Πέμπτη 1 Φεβρουαρίου 2018

ΚΟΚΚΙΝΟ ΦΕΓΓΑΡΙ






(στην Έφη)

το φεγγάρι ολόγιομο έχει κάνει ανταύγειες
κατακόκκινες σπίθες που φωτίζουν χαράδρες,
τους κρατήρες του βάφουν με το χρώμα του ήλιου,
το φεγγάρι ματώνει σε γραμμές βινυλίου,

μοναχό του στο σύμπαν με μητέρα χαμένη,
το φεγγάρι ζευγάρωσε, έπλασε την ειμαρμένη,
κι είναι πρόσφυγας πάντα μέσ’ τ’ ανείπωτο χάος,
το φεγγάρι δακρύζει γιατί είσαι μονάχος.

Γιατί τάχα το δάκρυ δεν στεγνώνει ποτέ,
γιατί πάντα το γεύεσαι αλμυρό ουρανέ;
γιατί τάχα το δάκρυ συνοδεύει φοβέρες,
γιατί τόσες ελπίδες τσακιστήκαν στις ξέρες,

γιατί σ’ αύλακες σπρώχνει τη ζωή να κυλάει,
γιατί  μ’ ώχρα γεμίζει κάθε τι που φιλάει,
γιατί είν’ η παρέα τού αδίστακτου πότη,
γιατί πάντα σε λυγμούς θα ξεσπά η ανθρωπότης;

Συ φεγγάρι έχεις ζώσει της Μήδειας το άρμα,
του Ορφέα θα πλάθεις, θα συντρίβεις το άσμα,
τελευταία εικόνα στη θυσία της κόρης
στο βωμό που το αίμα θα κινεί τον στρατό της,

στις σπηλιές του αδύτου θα καλείς την Αλκήστη
γιατί ο άνδρας δεν θέλει, δεν μπορεί σαν κι εκείνη να γίνει,
στου ανέμου το θρόισμα, στη δροσιά της αυγής
αποσύρεις το στράτευμα που εσύ διοικείς,

συ φεγγάρι με βλέφαρα που χαρίζουν ελπίδες,
θα αστράψεις τις νύχτες των Βακχών τις λεπίδες,
νυχτοβάτες και πλάσματα των αιώνιων μύθων
Λαιστρυγόνες θεριεύεις στις παγίδες των στίχων,

μη φεγγάρι ολόμαυρο, μη ματώνεις ξανά,
τον πλανήτη που βλέπεις το θεριό κυβερνά
σε μανδύα πλεγμένο απ’ του βρέφους το κλάμα,
απ’ το θείο το αίμα, το ιχώρ και το νάμα,

μη γυρίζεις την πλάτη στο κατόπι του ήλιου
θα καείς σα θα νοιώσεις την ανάσα του κύκνου,
με τη Λήδα Διόσκουρους δεν θα δεις να γεννιούνται
μα τον Άβελ και τον Κάιν γιατί  ο χρησμός οδηγεί
μοναχοί να σφαχτούνε,

συ φεγγάρι πανώριο μη μου κλείνεις το μάτι
ήρθε η ώρα πού όλα εγινήκανε στάχτη,
στη σπηλιά μάς ξανάκλεισαν, δεν υπάρχει Κανένας,
το μονόφθαλμο τέρας τη ζωή μας στραγγίζει
στους ιστούς μιας αντένας,

τρέξε, αγκάλιαστο, πιάστο και γοργά φύλαξέ το
το φεγγάρι βαθειά σε μια γλάστρα φύτεψέ το,
γύρω – γύρω με μίσχους από κρίνους στεφάνι
στήριγμά του να βάλεις γιασεμιά, της νυκτός πυροφάνι,

και σαν έρθει η ώρα,
σα προβάλει η αυγή,
μη διστάζεις πια τώρα,
ξανασκάψε τη γη,
με ιδρώτα και πόνο
ξαναφτιάξ’ το φαί σου.
με ιδρώτα και πόνο
ξαναβρές τη ζωή σου,

επειδή στη ζωή μας ετούτη
πάντα φτάνει μια γλάστρα,
τι το θες το φεγγάρι
σαν υπάρχουνε τ’ άστρα….

Δευτέρα 1 Ιανουαρίου 2018

ΧΡΟΝΟΣ










Μέσα στα βάθη τ’ ουρανού
πεντάγραμμο θυμίζουν
καλώδια και σύρματα
π’ ατάραχα βουίζουν,

οι νότες στήνουνε χορό,
σπουργίτια τις ξεσέρνουν
και τα πετροχελίδονα
μ’  ανθούς ροδιάς τις ραίνουν,

πόσες φορές κοιτάξαμε
μέσα απ’ την καμινάδα,
να δούμε άστρα τ’ ουρανού
κι όχι βαριά μουντάδα,

ξαπλώσαμε στο δέντρο μας
π’ από παιδιά στολίζαμε,
και με ματιές αστραφτερές
ευχές του ψιθυρίζαμε

ο νέος χρόνος που θαρθεί
να φέρει να μας δώσει
ό,τι ελπίζαμε πολύ
για της ζωής τη νιότη,

όμως,
ο χρόνος που επέρναγε
μας γέμιζε με πίκρες
(λες και τα χρόνια τα παλιά
μας δίναν μόνο γλύκες)

έτσι κι
ο χρόνος που μας πέρασε
ήρθε σαν δον-Κιχώτης,
καβάλα πάνω σ' άλογο,
μας φάνταζε ιππότης,

είχε στο χέρι του σπαθί,
φόραγε πανοπλία,
ασπίδα κράταγε κυρτή,
στ' άλογο έπινε κρασί,
γέλαγε με μανία,

μας ήρθε στροβιλίζοντας
νιφάδες κι άσπρη σκόνη,
μας έταξε, μας πλάνεψε,
έκρυψε την αγχόνη,

πάνω στην έρημη τη γη
άπλωσε τη σκακιέρα,
μας κάλεσε να παίξουμε,
τάχατες θα κερδίσουμε
(λόγια 'ταν του αγέρα),

τα πλουμιστά του σχέδια
τα άπλωσε μπροστά μας,
μας μέθυσε, μας κοίμισε
με λόγια μας νανούρισε,
χάσαμε τη χαρά μας,

κι εκεί κοντά στ’ αναπαμού,
στου θεριστή το τέλος
μ’ αστροπελέκι και βροντή
φανέρωσε το μένος

αυτό που κρύβουν οι θεοί
σαν βλέπουν τους ανθρώπους
να στάζουν μέλι στην καρδιά,
χαρά σε ξένους τόπους,

σάρωσες πλάνε γητευτή
μέσα σε μία μέρα,
το γέλιο απ’ το στόμα μας
ανάσα απ’τον αγέρα,

έτσι μας έκλεψες κρυφά
μέρες απ’ τη ζωή μας,
μεσ’ το λαγούμι σφάλισες
κομμάτι απ’ την ψυχή μας,

κι όμως,
ένα μονάχα κέρδισες,
μέσα σε τόσο πόνο,
τίποτα πια μην καρτερώ
απ’ τον καινούργιο χρόνο….

χρόνε να ξέρεις νίκησα,
δεν σου κρατώ κακία,
αυτ’  είν’ η μοίρα των θνητών
συνήθης τιμωρία,

Χρόνε δε φοβηθήκαμε
με άρματα σαν ήρθες,
χρόνε δεν σου κρυφτήκαμε
κι ας έστησες παγίδες,

χρόνε,
αυτούς που μας εστέρησες
ξέρουμε δεν θαρθούνε,
πιο εύκολο και σύντομο
μαζί τους να βρεθούμε,

κι εκεί στ’ απείρου τον χορό,
στου σύμπαντος τα βάθη
μόνο εσύ θε να χαθείς
γιατί δεν ξέρεις, δεν θωρείς,
τι είναι η απώλεια,
τι είναι η αγάπη….

Δευτέρα 18 Δεκεμβρίου 2017

ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΣΦΡΑΓΙΖΩ ΓΕΡΑ







Τα μάτια μου σφίγγω κλειστά,
μ' αμπάρες βαριές τα κλειδώνω,
τον κόσμο χαρίζω σε σας
κρατάω για μένα τον πόνο,


τα μάτια σφραγίζω γερά
με κράμα μετάλλου σφαλίζω,
στη ζήση μου είδα πολλά,
με κάνουν διαρκώς να δακρύζω,

πυρίμαχα βάζω υλικά
οι αχτίδες του ήλιου με καίνε,
κρατάω τα μάτια κλειστά
η φρίκη δε φεύγει μου λένε,

ανταύγειες ιριδίζουσας κόρης
σ' ανήλιαγα θάβω στενά,
ναυάγιου ολόφωτης πλώρης
λοστρόμος δεν θάμαι ξανά,

ματόκλαδα στραφταλίζουν χυτά
στα φώτα δεν θα αντιδράσουν,
γοργόνες θρηνούν γοερά
τα θύματά που μέλλει να χάσουν,

κρατάω τα μάτια κλειστά,
το σκότος πια δεν τρομάζει
μ' αίμα σκαρώσαμε δεσμά
αντίκρυ στη γη π' αλλαλιάζει,

τυφλός μεσ' το φως τριγυρνώ,
απάγγειο δεν βρίσκω στον πόνο
κι αν κάτι θωρώ λαμπερό
με λόγια ευθύς το πληγώνω,

τριγύρω ουρλιάζουν σκυλιά,
ανθρώποι κι αυτοί αλυχτούνε,
τα φώτα που ειν' λαμπερά
δεν τους αφήνουν να δούνε,

στο σβέρκο μια χίμαιρα γνέφει
στους άλλους τρανό προσκεφάλι,
καθένας μας βλέπει αυτό
που ο άλλος με βία διατάζει,

στα υπόγεια χάνομαι, σβήνω,
τους κρότους ακούω και πάω
σ' αυτή τη ζωή δεν θα βρω
ποτέ την τροφή που ζητάω.

Κρατάω τα μάτια κλειστά,
τον κόσμο τον έχω ξεχάσει
ακούω φριχτά ουρλιαχτά
η κόλαση μ' έχει ξεράσει,

κρατάω τα μάτια κλειστά
και τότες, σαν έρθει η μέρα,
σ' απόμακρα μαύρα στενά
το φως θα σηκώσω παντιέρα...

Δευτέρα 11 Δεκεμβρίου 2017

Ο μικρός "θεός".





Σε είδα στον δρόμο
φορούσες κοστούμι,
γραβάτα σφιγμένη
αγέρωχη μούρη,


βαθειά υποκλίθηκα,
ευχήθηκα για σένα,
σου είπα δυο λόγια
που πήγαν χαμένα,

η σκέψη σου έτρεχε
σε μπίζνες, κομπίνες,
σε πλάνα που έκανες,
για σπίτια, πισίνες,

καινούργια αμάξια,
ποτά και γυναίκες,
γεμάτη η τσέπη
για νάχεις λακέδες,

ξανά θα ξενύχτησες,
ποτό και τσιγάρο
μαζί και μια τζούρα
να κάνεις τον άγιο,

τριγύρω ουρλιάζαν
φωνές απελπισμένων,
της γης κατακάθια,
σε κόσμο χαμένων,

ορθάνοιχτα μάτια
να στρώσεις παρτίδα,
ξανά να ρεφάρεις,
σαβούρα, φτιασίδια,

έχεις πτυχίο
και τιτλους σπουδών,
την κάνεις λαχείο
δεν έχεις θεό,

βαθειά υποκλίθηκα
στο κάλος της νιότης
που κρύβει τον σάπιο,
βρωμερό εαυτό της,

παντού είσαι πρώτος,
παντού φάτσα μούρη,
αέρα σκορπίζεις
γκανίζεις σα γαίδούρι,

μιλάς και ο ήχος
δεν βγαίνει απ' το στόμα,
μιλά το στομάχι
κι η τσέπη κορόνα,

απόψεις για όλα,
οπαδός της δεκάτης,
να ζήσουμε όλοι
συνθήματα απάτης,

λόγια παρμένα
και κούφιες ιδέες,
φιλελεύθερος είσαι
μα όχι παρέες,

δικαιώματα, ισότης,
παντού ευκαιρίες
μα κρύβεις τις τόσες
κρυφές σου απληστίες,

κλωτσάς τον ζητιάνο,
προσπερνάς το σακάτη,
τον άστεγο βλέπεις,
τον φτύνεις στο μάτι,

γεμίσαμε ξένους
που τρων τα σκυλιά μας,
δεν τρώνε τα βράδια
παϊδια απ' τ' αρνιά μας,

βαθειά υποκλίθηκα
σε είδα ομπρός μου,
σταμάτησ' η ανάσα μου,
εχάθη το φως μου,

τρελό μεγαλείο
στο κόσμο που ζούμε,
αστός δεν θα γίνεις
θα μπεις σε μουσείο

κι εκεί με τις πέτρες,
σε μια κάποια άκρη,
μικροαστούλη θα βλέπεις
να τρέχει σαν δάκρυ

μια άλλη ιστορία,
μια άλλη σαγήνη
που ποτέ δεν σου έδωσε
ο,τι θάθελες να γίνει,

μπροστά σου θα σκύβω,
βαθειά θα σαρκάζω
γιατί στη ζωή μου
ποτέ δεν σου μοιάζω.....




Κυριακή 3 Δεκεμβρίου 2017

Bez bojnik (χωρίς θεό)










Ξέφτισαν φλέβες τ’ ουρανού,
φολιδωτές ανταύγειες,
στ’  άναρχο σύμπαν άριες
ενός μικρού θεού,

μαύρο το πέπλο της αυγής
στο πέλαγο αγκαλιάζει
του Αιγέα το αγιάζι
άσπρα πανιά μετατροπής,
τον γιο που δε θα ξαναδείς,

άσπρο και μαύρο δεν χωρούν
στην πλουμισμένη κόμη
στην αρπαγμένη κόρη
στ’  άδυτο τραγουδούν,

αρχάγγελοι μ’ αστραφτερές
πανώριες πανοπλίες.
αρπάζουνε τις λείες
με πράξεις δολερές,

τ’  ανάκρουσμα του  παγετού
άκομψες ελεγείες
και στείρες ψαλμωδίες
στα ύψη του Ιαπετού,

θολώνει η κρίση των θεών
ο Εγκέλαδος βρυχάται,
ο Όσιρις  λυπάται
το πάθος των φτωχών,

ψηλά ανεμίζει η Τορά,
τ’  άμφια  φτερουγίζουν
τα ερπετά θροΐζουν
ήχους του Γολγοθά,

χιλιάδες αρμενίζουνε
πλασμάτων ξένων τα σκαριά
ο Ουρανός  κοιλοπονά
με πέτρες τον γεμίζουνε,

οι λεγεώνες έρχονται,
φοράνε προσωπίδες,
καλύπτονται μ’ ασπίδες
ο Άρης τους γελά,

μαύρος ο κάματος, βαρύς,
αιώνιο μονοπάτι,
το κάλυψαν μ’  απάτη
σταυρώθηκε η γης,

ολούθε φτερουγίσματα,
ορφάνεψαν οι ουρανοί,
λουφάξαν’ όλοι οι θεοί
στους τάφους για κτερίσματα,

μαρμάρινη η κεφαλή
του δύστυχου Περσέα
ποια δύναμη μοιραία
τη Μέδουσα καλεί;

Άσπρος ο λάκκος ζωντανών
θαμμένων μεσ’ το θάμπος
και στον αχό τους, σάμπως
λύτρωση των νεκρών,
κοινός είναι ο τάφος…

Ο Φοίβος αποσύρθηκε
σ’  απόκρυφο αλώνι
π’  ακρίτας δε σιμώνει,
ο Χάρος δεν νικήθηκε
ποτέ απ’  τη ζωή..

Αρχαίοι κι ύστεροι θεοί
κλειστήκαν σε σφαγεία,
τ’ ανθρώπου ‘γίναν λεία
προσμένουν τη θανή,

χωρίς θεό πολέμησαν
στην Τροία οι Μυρμιδόνες,
χωρίς θεούς στηθήκανε
στον κόσμο οι αγχόνες,
χωρίς θεό εγέμισαν
με άταφα  κουφάρια
του Ρουρ οι πεδιάδες,
στις στέπες στήσαν’ δάδες
για όσους πολεμούν,

για όσους εκληθήκανε
ν’  ανάψουνε λαμπάδες
και να καούν χιλιάδες
να κλείσει η πληγή,

πουν’  οι θεοί, οι άσωτοι
ξόανα ξεχασμένα,
σαρκία ξεσκισμένα,
στο Στάλινγκραντ  γλεντούν,

χιλιάδες έσπειρε νεκρούς
τ’  ανθρώπου η αγέλη,
το φίδι ξαναφάνηκε,
το φίδι ξαποσταίνει
στην πλάτη όλων των θεών,
στην πλάτη των αχρείων
που ξανακάνουνε τη γη
αρένα των θηρίων…

(στη μνήμη C. Malaparte)


Παρασκευή 27 Οκτωβρίου 2017

ΤΙ ΕΙΝΑΙ Η ΖΩΗ


Αποτέλεσμα εικόνας για εικονες ζωη



τι νομίζεις πως είναι η ζωή;
ένα πεδίο μάχης με χιλιάδες θύματα
με χιλιάδες ασύμμετρες απώλειες,
με πόνο γεννιέσαι, με πόνο μεγαλώνεις,
μια κραυγή και μετά ακολουθούν οι άλλες,
πονάς εσύ
πονάει κι αυτή,
στον κόσμο έρχεσαι γονατιστός να περπατάς,
γονατιστός να ζεις, να ανασαίνεις, να βογκάς
στον ήχο χιλίων ταμπούρλων,
κυμβάλων, κιθάρων και τρομπέτων
που δοξάζουν τον Υιό
εσύ βογκάς και κλαις
το ίδιο κι αυτοί,
κι η πλάση όλη αναρωτιέται
τι τάχα να ειναι η ζωή;
δεν μιλάς, κοιτάς το φως κι ελπίζεις
τη θαλπωρή πως θα βρεις
σε μια μοναδική αγκαλιά,
νανούρισμα χαμηλών συχνοτήτων
χαϊδεύει τ' αυτιά σου
να μην ακούσεις τον βρυχηθμό του θηρίου,
τον ήχο χιλίων διαβόλων που σέρνουν χορό,
το τρίξιμο της πόρτας,
την παγωνιά που σκεπάζει την ψυχή,
πονάς εσύ γονατιστός,
πονούν κι αυτοί,
τι νομίζεις πως ειναι η ζωή;
σκυφτός αρχίζεις να ακούς,
ποτέ δεν μιλάς, μιλούν αυτοί,
χάνεσαι στον κόσμο των άπειρων μοναξιών,
βροντές δεν ακούς, κλείνεις τ' αυτιά
να δεις τη σιγή,
να δεις τον λυγμό,
το δάκρυ που κυλά καυτό,
γεννήθηκες με πόνο,
το ίδιο κι αυτοί,
τι τάχα νομίζεις πως ειν' η ζωή;
μεγαλώνεις, αισθάνεσαι την αλλαγή,
το σώμα αλλάζει μα όχι η ψυχή,
ζητάς το έλλογο άτι πλουμιστού ουρανού,
το χλιμίντρισμα ακούς,
τ' ακούν κι αυτοί,
μα είναι τα άλογα της αποκάλυψης
που φρίκη σκορπούν μεσ' τη σπηλιά
που διάλεξες να ζεις,
ηχεία βροντούν, τα κλείστρα οπλίζουν,
θόρυβος γίνεται, μεγάλο θανατικό,
χαμένοι παράδεισοι, όνειρα σάπια,
οπτασίες ολέθρου σ' οδηγούν
σε ψευδαισθήσεις, κάλπικες απολαύσεις,
παλεύεις να δεις,
παλεύεις να βρεις,
το ίδιο παλεύουν κι αυτοί,
τι τάχα νομίζεις πως είναι η ζωή;
μια στιγμή γελάς κι έπειτα κλαις,
το ίδιο κλαίνε κι αυτοί,
σφιγμένοι καρπό με καρπό,
σώμα με σώμα,
ψυχή με ψυχή,
ο όλεθρος θάρθει, ποτέ δεν αργεί,
μαζί ξεπροβάλλει, με σαρκασμό, συντριβή,
διότι γι αλλού ξεκινάς κι αλλού θα βρεθείς,
το χρώμα του νούφαρου ποτέ δεν θα δεις,
στον βράχο η ανεμώνη χλωμή σε θωρεί,
το μαύρο ρόδο σε ψάχνει να δει
αν ξέρεις το χρώμα ή μόνο οσμή,
μαραμένες μαργαρίτες δεν μπορεις πια να μαδάς
ποτέ σου δεν θάβρεις , ποτέ δεν θα δεις
το κονσέρτο των άστρων,
την ουράνια μουσική
απόκληρων αγγέλων,
χαμένων ψυχών,
αυτόχειρων και ποιητών,
τους στίχους μισείς
γιατί δεν ξέρεις να ζεις,
το ίδιο κι αυτοί
κι όλο αναρωτιέστε
τι τάχα να είναι η ζωή;
εγκλωβισμένες υπάρξεις,
εγκιβωτισμένες ελπίδες,
βυθισμένα όνειρα,
αγάπες χαμένες,
καρδιές σπαραγμένες,
τον κόσμο σαρώνουν ουσίες φτιαγμένες
απ' ότι είσαι εσύ,
απ' ότι είναι κι αυτοί
και, διαρκώς, ρωτάτε, τι τάχα να ειν' η ζωή;
ποτέ δεν θα μάθεις τι είναι αυτό
που χαρίζει το φως,
ποτέ δεν θα μάθουν κι αυτοί,
βυθισμένοι στη λήθη
ξεχνούν τη ζωή,
στον κήπο της Κίρκης τα πάντα θα βρεις,
παρθένα όνειρα, ελπίδες στιγμής,
λατρείες παράξενες, οράματα κάθε εποχής,
απληστία και φθόνο,
μίσος κι οργή,
τρυγάς δηλητήρια εικόνας καρπών,
βουτάς σε σύννεφα,
σε λίμνες γαλάζιες,
σε αφρό θαλασσών
στ' απείρου χλιδή
μα λασπωμένος θα βγεις
το ίδιο κι αυτοί
και πάντα θα λέτε
τι τάχατες να είναι αυτή η ζωή;
δεν ζεις, επιβιώνεις,
το ίδιο κι αυτοί
μα ποτέ δεν θα μάθεις τι ειν' η ζωή!