Τετάρτη 14 Ιουνίου 2017

Διαβάτης






δεν έχω πατρίδα, δεν έχω σημαία,
ελπίδα καμία, καμία ιδέα,
στα άστρα γυρίζω με φθόνο το βλέμμα
γιατί μας θάμπωσαν μη δούμε το αίμα,


βραδιάζει στον πλανήτη,
η νύχτα είναι 'δω και είναι βαριά,
το πέπλο της σκεπάζει
ανθρώπινα ουρλιαχτά,


ο ήλιος κρύφτηκε μακριά, του έστησαν καρτέρι
το όπλο που τον κυνηγά γυρίζει χέρι-χέρι,
λειχήνες, μούσκλα, βρύα κάλυψαν ολάκερη τη φύση
ο παγετός τα σκόρπισε, λουλούδι δεν θ' ανθίσει,


ξαναρχινάει απ' την αρχή τ' ανθρώπου η ιστορία
τότε που ζούσε στις σπηλιές, ούρλιαζε κι ακουγότανε
μόνο απ΄ τα θηρία,
σάπιο, ωμό το κρέας ξέσκιζε, το 'τρωγε κι ορκιζότανε
στους ήχους καταιγίδας, στο φως του ήλιου, στη φωτιά
σ' αυτό που είχε αντικριστά, στη θαλπωρή, στη ζεστασιά,
στα δάκρυα που λίμναζαν σε κάμπους και σε βράχια,
το δίποδο ξεχώριζε γιατί λογάριαζε και έφτιαχνε
όπλα από πέτρινα κομμάτια,


κι ύστερα απ' τη Γένεση, στις άγραφες περγαμηνές
του παντογνώστη Πλάστη,
πήρε μολύβι κι έγραψε με πορφυρό μελάνι
στα βέβηλα κατάστιχα, πως "ό,τι θέλει κάνει",


γυρίζει και ξερνοβολά φωτιά, μίσος, κακία,
ανασκαλεύει μνήματα, τρώει τους άταφους νεκρούς,
γυναίκες, άντρες και παιδιά ξεσκίζει με μανία
για να πουλήσει στον Μολώχ τ' ανθρώπινα στοιχεία,


δεν έχω πατρίδα, δεν έχω σημαία,
ο λάκκος που άνοιξε σφυρίζει μοιραία,
δεν βρίσκω άνθρωπο, μαζί ταξιδιώτη
σ' ένα ταξίδι για κάθε "προδότη",


βραδιάζει στον πλανήτη,
η νύχτα είναι 'δω, απλώνει βαριά,
το πέπλο της σκεπάζει
ανθρώπινα ουρλιαχτά,


γιατί τα παιδιά μου να ζουν στο σκοτάδι,
γιατί να μη νοιώσουν τ' ανθρώπινο χάδι,
γιατί της ψυχής μου οι Πύλες ανοίγουν
και μέσα το Ψύχος διαρκώς φυλακίζουν,


γιατί μαύρα σκότη ξανά μας τυλίγουν,
γιατί οι ζωές μας αρχίζουν και λήγουν
εκεί που διαρκώς, κάποιοι άλλοι προστάζουν,
πως άθλιες θα’ναι και αίμα θα στάζουν,


γιατί τόσες έγνοιες τις πλάτες μας βαραίνουν
πως γι αλλού ξεκινάμε κι αλλού μας πηγαίνουν,
γιατί τα ξερόκλαδα να καίνε τα δάση,
γιατί να μη ζούμε,
γιατί να πεθαίνουμε
στη πρώτη, του φεγγαριού τη σχάση,


δεν έχω μητέρα, δεν είμαι κληρονόμος
αυτού που προστάζει ο ανθρώπινος νόμος,
δεν έχω πατέρα, δεν είμαι σατράπης,
στο σύμπαν αγναντεύω, αιώνιος διαβάτης,


κι αν κάποιος σιγά ψιθυρίσει τ' όνομά μου,
αν κάποιος από λάθος γυρίσει σιμά μου,
τα όνειρα πού'χα, τον κόσμο που έπλασα
βαθιά στα όνειρά μου,
αν κι εγώ δεν ορίζω,
κληρονομιά τον χαρίζω,
σ' εσάς τα παιδιά μου.....









Κυριακή 11 Ιουνίου 2017

ραδιοκύματα του ερέβους



γονατιστός σε μια γωνιά, της θλίψης είδα τη σκιά
σε τούτο τον πλανήτη,
το χέρι άπλωνα μπροστά, ζητούσα λόγια αληθινά,
αρνήθηκα τη μοναξιά, ζήταγα μια βοήθεια,
μα όσοι με αντίκριζαν, με χλεύαζαν, μακριά τραβάγαν τα παιδιά,
η αποστροφή  τους, βόλια καυτά, με βάραγε στα στήθια
κι έλεγαν λόγια κάλπικα που φάνταζαν στη νάρκη μου
σα μια νυχτιά ολόκαπνη δίχως αποσπερίτη,


φαντάστηκα πως έκλαιγα στο βάθος ενός βούρκου
που διαρκώς με τράβαγε, με ρούφαγε
έσβηνε μέσα μου, σκληρά, το φως των πεταλούδων,
την αγρυπνία του έρωτα, το πέταγμα αγριοπουλιών,
τον μύθο των παππούδων,
την πρώτη στάλα της αυγής, το νέκταρ της κυψέλης,
του θυμαριού τη μυρωδιά, την όψη της Νεφέλης,


σκαλί-σκαλί ανέβαινα με κόμπους στο λαιμό μου,
απ' του ερέβους τη φωλιά, στα βήματα του Ορφέα,
τρέμοντας μη ξελογιαστώ και πίσω μου γυρίσω,
μη δω την όψη του κακού και ξανανέβω στον αφρό
στη γη να θησαυρίσω,
μη το μυαλό μου ξεβραστεί στα βράχια ενός κόσμου
που λαχταρά και ζει κρυφά μόνο για το "δικό μου",


εκάθησα κατάχαμα, απόρησα και κοίταξα ένα κόσμο,
πόσο μισεί, αδιαφορεί, λαίμαργα τρώει και πετά
στο χωνευτήρι το τρανό,
όπου όλοι θα βρεθούμε,
τις σάρκες του αδύνατου, του άρρωστου τη θαλπωρή,
του ξένου την αβάσταχτη ερημιά, την κολασμένη του ψυχή,
του άνεργου και του φτωχού τη θλίψη που θα δούμε
σαν άγριο αντιφέγγισμα
στο χάος σα βρεθούμε,


σε χαμηλές συχνότητες ψίθυροι μας τσακίζουν,
μας λεν πως μάτια δεν μας έδωσαν το φως για να θωρούμε,
η αδικία κι η κλεψιά, ο φθόνος και το μίσος
είναι τα μόνα θαύματα που στέκουν για να δούμε,
μήτε αυτιά για τις κραυγές που διαρκώς ακούμε,
μήτε στόματα για να ζήσουμε και στοχασμούς να πούμε
παρά μόνο για να στοιβάζουμε
μέσα μας, σκουπίδια όπου βρούμε,


σ' εκείνες τις συχνότητες λαλούνε οι θρησκείες
που ολημερίς δοξάζουνε αυτόν που υπηρετούνε,
εδώ ειν' ο παράδεισος,
αυτό το θείο μέρος,
γι αυτό κι οι αρχιερείς με σάβανα γυρνάνε,
ψοφίμια τρώνε και γλεντούν, τους τάφους δεν κοιτάνε
και τη φωτιά που πονηρά γλύφει τους νέους καταραμένους
λατρεύουν, ψέματα ξερνούν
κι ολότελα το αγνοούν
πως με σαγήνη κι ηδονή τους εαυτούς τους
έστησε στον τοίχο της εκτέλεσης, σφιχτ' αλυσοδεμένους,

ξένος στους ξένους, πρόσφυγας, για πάντα μετανάστης
εκεί που όλα βαλτώνουνε, σαπίζουν, μεταλλάσσονται
οχιές πλημμύρισαν τη γη, πλάσματα που σπαράσσονται,
κι ο ψεύτικος παράδεισος
που αγνοεί ο Πλάστης,
χυμένα απ’ τα δοχεία τους λάβαρα και εικόνες,
λόγια που άναβαν φωτιά, που έδειχναν στην καταχνιά
ο Άνθρωπος βαστά γερά
κόντρα σε παγερούς χειμώνες,
στον οχετό σκορπίσανε, άνθρωποι τα βρωμίσανε
λουλούδια δεν ανθίσανε
κι οι λύκοι στήσανε φωλιές στους τωρινούς αιώνες,

ω πένα, το μελάνι σου κοκκίνισε απ’ το αίμα
λόγια θανάτου γράφονται, αστοί αυτοσαρκάζονται,
χιλιάδες θυσιάζονται,
στα μέλαθρα του Μαμωνά,
λατρεύοντας τον βάκιλο μιας χάρτινης πανώλης,
ω άνθρωπε τη φύση σου παράτησες  για λίγα ακόμη κυβικά,
σερβίτσια πορσελάνινα, χρυσαφικά, παλάτια
και δεν θωρείς που περπατείς δίχως να έχεις μάτια,
ω του θανάτου όργανα, συχνότητες κρυμμένες,
μονοδιάστατα αρμέγετε
ψυχές άδειες, ελεεινές, παντοτινά χαμένες,


συχνότητες του ερέβους,
σας ξέρω, σας συνάντησα,
σας αντιπάλεψα κι εγώ
γνωρίζοντας τον όλεθρο
που βιαστικά ετοιμάζετε, Δεύτερης Παρουσίας,
ποντάρετε στα άλογα, στα έλλογα, στη διαρκή απουσία
μοναδικού κληροδοτήματος,
χαρίσματος, ανθρώπινου ιδιώματος,
πανάρχαιου μας κτήματος,
της ανθρώπινης ουσίας…




Πέμπτη 18 Μαΐου 2017

ΔΑΣΚΑΛΕ











Ήτανε μέρα μεσημέρι
όταν  σηκώθηκ’ ένα χέρι,
δάσκαλε, μου’πε,  ήρθ’ η ώρα
να σε διδάξω εγώ τώρα!

Δάσκαλε  αυτόν εκεί που βλέπεις
που λέει πάντα πόσο τρέχεις,
αυτός  δεν έχει για να φάει,
αυτόν κανείς δεν τον κερνάει,
ο άλλος πέρα στη γωνία,
αυτός που κάνει φασαρία,
είναι γιατί πια δεν αντέχει
γιατί γονείς ποτέ δεν έχει,
κι αυτή, εκείνη στο θρανίο
το βράδυ τρέμει απ’ το κρύο,
και ‘κεινα κει τα δυό αδέλφια
ζούν μοναχά  σε ξένα χέρια
κι αυτού εκεί που δεν μιλάει
ειν’ η καρδιά του που σκιρτάει
γιατί στη γύρα αυτού του χρόνου
μάνα ‘χει σε κρεβάτι πόνου,
και τ’  άλλο το παιδί σιμά σου
τρέμει και χάνετ’ η λαλιά του
και κάθε βράδυ για να φάει
σε κάδους σκουπιδιών πηδάει!
Δάσκαλε πες μου ποιο ναυάγιο
βρήκε μόνο του μουράγιο,
δείξε μου ποια ψυχή χαμένη
δεν ειν’  στο παρελθόν καμένη,
ποιος πόνος, ποιος άγριος αγέρας
δεν κάνει το παιδί σου τέρας,
ποιος τάχατες θε να βρει λύση
όταν η ζωή τον έχει σκίσει,
όταν τον έκανε κομμάτια
παν’ στου Προκρούστη τα κρεβάτια;

Δάσκαλε, βλέπω πως χλωμιάζεις,
βλέπω πως τρέμεις, πως δειλιάζεις,
γιατί εσύ στη βόλεψή σου
ποτέ  δεν είδες  την ψυχή σου,
δάσκαλε δείξε μου και πες μου
τι θα με κάνει να προσέξω
που ειν’ οι αλγόριθμοι της φύσης,
κάθε προβλήματος οι λύσεις,
δάσκαλε μέσα στην καρδιά σου
ξέρεις πως πρέπει στα παιδιά σου
να πεις πως τώρα οι σειρήνες
δεν τραγουδάνε, στήνουν δίνες,
ο Αχιλλέας δεν λυπάται
που ο φίλος του ποδοπατάται,
δάσκαλε πες τους πως το χιόνι
δεν στροβιλίζεται στ’ αλώνι,
οι εποχές πια δεν υπάρχουν,
την Περσεφόνη τη δικάζουν
να μείνει πάντοτε στον Άδη,
ποτέ μη νοιώσει μάνας χάδι!

Δάσκαλε σήκω να διδάξεις
ό,τι δεν σ’άφησαν να πράξεις,
να πεις πως νόημα δεν έχει
το εκκρεμές αν στέκει ή τρέχει,
να πεις της χημείας τα στοιχεία
θα σας βυθίσουν στην ανία,
να πεις γραφή κι ορθογραφία
ποτέ - πουθενά δεν ήταν μία,
να πεις πως μεσ’ την ιστορία
αποκαλύπτεται η κακία,
ενός φαντάσματος  που  σφάζει,
βιάζει, κλέβει και τρομάζει,
να πεις πως ο,τι  μας υψώνει
το’χουνε θάψει  μεσ’ το χιόνι,
να πεις πως πια δεν έχουν ξάρτια
οι Αργοναύτες ζουν στ’ αμπάρια,
δάσκαλε, θάρρος, μη δακρύζεις
δείξε μας πως ν’  αποφασίζεις
τον κόσμο γύρω σου ν’ αρπάξεις,
να τον σκεπάσεις, να τον φυλάξεις
γιατί οι άγριες Μαινάδες
ειν’ τώρα των καιρών κυράδες,
γιατί, ξανά το σύμπαν όλο
στην αδικία ζει, στο δόλο,
στους δρόμους, τώρα πια, ληστεία
είναι τ’  ανθρώπου η απληστία!

Κοίτα τριγύρω και στοχάσου,
τι κουβαλάς εσύ σιμά σου,
τι ειν’  αυτό που θα αφήσεις
σα θα σκορπίσεις μεσ’  τη φύση;
Δάσκαλε σήκω, δίδαξέ μας,
άσε τους νόμους κι έλα πες μας
πες μας τι θέλεις να διδάξεις,
πες τι ανθρώπους θες να φτιάξεις,
πες μας για τούτον τον πλανήτη,
γι αυτόν που τώρα λεν αλήτη,
για τα παιδιά που ζουν στους δρόμους
για τους πολέμους και τους φόνους,
πες μας να ξέρουμ’ από σένα
πως δυό δεν δίνει ένα κι ένα,
πως κάθε άνθρωπος μονάχος
γίνεται λεία κι όχι βράχος,
δάσκαλε κοίταξε την τάξη
και πες αλήθεια τι είναι εντάξει,
πες μας πως ο καημός θα γίνει δόρυ,
πως θα οπλίσει καθ’ αγόρι,
πες μας πως θα’βρει την ελπίδα
κάθε κορίτσι για ασπίδα!

Δάσκαλε ήρθε η σειρά μου,
άκου τα λόγια τα δικά μου,
ό,τι κι αν έρθεις να διδάξεις
τον κόσμο δούλων δε θα φτιάξεις,
στήσου ορθός κι αναλογίσου
αυτό που λέει η λογική σου,
από τα βάθη των αιώνων
λίπασμα γινόμαστε των χρόνων
μα ήρθ’ ο καιρός πια για ν’ ανθίσει
ο σπόρος που έπεσε στη φύση!
Δάσκαλε, άκου καλά και διδαξέ μας,
όσα φοβάσαι φώναξέ μας,
τα χέρια μας κι αν ειν’ δεμένα
και τα μυαλά μας πλανεμένα
στόχος (από χρόνια περασμένα)
να μη γενούμε σαν κι εσένα….














Πέμπτη 20 Απριλίου 2017

ΕΝΑ ΓΡΑΜΜΑ








μου'χες χαρίσει μια αλυσίδα με εκείνο το γράμμα,
ασήμι λυωμένο που φρουρούσαμ' αντάμα,
ένα σκέτο κρεμαστό, της καρδιάς σου το νάμα
που κρατούσα με πάθος μήπως γίνει το θαύμα,


ένα σκέτο φωνήεν, της αλφάβητου γράμμα,
ένα μέταλλο σκέτο που μου έφερνε κλάμα,
φυλαχτό το θωρούσα κι ειχα κάποια ελπίδα
πως αντίκρυζα πάντα ένα φως που δεν είδα,

ένα γράμμα μονάχο, μια καρδιά λυπημένη
γιατί ήξερα πως ο οίκτος τη φαρμάκωνε, ξένη
σ' ότι τότε ποθούσα, σ' ότι τότε με λαχτάρα
είχε γίνει, παράλληλα, της καρδιάς μου κατάρα,

στο βυθό μιας αγνώμονης θλίψης,
μεσ' την άμμο χαμένο, σημείο πως πάντα θα λείψεις,
μοναχός ανεβήκα σκαλοπάτια θλιμένα
γιατί ενοιωσα όσα είχα για πάντα χαμένα,

ένα γράμμα μονάχο, μοναχά ένας ήχος,
του μυαλού μου λαχτάρα, της ζωής μου ο στίχος,
η μοίρα ζήλεψε και το άρπαξε δόλια
την καρδιά μου σαρώσαν τα αμέτρητα βόλια,

μοναχός περπατούσα και ψιθύριζα μόνος
πόσο άδικος είναι της λαχτάρας ο πόνος,
ένα γράμμα μονάχα που 'χε γίνει σημάδι
στου λαιμού μου το τέλος και στο στήθος ασπράδι,

με το γράμμα στο νου μου επεράσανε χρόνια,
μια φτωχή φωτογραφία μου το θύμιζε ακόμα,
ένα γράμμα που χάθηκε στης ζωής την ομίχλη,
ένα γράμμα που πέθανε πριν ακόμα να ζήσει,

είναι εκείνο το γράμμα, αρχικό στ' όνομά σου,
που χαράχτηκε πλέον σε μια πλάκα σιμά σου,
κι εκεί πέρα μονάχη, μεσ' την πλάνη του νόστου,
ένα γράμμα έχει μείνει απ' τον κρυφό θανατό σου....
Ε

ΓΗ ΚΑΙ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ


Εγερτήριο, ο ήχος μιας σάλπιγγας, ξεραμένος, στεγνός, βουβός,
ένα ίδιο πρωινό όπως όλα τ' άλλα,
είσαι έτοιμος για άλλη μια μέρα στο κνούτο,
έγινες μηχάνημα, ρυθμισμένο και προγραμματισμένο
(εσύ πιστεύεις για μεγάλα πράγματα)
εξάρτημα της μηχανής που συνθλίβει ζωές και παράγει,
παράγει διαρκώς το αζήτητο, το άυλο, το άχρωμο,
φοβάσαι, φοβάσαι για τη ζωή σου
όμως η ζωή σου δεν σού ανήκει...


δουλεύεις στο λαβύρινθο της μηχανής του κέρδους,
αποξενωμένος απ' όλα, απ' όλους, απ' τη ζωή σου,
θλιμμένα βλέφαρα πεταρίζουν σε άδεια μάτια,
άλλο ένα βήμα για το τέλος, άλλο ένα βήμα στο μονοπάτι
της ερημιάς της ψυχής, της ανυπαρξίας της ύπαρξης,
σκυφτός, αν και όρθιος, χαμένος αν και με τόσα κέρδη,
ζηλεύεις το μονόπτερο που όλη του η ζωή είναι μια μονάχα μέρα
αλλά γεννιέται, ζει, ζευγαρώνει και πεθαίνει,
το πέρας του χρόνου σε απόλυτη τιμή,
το μυστήριο της φύσης, η φύση της ύπαρξης,
φοβάσαι για τη ζωή σου
όμως αυτή δεν σου ανήκει...

γυρνάς κατάκοπος αλλά ικανοποιημένος σκλάβος,
έφερες σε πέρας το πλατάγισμα των κουπιών της γαλέρας,
ο ρυθμός από τα κίμβαλα αντηχούν ακόμη στ' αυτιά σου,
ρυθμός, ρυθμός, ρυθμός να παράγεις, να τραβήξεις κουπί,
μισείς τους κωπηλάτες αλλά είσαι στο ίδιο σκάφος,
μισείς τον τιμονιέρη αλλά σ' αυτόν στηρίζεις τις ελπίδες σου,
μισείς το σκάφος, τη θάλασσα, κουπιά και άρμενα,
ιστία και σχοινιά, σανίδες και αλυσίδες,
ο θόρυβος του περαματάρη, το κέρμα πάνω στα μάτια σου,
η πληρωμή του,
φοβάσαι για τη ζωή σου
όμως αυτή δεν σου ανήκει...

φοβάσαι να αναστηθείς, να αντιπαλέψεις,
να συντριβείς ή να θριαμβεύσεις,
φοβάσαι τόσο, μα τόσο πολύ, να είσαι ελεύθερος,
έρμαιο και λάφυρο στο κούρσεμα των ζωών,
φοβάσαι να μιλήσεις, να κρίνεις, να αγναντεύσεις
πέρα από το χώμα που σε περιμένει μπροστά σου,
έχεις αναδείξει σε κυρίαρχη λατρεία τον πιο ακραίο αταβισμό,
τρόπος ζωής, όνειρο ζωής,
φοβάσαι για τη ζωή σου
όμως αυτή δεν σου ανήκει...

κάποια σου έδωσε πνοή, σε έβγαλε στον ήλιο,
επιλέγεις το σκότος, την αφάνεια, το θολό τοπίο
μιας τετριμμένης, μισάνθρωπης και ευτελούς ζωής,
επιλέγεις το πλήθος, τον κορεσμό του τέρατος,
το λάβαρο του πεπρωμένου, την αναντιστοιχία της μοίρας,
ζεις αλλα δεν υπάρχεις, γλεντάς, αγοράζεις, πουλιέσαι
στην πιο φτηνή τιμή, ευκαιρία για τον κάθε τυχοδιώκτη,
τον κάθε υπάνθρωπο που διαφεντεύει ζωές,
ψυχοφάρμακα, θεραπείες, εξετάσεις,παλμογράφοι, ακτίνες,
φοβάσαι για τη ζωή σου
όμως αυτή την έχεις ήδη ξεπουλήσει...

κάποτε έφτιαχνες τη δική σου βαλίτσα,
τη φόρτωσες με ελπίδες, ιδέες μεγάλες, αλτρουισμό,
θυσία, αναζήτηση, κρίση, πάθος, ελευθερία,
την έθαψες βαθειά κάτω στα υπόγεια της ζωής σου,
σάπισε το δέρμα, σάπισε και το περιεχόμενο,
δεν την αναζητάς, τη λοιδωρείς άμα τη σκέφτεσαι,
προσγειώθηκες, έγινες άνθρωπος, νομοταγής πολίτης,
οικογενειάρχης, επαγγελματίας, αδίστακτος.
Γη και Ελευθερία, Αγώνας και Λύτρωση, Θυσία,
αυτά σε κρατούν στη ζωή,
αλλά εσύ φοβάσαι για τη ζωή σου
φοβάσαι για κάτι που ποτέ δεν απέκτησες...