λόγια πικρά, λόγια της προδοσίας,
έσφιξε την καρδιά του σαν ένοιωσε φλόγα της μοναξιάς,
περπάτησε στα σύνορα μιας σκοτεινής ανίας
του δειλινού που έρχονταν,
κι ένοιωσε το ζευγάρωμα της νύχτας και της σκιάς.

Ήξερε πως ότι πέρασε δεν πρόκειται να ξαναδεί το φως του,
ήξερε πως έρωτας και πόνος βαδίζουνε μαζί,
ήξερε πως η κραυγή των ζωντανών θα σβήσει στο χαμό του,
πως ότι κι αν ειπώθηκε για πάντα έχει χαθεί,
μαζί μ' αυτό κι ο άνεμος που πέρασε δεν θα ξαναφανεί.

Ένοιωσε το παιχνίδισμα της τελευταίας αχτίδας,
στου πέλαγου το άπειρο, στης ώρας τη σιωπή,
ήξερε πως το σήμερα κι η πρόσκαιρη ελπίδα
που χόρεψε, περίχαρη, στη θέρμη του φωτός,
μαζί του θα εξαφανιστεί στου ονείρου τη κλαγγή.

Μάτωσε και πλημμύρισε τη θάλασσα με σκόνη
που τ' άστρα σκόρπισαν πλατιά στις σκοτεινές γραμμές
ορίζοντα που δάκρυσε γιατ' η ψυχή του μόνη
(βάσκανα, ξόρκια, μαγικά) 
έμεινε να στοχάζεται ασύλληπτες στιγμές.

Κι' όμως, ο νοσηρός παλμός των ποιητών,
μέσα στο λίκνο άγρυπνων, αθάνατων ψυχών,
στου έρωτα τ' αγιάζι, παιχνίδισμα του φεγγαριού,
κάστρο ξεχωριστών υπάρξεων και βωμών,
τού ανάγγειλε πως σύντομα η ανατολή θ' αλλάξει,
στη φλογερή ανάσα του, τη θλίψη των καιρών.

[στον Ιβάν Τουργκένιεβ και τον Ρούντιν]


Τρίτη 1 Μαΐου 2012

ΖΩ!




Ζω την ανάσα του μέλλοντος
που φτερουγίζει στις πύλες του άγνωστου,
στην καρδιά των έφηβων
που άδραξαν τη μυσταγωγία του όνειρου
στην αυλή των θαυμάτων της καθημερινότητας,
στον πρόναο της ελπίδας.

Ζω το θρόισμα των φύλλων
στην κοιλάδα του παρελθόντος,
τον ήχο του νερού που ξεπηδά από την γη
ανθρώπων που στοχάστηκαν
την ύπαρξη της Ύπαρξης,
την ελευθερία
και το πέρας του Άπειρου.

Ζω τη φαντασίωση της πεταλούδας
που τριγυρνά στα αρχαία ερείπια,
φτεροκοπώντας πάνω από αρχέγονα μυστικά,
ψηφιδωτά άγνωστων δημιουργών
που απεικόνισαν την αθανασία του εφήμερου,
τον θρίαμβο πάνω στον χρόνο.

Ζω το περιδέραιο της ματαιοδοξίας
στους τύμβους λαμπρών ονομάτων,
ζω τη λάμψη του χρυσού που στεφάνωσε
τη δίψα για λατρεία, για εξουσία και ισχύ,
τα ψήγματα πολύτιμων μετάλλων
που ανέδειξαν το απλό, το συνηθισμένο
μέσα από τον μόχθο των στρατιών των δημιουργών.

Ζω το γαλάζιο του ελληνικού πελάγους,
το παιχνίδισμα της ανατολής με τα ολόλευκα βότσαλα,
αφουγκράζομαι τη δύναμη του χείμαρρου,
την απειλή της ανεξέλεγκτης δύναμης
που ταξίδεψε να συναντήσει τη θάλασσα.
Ζω τον ύμνο της φύσης, τον ύμνο της φιλίας,
τον ύμνο του έρωτα, τη λατρεία της ζωής.

Ζω και μαθαίνω, ζω και διδάσκω τον τρόπο ζωής.

[σε όλους τους μαθητές που μας συνόδεψαν στην εκδρομή του 2012]

Πέμπτη 26 Απριλίου 2012

Οι Φοιτητές γράφουν ποίηση 2


Λόγια δίχως αύριο
άρχισες πάλι να μιλάς,να λες ωραία λόγια
λόγια που δεν τα άκουγα ούτε στα πρώτα χρόνια
λόγια που στιγματίζανε συναίσθημα και σκέψη
λόγια που αντικατόπτριζαν μονάχα μία λέξη
είπες πως είχες δει πολύ βαθειά μες στην ψυχή μου
ρίγος και αναταραχή σού ‘φερνε η θύμησή μου
χαρά και λύπη και στοργή,συναίσθημα με πάθος
και όμως…τούτα εδώ ξανά μου φαίνονται σα λάθος
λόγια χωρίς αντίκρισμα,λόγια στιγμής,μεγάλα
λόγια που αν σε άφηνα θα ξεστομούσες κι άλλα
εγώ τα νοιώθω όλα αυτά,εσύ όμως νομίζω
τα λόγια που άσπρο βγάζαν φως,πλέον σου μοιάζει γκρίζο
αλήθεια,φως μου,είναι αυτό που νοιώθεις ως το τέλος
αγάπη,έρωτας,χαρά,θυμό,οργή ή μένος
αλήθεια,φως μου,είναι,που λες,να λες αυτό που νοιώθεις
να δοκιμάζεις όρια που αλλιώς δεν τα βιώνεις
αλήθεια,φως μου,είναι,που λες,το να μπορείς να νοιώθεις

Πέμπτη 19 Απριλίου 2012

Σκέψου Ανθρωπάκο!




Σκέψου,
βαριά κουβέντα, δύσκολη λέξη,
με το μυαλό να κοιτάζει μέσα από θαμπωμένα κρύσταλλα
μια εικονική ευημερία, ένα ψεύτικο όνειρο,
σου ζητούν να σκεφτείς, να λογαριάσεις
πως θα παρουσιαστείς φτιασιδωμένος, αποδεκτός
σε μια αγέλη λύκων που καραδοκεί το λάθος βήμα σου!

Σκέψου,
ποτέ δεν το ξανάκανες, βυθισμένος σε μια αυταρέσκεια
μιας ζωής θυσιασμένης στο εφήμερο, στο παροδικό,
στην απόλαυση της στιγμής, στην κενότητα της επιλογής,
στην εικονική λατρεία μιας άθλιας παράδοσης
φτηνού και υστερόβουλου κομματισμού,
επιλογής ηγέτη – ποιμένα για το κοπάδι.

Σκέψου,
ποτέ δεν το επιδίωξες, ποτέ δεν το ήθελες
γιατί απεμπόλησες το δικαίωμα να έχεις άποψη, λόγο.
Επειδή βούτηξες διαδοχικά στο βούρκο της μεγάλης ιδέας,
της καπηλείας της πατρίδας, του εθνικο-χριστιανισμού, του φασισμού.
Γιατί αρνήθηκες την πατρίδα όπως και τον χριστό,
γιατί προσκύνησες το χρώμα του χρήματος, την προσωπική ιδιοτέλεια,
γιατί έκλεισες τα μάτια στο αίμα που πλημμύρισε τον τόπο σου,
γύρισες τη πλάτη στους έντιμους, σ' αυτούς που αντιστάθηκαν,
γιατί ποτέ δεν αναρωτήθηκες γιατί αυτός ο τόπος έχει τόσους ήρωες.

Σκέψου,
ποτέ δε στάθηκες στο ζοφερό μέλλον των παιδιών σου,
ποτέ δεν αναρωτήθηκες – επειδή δεν σκεφτόσουν – για τη θυσία της δημοκρατίας
στον τόπο που ποτέ δεν τη γνώρισε.
Ποτέ δεν κοίταξες στα μάτια τον συνάνθρωπό σου,
επειδή δεν είχες το θάρρος να αντικρίσεις τη δική σου γύμνια,
τον όλεθρο που βασίλευε στη ψυχή σου,
το σκόπελο πάνω στον οποίο οδηγούσες τόσες και τόσες ζωές,
εξασφαλίζοντας την αθλιότητα της δικής σου.

Σκέψου,
θα μπορέσεις ποτέ να μάθεις να σκέφτεσαι,
θα μπορέσεις ποτέ να σταθείς όρθιος,
ν' αγκαλιάσεις τον εχθρό σου,
να αρθρώσεις μια συγγνώμη στα θύματα που σκόρπισε
η αδιαφορία σου.

Σκέψου,
αν μπορείς,
πως αν σκεφτείς θα υπάρξεις,
θα γίνεις αυτόνομος, αυτεξούσιος, αυτόγνωτος.

Σκέψου,
δεν είναι αργά, η ιστορία δε βιάζεται...

(στον Φόβο μπροστά στην Ελευθερία / Ε. Φρομμ)

Τετάρτη 18 Απριλίου 2012

Ανασαίνω




Ακούω το ρυθμό της καρδιάς,
τον παλμό του στήθους,
το χτύπημα στις φλέβες μου.
Ακούω το θρόισμα των μαλλιών
στο χάδι του ανέμου,
της κόρης τη διαστολή
στο φως του φεγγαριού.

Αισθάνομαι  το θαλασσινό μελτέμι
ν’ αγκαλιάζει με θέρμη
την άδεια μου ψυχή.
Το άρωμα του θυμαριού,
το βουητό του σμήνους
των μελισσών,  τον διαρκή
αγώνα για τροφή
στων λουλουδιών τις κορυφές,
στα πέταλα των ρόδων,
νοιώθω  να σιγοπερπατούν
αμέτρητοι στρατοί!

Τη μυρωδιά του γέρικου
ξύλου, του βαπτισμένου
στης θάλασσας τη φοβερή
την άλμη, τη σκληρή
που ανελέητα μαδά
κάθε ίχνος της ζωής
σαρακοτρώγοντας ιστούς, κορμιά
και λαμαρίνες από περήφανα σκαριά
που άντεξαν τους τριγμούς
μιας  άσκοπης πληγής.

Γεύομαι το νέκταρ των χειλιών σου,
το βλέμμα σου το σκοτεινό
στη θλίψη της στιγμής,
το κάθε σου ζευγάρωμα με τη ζωή
ζηλεύω, ελπίζοντας πως θα αφεθείς
ανέμελα ναρθείς,
στα γεγονότα μιας πνοής
που ζει για ν’  ανασαίνει
αυτό που από τα στήθη σου
αθόρυβα σκορπάς
στης άνοιξης το λιόγερμα,
στου θέρους τη καμπή.

Ανασαίνω, αισθάνομαι,
βιώνω και μαθαίνω
να υπομένω  αγόγγυστα
τον πόνο της σιωπής.