Παρασκευή 22 Ιουνίου 2012

Αυτό που με θαμπώνει.





Σηκώσαμε πύργους ψηλούς,
να φτάσουν τους θεούς μας,
πιστέψαμε πως είμαστε μ' αυτούς
στυγνοί συνομιλητές.
Πιστέψαμε πως βρήκαμε το μυστικό του χρόνου,
τη διαρκή νεότητα με κάλπικα στολίδια,
πλανήθηκε η γνώση μας
στου σύμπαντος τα πέρατα,
νομίσαμε πως γίναμε του χάους
κατακτητές.

Φτιάξαμε επαύλεις και ναούς,
λατρεία του προσωρινού, χλιδή της ματαιότητας,
κέντρα αγοράς και πώλησης μιας τιποτένιας μοίρας,
στάδια, δρόμους, μηχανές, αερόπλοια και πλοία,
για να πουλάμε γρήγορα
ανθρώπινες ψυχές.
Λατρέψαμε την απόλαυση μιας πρόσκαιρης στιγμής,
τον ήχο των αμέτρητων, κίβδηλων, αργυρίων,
λατρέψαμε την επωδό ζωής φανταχτερής
και κλάψαμε φιλήδονα
πάρα πολλές στιγμές.


Στα μαυσωλεία νομίσαμε πως βρήκαμε
τρόπους να ξεγελάσουμε το γέλιο του θανάτου
και στο μυαλό σκαρώσαμε
λυτρώσεις μαγικές,
μεταφυσικές οντότητες πλαγιάζουν στα όνειρά μας
για να μας πείσουν πως ξανά θα ζήσουμε
την ίδια τη ζωή.
Στοχάστηκε η ανθρώπινη φυλή, βαθειά,
τα μυστικά της,
κι ήρθε και αποκάλυψε της λήθης τους λωτούς,
ξέχασε την προέλευση, τη φυσική της μοίρα
και 'κτισε μπρος στη θάλασσα,
με άμμο, κιβωτούς.

Όλα αυτά θαμπώσανε το ανθρώπινο το γένος,
φαρμάκι στάξαν μέσα του και μίσος στην καρδιά
για ένα κόσμο που βογγά, που χτύπησαν με μένος,
για να πιστέψουν πως μπορούν να ζουν μοναχικά.

Αυτ' όμως, που θαμπώνει εμέ
και τρώει την ψυχή μου,
είν' αυτού του γέροντα η θλιβερή ζωή,
να ζητιανεύει για ψωμί,
να κόβει απ' τη ζωή μου
όσα δεν μπόρεσα ποτέ να ζήσουμε μαζί.
Είναι του άστεγου η σκεπή,
εκεί κάτω απ' τα σκουπίδια,
του μετανάστη η θολή, αργόσυρτη σιωπή,
του άνθρωπου που αγωνίστηκε
ενάντια στα στολίδια,
του νέου το αιμόφυρτο πρόσωπο
που δηλώνει
πως όλα σας τα μυστικά είναι πάντα τα ίδια,
αυτά που αυτός, αγέρωχος, πάντα θα πολεμά,
ξέροντας πως τ' όνειρο
ελπίζει και ματώνει,
μα πως ποτέ, όσο κι αν θες,
ο τρόμος
δεν σκοτώνει.

Τρίτη 19 Ιουνίου 2012

Οι Άλλοι.




Μαύρα μάτια απ' την ξαγρύπνια,
το βαρύ τσιγάρο και τη νικοτίνη,
τριγυρνούν στα σκοτάδια,
στις όχθες των καναλιών,
το οινόπνευμα ανάλωσε το αίμα
στις φλέβες τους,
είναι οι άλλοι.
Φιγούρες τρεμάμενες στο φως του ήλιου,
σκιρτούν στο πρώτο χαιρέτισμα της νύχτας,
είναι αδέλφια με τη στέρηση,
παιδιά ενός υπόγειου κόσμου.

Μάτια ερεθισμένα από την ένταση,
τη φλόγα της επιθυμίας, της ανατροπής,
σφιχταγκαλιάζουν την ουτοπία,
της δίνονται στην πρώτη της ματιά,
στο πρώτο της φιλί.
Είναι οι άλλοι,
ζουν ζωές αλλόκοτες για τους συμβιβασμένους,
ζωές που φαντάζουν λαβύρινθοι αδιέξοδοι,
επικίνδυνα μονοπάτια
και τρομακτικές αποκλίσεις από τον δρόμο της ανίας.
Το αίμα τους βαπτίζει το βωμό του εγωισμού τους,
ζουν στις ατραπούς των σελίδων
εκατοντάδων βιβλίων,
το τυπωμένο μελάνι ποτίζει το δέρμα τους,
μυρίζουν γράμματα,
ετοιμάζουν την εξέγερση και την άνοιξη,
ζουν για τους άλλους,
είναι οι άλλοι.

Μάτια απελπισμένα από τη κούραση της συνήθειας,
φλογισμένα από την ανθρώπινη απανθρωπιά,
από τη θυσία στο βωμό της ηδονής,
του κέρδους, του Εαυτού.
Αποτραβήχτηκαν σε έρημες πλαγιές
στους ορίζοντες των πόλεων,
στα βράχια της αδιαφορίας,
στην αγκαλιά της φύσης που αιμορραγεί.
Είναι οι άλλοι,
είναι αδιάλλακτοι, ασυμβίβαστοι,
επέλεξαν την έρημο της ύπαρξης
από το χάος του σμήνους,
από το μαύρο μιας ασφάλτου που ισοπέδωσε τη ζωή μας,
ολιγαρκείς, κοινοβιακοί, αλληλέγγυοι
στο θαύμα,
φτιάχνουν τις δικές τους κοινότητες,
παλεύουν με τα κύματα της συγκατάβασης,
της ομοιομορφίας και της ενσωμάτωσης,
παλεύουν με τον εαυτό τους,
είναι οι άλλοι
και γίνονται πολλοί.

Μάτια απόγνωσης, μάτια απορίας,
αναζητούν τον Λόγο στο Παράλογο,
δροσίζονται στους στίχους που πλημμύρισαν το σύμπαν,
βλέπουν με τη δύναμη της τυφλότητας,
τρέφονται με τον αέρα της ελευθερίας,
αναζητούν το άγνωστο σε όλα αυτά που τους έγιναν γνωστά,
βυθίζονται στη λήθη των παραισθησιογόνων
που τους ξύπνησαν,
των χρωμάτων που τους τραγουδούν
τα λόγια που δεν λέγονται, τους ήχους της άρπας των θεών.
Είναι οι άλλοι.
Τα ρούχα τους προδίνουν την αρρώστια τους,
φορούν κουκούλες για να δείξουν τη φωτεινότητα
ενός προσώπου δίχως μάσκα,
ενός προσώπου που φεγγοβολά στην πυρκαγιά του κόσμου.
Είναι οι άλλοι,
είναι παντού.
[Μέσα σ' αυτούς μπορεί να είμαστε κι εμείς].

Σάββατο 9 Ιουνίου 2012

Τα ποιήματα που δεν θα δουν ποτέ το φως του ήλιου.





Τα πι' όμορφα ποιήματα γράφονται στα σκοτάδια
όταν τα μάτια της ψυχής ξεκόβουν απ' τα χάδια
ενός κόσμου φανταχτερού,
κόσμου που σου προσφέρει
την πρόσκαιρη απόλαυση,
τη γνώση της ημέρας,
τον πόθο μιας διάστασης,
την ηδονή, το πέρας
σε μια ζωή που αγκομαχά
βαριά στην ανηφόρα
για να προλάβει και να βρει
ό,τι της λείπει τώρα.

Τα πι' όμορφα ποιήματα ποτέ δεν θ' ακουστούν
γιατί τα χείλη κι η καρδιά τα σφράγισαν προτού
να δουν ανατολή,
προτού να δουν τον ήλιο
που σε θαμπώνει,
σε γελά,
σε ξετρελαίνει μ' ό,τι είναι
πιο εφήμερο, σαν ψεύτικο στολίδι,
μ' ό,τι βαραίνει την καρδιά,
στα χείλη στάζει ξύδι,
μ' ό,τι σε πλάνεψε βαθιά
μέσα στην παραζάλη
νομίζοντας πως σου 'δινε
μια θεϊκή αγκάλη.

Τα πι' όμορφα ποιήματα θα τα 'γραφες για κείνους
που είναι πάντα δίπλα σου, που σου γκρεμίζουν τοίχους,
σκιά της ύπαρξης που νοιώθεις
στη σύγκρουση που άρχισες
στη ζωή που αναλώνεις,
γιατί θα είναι πάντοτε το ίδιο το Εγώ σου,
η ανάσα σου, της αρτηρίας ο παλμός
κι ο μόνος ο σκοπός σου.
Γιατ' είν' αυτοί που έγιναν
ζωή μεσ' τη ζωή σου,
ανάσα στην ανάσα σου,
πνοή μεσ' την πνοή σου.
Γιατ' είν' αυτοί που αδημονούν
να δουν να ανεβαίνεις
στις κλίμακες των ουρανών,
για να σε δουν ν' αστράφτεις,
γιατί σ' αυτούς εστήριξες
τους μύχιούς σου πόθους,
κι' ίσως ποτέ δεν ένιωσες
πως είσ' ο άνθρωπός τους.

Τα πι' όμορφα ποιήματα ποτέ τους δεν θα δούνε
του ήλιου τη φεγγοβολιά,τη μυρωδιά του κρίνου,
γιατ' είν' αυτά που έγραψες
βαθιά μεσ' την καρδιά σου,
με αίμα ανεξίτηλο
γι' αυτούς που'ναι κοντά σου.

[στη Χαρά μου]

Μετανάστης.




Έβλεπες τη γραμμή του ορίζοντα
και σκέφτηκες αν θάν' παντού η ίδια,
αν ο ουρανός κι γη, το φως και το σκοτάδι,
θα σου χαρίζουνε παντού της χώρας σου το χάδι.

Είδες εκεί από ψηλά, πετώντας στον αέρα,
κορφές, λαγκάδια, ρεματιές, λίμνες και βοσκοτόπια,
γονάτισες και έψαξες να βρεις αυτό το πράγμα
που σ' έκανε να σκέφτεσαι με τι ψυχή, ποια δύναμη,
θα έκλεινες το φρέσκο σου το τραύμα.

Έφευγες κι ήξερες καλά, πως ότι κι αν γνωρίσεις,
ότι κι αν έβρεις μακρυά, ότι κι αν σε θαμπώσει,
ένας θα είν' ο στόχος σου στον τόπο να γυρίσεις.
Άκουγες έτσι σιγανά το αίμα να παγώνει,
να σφίγγει τους κροτάφους σου
και να σε μαρμαρώνει.

Έφυγες κι είχες πάντοτε δίπλα για σύντροφό σου,
την πίκρα, την απελπισιά, τη μοναξιά του κόσμου.
Έφυγες και σπατάλησες στου μόχθου τον αγώνα,
τα νιάτα σου, τη θύμηση, τη θαλπωρή του νόστου.
Έφυγες γιατί πίσω σου ήρθε βαρύς χειμώνας,
μας έπιασε ανέτοιμους, μας κύλησε στο χώμα,
μας χώρισε, μας τσάκισε, είδαμε στα στερνά μας,
το άγνωστο και την οργή να παίρνει τα παιδιά μας.

Αυτ' όμως που δεν πρόβλεψε το μένος των θεών,
αυτό που η Μοίρα άφησε να κλείσει το κουτί
μίας Πανδώρας που όριζε τη μοίρα των θνητών,
στον κόσμο όλον έγινε σημαία και ελπίδα
οι Έλληνες να σμίξουνε ξανά μεσ' την αχτίδα
που λούζει, παλεύει,αγωνιά,
χτίζοντας πάντα απ' το μηδέν,
το μέλλον στην πατρίδα.

Γιατί όπου κι αν βρίσκεσαι, ότι κι αν μας ματώνει,
το ξέρουμε όλοι μας καλά πόσο μας γιγαντώνει...



Παρασκευή 8 Ιουνίου 2012

Οι φοιτητές γράφουν:

Ο χορός μας

Μπορεί να μη γεύτηκα ποτέ το φιλί σου
του έρωτά σου το άγγιγμα
η σχέση μας σαν του φεγγαριού και της γης 
τον αέναο χορό,
τόσο δυνατός είναι ο έρωτας μου για σένα!!!
 
jimmyfloyd

Τετάρτη 6 Ιουνίου 2012

Γράφω..




Γράφω με τους λυγμούς μιας πένας
που το μελάνι έπηξε στην άκρη της,
σ’ ένα χαρτί που ρούφηξε αχόρταγα τις τελευταίες στάλες,
όπως το χώμα τις σταγόνες τις φθινοπωρινής βροχής.
Γράφω για το παράπονο ετούτης της ζωής.


Σκαρώνω στίχους, λόγια, προτάσεις και εικόνες,
λημέρια για τα πλάσματα της φαντασίας
που κρύβονται μεσ’ στα σοκάκια των γραμμών,
στη μοναξιά της νύχτας, στην ερημιά των τόπων.
Γράφω για τη σιγή του κόσμου στου άπειρου τη διάσταση,
για την ανθρώπινη στιγμή στο άπειρο του χρόνου,
για της αγάπης τα δεσμά στην πρώτη λησμονιά.

Για τις ψυχές που έγιναν ολόφωτα αστέρια
γιατί διάβηκαν τη ζωή δίχως ν’ αγαπηθούν,
Για τις απλές χαρές που χάθηκαν μέσα στην περατότητα
του ελάχιστου, στο όνειρο μιας σύντομης κραυγής.
Για τον χειμώνα που σφάλισε γερά του άνθους την ακμή.

Γράφω για σένα στις πλαγιές των έρημων αμμόλοφων,
στου ωκεανού την άβυσσο, στου ανέμου την οργή,
γράφω  για την απάνθρωπη σιγή των οριζόντων,
στη θλίψη του φθινόπωρου, στον ήχο της βροντής.

Γράφω γιατί ποτέ κανείς δεν κοίταξε κοντά του
να δει στο μισοσκόταδο του άλλου τους καημούς,
γιατί ποτέ ο άνθρωπος δεν φρόντισε ν΄ αγγίξει,
να δει του συνανθρώπου του τους τύπους του καρφιού.
Γιατί προτίμησα κι εγώ, όπως κι εσύ και όλοι
να πνίξουμε το δάκρυ μας στην άκρη του ματιού…
   

Η Υποψία της Δικαιοσύνης. ( ή η τραγική επικαιρότητα του κ. Ντύρενματτ)


  


     Σε μια εποχή που  «οι βόμβες πέφτουν σαν το χαλάζι» και οι μνήμες του Ολοκαυτώματος  ανακαλούνται άρον – άρον στην ατομική και συλλογική μνήμη μας , σε μια εποχή που επαναπροσδιορίζεται η έννοια της δικαιοσύνης και της ελευθερίας, της εθνικής επιλογής και της πολιτικής της έκφρασης, σε μία εποχή που το ατομικό προβάλλει σαν υπερφίαλο και το διαφορετικό σαν κατάρα, είναι καιρός να δώσουμε προσοχή στο συγγραφέα και να αφουγκρασθούμε αυτούς που ήρθαν μετά για να ζητήσουν συγνώμη από τον άνθρωπο για όσα του έκανε ο άνθρωπος.
     Ο  Friedrich Durrenmatt υπήρξε Ελβετός, το έργο του, όμως χαρακτηρίζεται από το ατελείωτο άγχος  ενός Γερμανού μπροστά στη συνειδητοποίηση του ανθρώπινου παραλογισμού. Ο Χ. Μπέλλ θα μπορούσε να ήταν πνευματικός του πατέρας, αν δεν συνέπιπτε η χρονική περίοδος συγγραφής πολλών έργων τους. Και τους δύο τους είχε συνεπάρει ο φόβος για το μέλλον της ανθρώπινης κοινωνίας. Κανείς δεν υπήρξε αισιόδοξος, απλώς το χιούμορ στη περίπτωση του Ντύρενματ λειτουργεί σαν αμυντικός μηχανισμός στο θέατρο του παραλόγου που είναι η πραγματικότητα.
      Ένας «διαφορετικός» ήρωας είναι ο πρωταγωνιστής του Ντύρενματ, γέρος, καρκινοπαθής, ετοιμοθάνατος. Παρ’ όλα αυτά είναι ήρωας. Γνώστης του αντικειμένου της δουλειάς του, αντικομφορμιστής, απολίτικος με πολιτική άποψη και εραστής των  προβλημάτων που βασανίζουν τα κύτταρα του εγκεφάλου. Πάνω απ’ όλα, όμως, είναι βαθιά ανθρωπιστής. Ο επιθεωρητής Μπέρλοχ έρχεται αντιμέτωπος με τους εγκληματίες  που ζουν ανάμεσά μας. Με ανθρώπους που προσδιορίζουν τις κοινωνικές ελίτ της εποχής μας. Αποκατεστημένοι, πλούσιοι, επιστήμονες, υπεράνω κάθε υποψίας. Έρχεται  σε σύγκρουση και με το «έγκλημα». Ένα διαφορετικό έγκλημα. Αυτό που προσδιορίζεται από την αλαζονεία της δύναμης, από τη στρεβλή
αντίληψη της πραγματικότητας, από την επιβουλή του άλλου επειδή είναι ο άλλος και είναι διαφορετικός. Τέλος, από την υπερβολική πίστη στη δική μου αλήθεια και την προσωπική μου υπεροχή. Ο Μπέρλοχ δεν διώκει τους συνηθισμένους εγκληματίες. Είναι διώκτης της πιο αδυσώπητης, απάνθρωπης έννοιας του εγκλήματος. Αυτής που στηρίζεται σε αρχές ενός άκρατου ατομικισμού, της παντοδυναμίας του Εγώ. Οι αντίπαλοί του ( Γκάστμανν – Εμενμπέργκερ)[1] εκφράζουν τη λογική  της  νιτσεϊκής παντοδυναμίας στις πιο ακραίες της μορφές, με λίγα λόγια, καταλήγουν οριακά στην ηδονή του θανάτου, την υπέρτατη ικανοποίηση του Εγώ που επιβεβαιώνεται από τη εξαφάνιση του άλλου, αυτού που παραπαίει  μέσα στις χαρακτηριστικές, αναπόφευκτες,  ανθρώπινες αδυναμίες.
       Ο Μπελλ, ταυτιζόμενος με την ηρωίδα του ( « Ομαδικό πορτραίτο για μια κυρία») θα την οδηγήσει να αποδεχτεί το διαφορετικό. Στην αρχή θα είναι ο αιχμάλωτος, μετά ο μετανάστης. Σε ένα πλήρη αυτοέλεγχο της ύπαρξης, που φθάνει εντυπωσιακά μέχρι τον πλήρη έλεγχο των  χαρακτηριστικότερων φυσικών αναγκών, θα αυτοαναιρεθεί, μέσα από αυτή, σαν Γερμανός, αποποιούμενος την εγκληματική απανθρωπιά των συμπατριωτών του.
        Ο Ντύρενματ θα αποδειχθεί μάστορας στην ανατομία του διαφορετικού. Από τον ίδιο τον ήρωα του και ως τον δόκτορα Ισαάκ Κόολερ [2]που θα αντιστρατευθεί μόνος του, σε μία παράσταση για ένα ρόλο κόντρα σε οποιαδήποτε κρατούσα λογική, αυτούς που έθιξαν τις πιο βαθιές πτυχές της ύπαρξής του. Από τον περιθωριακό δικηγόρο Σπετ[3], μέχρι τον φρικτά παραμορφωμένο Εβραίο Γκιούλιβερ, το διαφορετικό αποτελεί το οξυγόνο του. Μπαίνει βαθιά στα ρουθούνια του αναγνώστη, κυριεύει τους πνεύμονες και σε μία ανάστροφη πορεία αναβλύζει, όπως το αίμα από τον φθισικό, έχοντας παρασύρει το μικρόβιο της προκατάληψης και της μισαλλοδοξίας. Όμως, η  πέννα του Ντύρενματ συνεχίζει να μας βομβαρδίζει, σοκάροντάς μας, χρησιμοποιώντας το «άλλο» και στη αποκρουστική μορφή του. Τι πιο αποκρουστικό, με μια καθωσπρεπίστικη λογική, από τη σωματική αναπηρία; Μια μορφή της ακολουθεί τον Ντυρενματ στα περισσότερα έργα του. Ο «νάνος» είναι παντού! Ενσαρκώνει, άλλοτε το πνεύμα του κακού, άλλοτε το εργαλείο του εγκλήματος( Δικαιοσύνη – Υποψία) . Η κάθαρση, βέβαια, έρχεται παντού, όχι σαν αποκατάσταση της ισότητας! Αυτή δεν πρόκειται ποτέ να υπάρξει. Ο Ντύρενματ είναι γνώστης της πραγματικότητας, δεν ωραιοποιεί τις καταστάσεις. Η έξοδος θα γίνει από τη πίσω πόρτα. Από εκεί που βγαίνουν οι κομπάρσοι, η πληθώρα των συντελεστών της ανθρώπινης κωμωδίας. Το τέρας με τον άλλο! ΄Ένα ζευγάρι τραγικό που θα ζήσει (;) στη σκιά της ανθρωπότητας.[4]
      Τέλος, σε μία πλήρη αντιστροφή της «λογικής» πραγματικότητας, το παράλογο θα θριαμβεύσει. Πλήρης και ολοκληρωτική επικράτηση, σε πείσμα οποιασδήποτε πολιτικά και κοινωνικά ορθής αντίληψης περί δικαίου και ηθικής. Ο κομφορμισμός και η υπέρτατη ανάγκη για καλοπέραση, η αδιαφορία για το συλλογικό, ο εγωκεντρισμός και η, σε τελευταία ανάλυση, συνειδητοποίηση της φύσης του ανθρώπου, σαν μιας tabula rasa αλλά με ζωικές καταβολές, ρίχνουν επώδυνα την αυλαία[5].
      «Σε τι πιστεύετε, κύριε υπαστυνόμε;», ρωτάει ο σαδιστής γιατρός και πρώην βασανιστής και δολοφόνος εκατοντάδων Εβραίων και άλλων κρατουμένων στα στρατόπεδα συγκέντρωσης του Γ΄Ράϊχ. « Εγώ πιστεύω στην ύλη που είναι δύναμη και μάζα ταυτόχρονα, ένα αφάνταστο σύμπαν … μια ύλη που δεν χρειάζεται κανένα θεό ή ότι άλλο ανακαλύπτει κανείς συμπληρωματικά. Και πιστεύω πως υπάρχω σαν μέρος αυτής της ύλης και .. πως η ύπαρξή μου μού δίνει το δικαίωμα να πράττω αυτό που θέλω!». Ο Μπέρλοχ σιώπησε και αν δεν επενέβαινε ο από μηχανής θεός, για το happy end της υπόθεσης, η σημαντικότερη απάντηση που περιμέναμε από το φιλόσοφο – συγγραφέα θα πήγαινε μαζί του σε άλλη διάσταση ύστερα από την εγχείρηση χωρίς αναισθητικό. Έτσι κι αλλιώς όμως δεν δόθηκε. Τα συμπεράσματα ανήκουν στον καθένα.
      Είναι ώρες – ώρες που αναλογίζομαι τους ανθρώπους στο χειρουργικό τραπέζι του ΄Εμενμπεργκ. Βέβαια το όνομα είναι διαφορετικό, η μέθοδος όμως η ίδια. Χωρίς αναισθητικό και για την εκατομμυριοστή περίπτωση που θα γλιτώσεις η αμοιβή είναι η μεταγωγή σε άλλο στρατόπεδο συγκέντρωσης. Για να πεθάνεις χωρίς φρικτές οδύνες. ΄Η με άλλα λόγια, η καλύτερη ατάκα σε μια ταινία  αμερικάνικης υποκουλτούρας: « αυτή, λοιπόν, είναι η κόλαση;» « Ακόμη δεν είδες τίποτε!!».[6]
      Το άλλο, το διαφορετικό, σήμερα βάλλεται. Καταιγιστικά, ανηλεώς και απάνθρωπα. Σε μία κοινωνία που παραπαίει οι ήρωες του Ντύρενματ φαίνονται ρομαντικοί, απροσάρμοστοι και παράλογοι, Τους απασχολούν τα μεγαλύτερα ερωτήματα της ύπαρξης  και οι απαντήσεις τους πυροβολούν εξ επαφής. Το χειρουργικό τραπέζι των βασανιστών του ναζισμού γνωρίζει μεγάλες δόξες και τα κρεματόρια ξαναγεμίζουν με καμένες σάρκες. Ποια η διαφορά; Ολόκληρη η διπλανή ήπειρος έγινε ένας θάλαμος αερίων, ένα κρεματόριο, ένα χειρουργικό τραπέζι! Στην αποθέωση του Εγώ, στο βωμό της Υπερδύναμης και στη λογική της εξαθλίωσης του αδύνατου γινόμαστε μάρτυρες της ανατροπής του πραγματικού, όπως μας έδειξε ο Ντυρενματ. Ο εξουσιαστής ανοίγει της μαύρες πύλες της ψυχής του και επαγγέλλεται τη Δευτέρα Παρουσία. Τότε που όλοι θα βρεθούμε μπροστά του και θα κριθούμε ανάλογα με το βαθμό της υποταγής μας!
       Θα έρθει όμως, ο καιρός που ο νέος Ντύρενματτ θα έρθει για να αποκαθάρει το ανθρώπινο γένος από τις ασχήμιες των υπανθρώπων. Είτε με το χιούμορ, είτε με την αγχωτική πλοκή του, ο άνθρωπος θα έρθει να αναγνωρίσει και να αποστασιοποιηθεί από το Λεβιάθαν. Γιατί, όπως λέει και ο συγγραφέας,[7] : « .. την οργή του χριστιανισμού μπορεί να την προκαλέσει μόνο η Ανάσταση, γιατί η Σταύρωση δεν είναι σκάνδαλο – ποιος δεν σταυρώθηκε ;»






                                          -----------------------------------------



[1]  « Ο Δικαστής και ο δήμιός του», εκδ. Μεταμεσονύκτιες,1998.
    « Η Υποψία», Ροές, 1988.
[2]  « Δικαιοσύνη», Ροές,1988.
[3]  « Δικαιοσύνη», Ροές,1988.
[4]  « Η Υποψία», Ροές, 1988.
[5]  « Έλληνας ζητά Ελληνίδα», εκδ. Βασιλείου 1998, « Η επίσκεψη της γηραιάς κυρίας», θεατρικό, «Η Υποψία», Ροές, 1988.
[6]  Ταινία « Spawn», 1998. Ο ήρωας πεθαίνει και κατεβαίνει στη κόλαση για να επιστρέψει στη ζωή να πολεμήσει το κακό.
[7] Επίμετρο στο « Ο Δικαστής και ο Δήμιός του», μεταμεσονύκτιες εκδόσεις, σελ. 136.