α μ ύ νο μα ι

αμύνομαι στην επίθεση της καθημερινότητας,
στην πεζότητα και τον ναρκισσισμό της εποχής, αμύνομαι στο ανελέητο κυνηγητό του κέρδους,
στην ηττοπάθεια και την ηλιθιότητα του ανέραστου πλήθους,
αμύνομαι στην άλωση των ψυχών, στην εγκατάλειψη της επανάστασης,
στον φόβο και στο μίσος για τον συνάνθρωπο, αμύνομαι για όλους εσάς που αναλίσκεστε
στην άνευ όρων παράδοση!

Τετάρτη, 12 Οκτωβρίου 2011

N. Postman, Το τελος της παιδικης ηλικιας















          " In general the Fallen Angel is meant to cure us of the itch for absolute knowledge "
 Neil Postman, ' The End of Education ', 1996.








      " Σ' όλο τον  κόσμο υπάρχει μια παθιασμένη αγάπη των παιδιών με τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές. Δούλεψα  με παιδιά και υπολογιστές στην Ασία, την Αμερική και την Αφρική, σε πόλεις, περίχωρα και  φάρμες στη ζούγκλα. Δούλεψα με φτωχά παιδιά και  πλούσια παιδιά, με παιδιά μορφωμένων γονιών και με παιδιά που οι γονείς τους ήταν  από αγράμματες οικογένειες. Αλλά αυτή η διάκριση δεν είχε καμία σημασία. Παντού, με ελάχιστες εξαιρέσεις,  είδα την ίδια λάμψη στο βλέμμα τους, την ίδια επιθυμία να χειραγωγήσουν αυτό  το πράγμα. Και κατά βάθος γνώριζαν ότι αυτό τους ανήκε. Γνώριζαν ότι μπορούν να το χειριστούν και να το ελέγξουν  ευκολότερα από ότι τους γονείς τους. Γνώριζαν ότι είναι η γενιά των υπολογιστών."[1]
         Με  τα λόγια αυτά αρχίζει το βιβλίο του ο Papert  και, κατά τη γνώμη μας, θέτει το "πρόβλημα" της παιδικής ηλικίας όπως θα έπρεπε να είναι. Έτσι, μετατοπίζει τη συζήτηση από το καθαρά θεωρητικό σκέλος της κατασκευής ή μη της έννοιας της "παιδικής ηλικίας" στο, κυρίως, πρόβλημα που είναι η σύγχρονη διάσταση της παιδικής ηλικίας και η σχέση της με την τεχνολογία. Mία διάσταση που εισάγεται από πολλούς στοχαστές και προσδιορίζεται και από τον Postman αλλά κάτω από διαφορετική οπτική γωνιά, ως επίδραση της τεχνολογίας ( στη σημερινή μαζική δημοκρατία) στα παιδιά και στην ασυνείδητη - μάλλον - συμβολή της στην εξαφάνιση αυτού που προσδιορίζεται, παραδοσιακά, ως " παιδική ηλικία ".[2]
      Η θεωρητική συζήτηση που βασικά ξεκίνησε από το κλασσικό, πλέον, βιβλίο του Aries ( 1962 ), έχει προσλάβει τη μορφή χιονοστιβάδας και έχει κατακλύσει το χώρο που ασχολείται με την κοινωνιολογία της παιδικής ηλικίας.[3] Τα προβλήματα που παρουσιάζονται είναι πάρα πολλά, αλλά μπορούμε  να τα αναγάγουμε, ουσιαστικά, σε δύο μεγάλες κατηγορίες που έχουν σχέση με τον τρόπο προσέγγισής τους. Δύο κατηγορίες που οριοθετούν και τη μεθοδολογική προσέγγιση του ζητήματος που ερευνάται.
     Σύμφωνα με τον Qvortrup, η κοινωνιολογία της παιδικής ηλικίας στηρίζεται σε δύο βασικές συνιστώσες. Τη δομική και ατομική προσέγγιση. Σύμφωνα με την άποψή του, η δεύτερη τάση δείχνει να επικρατεί, τουλάχιστον ποσοτικά. Αυτή εστιάζει στις παιδαγωγικές και ανθρωπολογικές αναλύσεις της δράσης του  παιδιού σε αντίθεση με τις μακρο-οριοθετημένες αναλύσεις (οικονομία, πολιτική, γεωγραφία και κοινωνιολογία ).[4] Αυτό που φαίνεται να επικρατεί είναι η μελέτη των παιδιών ως ατομικώς δρώντων. Με αυτόν τον τρόπο ο Qvortrup δεν κάνει τίποτε άλλο από το να επαναφέρει την παλαιά διαμάχη της επιστημολογικής προσέγγισης στο χώρο της παιδικής ηλικίας. Είναι γεγονός, όμως, ότι η διαπίστωση που κάνει είναι αληθινή, παρά τη δική του διαφοροποίηση και την ύπαρξη πολλών, αντίθετων στο ρεύμα, αντιλήψεων.
     Κατά τον Qvartrop, η επιλογή της κατεύθυνσης της παιδικής δράσης ωθεί τους ερευνητές σε "κατασκευαστικές" λογικές και παρανοήσεις που ξεκινούν από την ικανοποίηση που προσφέρει η  επανάπαυση στη σχετικότητα των ερωτήσεων (και απαντήσεων) προς τα παιδιά και τη διαπίστωση, απλά, των ικανοτήτων τους. Η κατασκευαστική λογική της έννοιας της παιδικής ηλικίας εμφανίζεται στο λόγο. Και βέβαια, κατά τη γνώμη του, ως κοινωνική κατασκευή η "παιδική ηλικία" θα εμφανίζεται   κ α ι  στο λόγο. Όχι, όμως, αποκλειστικά σ' αυτόν. Η παιδική ηλικία κατασκευάζεται από ένα σύνολο κοινωνικών δυνάμεων, οικονομικών συμφερόντων, τεχνολογικών προκαθορισμών, πολιτισμικών και άλλων φαινομένων. Όπως επισημαίνει " οι έρευνες που διεξάγονται σήμερα μπορούν να μας πληροφορήσουν για πολλά πράγματα που αφορούν τον ενεργό ρόλο των παιδιών μέσα στην ιστορία και την κοινωνία. Όμως, θα είναι θεμελιώδες λάθος να πιστέψουμε ότι τα παιδιά έχουν αποφασιστική επίδραση στην κοινωνική αλλαγή και, με τον τρόπο αυτό, στην κατασκευή της παιδικής ηλικίας ".[5] Οι κοινωνικές αλλαγές συνέβησαν πάνω από τα κεφάλια και πίσω από τις πλάτες των παιδιών. Μια κοινωνιολογία της παιδικής ηλικίας που αγνοεί τις κοινωνικές δυνάμεις και, αντίθετα, επικεντρώνεται στο πως  μιλάμε  γ ι α  τα παιδιά ή πως αντιδρούν αυτά σε διάφορες καταστάσεις, δεν μπορεί παρά να δει την ερευνητική προσπάθειά της να καταρρέει.


     Σχεδόν στην ίδια λογική κινούνται και οι απόψεις πολλών άλλων κοινωνιολόγων. Η Leena Alanen επιχειρεί μια προσέγγιση της παιδικής ηλικίας μέσα από τα ερμηνευτικά σχήματα των Durkheim, Foucault, Donzelot,[6] Mitchell κ.α. Ουσιαστικά, όμως, ανασυγκροτεί την έννοια της κοινωνικοποίησης  αφού πρώτα την αποδομήσει. Η παιδική ηλικία κατασκευάζεται - και μάλιστα ως κοινωνική τάξη - με μια πρωτόγνωρη λογική που φέρνει το επιχείρημα στα άκρα, πλην όμως αναγνωρίζει άμεσα την δυναμική της κοινωνικής ζωής ως ενός πεδίου κοινωνικών συγκρούσεων και εντάσεων μεταξύ διαφόρων κοινωνικών δυνάμεων.[7]
     Η Diana Gittins προσπαθεί να συμβάλλει στην ερμηνεία της έννοιας της 'παιδικής ηλικίας' και του 'παιδιού'  μέσα από μία λογική που στηρίζεται σε συνδυασμό τριών διαφορετικών προσεγγίσεων. Η πρώτη χρησιμοποιεί την προσέγγιση μέσα από της έννοιες του φύλου, της τάξης,  της εθνικότητας και του έθνους. Η δεύτερη χρησιμοποιεί τις συμβολικές αναπαραστάσεις των 'παιδιών' στη φαντασία και τα κείμενα και η τρίτη, προσπαθεί να απελευθερώσει τις  ιδέες, σκέψεις και αντιλήψεις μας από τις προϊδεάσεις που έχουμε από την προσωπική μας εμπειρία ως παιδιά. Και η προσέγγιση αυτή δεν παραγνωρίζει τον κοινωνικό παράγοντα , απλώς, τον εντάσσει μέσα σε μία λογική που ενώ φαίνεται να αρνείται μια κυρίαρχη θεώρηση, εν τούτοις επιστρέφει σε προηγούμενες θεωρητικές κατασκευές.[8]
    Καταλήγοντας, θα μπορούσαμε να πούμε ότι η προσπάθεια να προσεγγίσουμε την παιδική ηλικία ως κοινωνική κατασκευή εγκυμονεί κινδύνους και μεθοδολογικές δυσκολίες που δεν μπορούμε να αντιπαρέλθουμε με ευκολία. Η πολύπλευρη πρόταση της Gittins ίσως θα ήταν το καλύτερο εργαλείο στην προσπάθειά μας αυτή, αφήνοντας πάντα χώρο για κάθε νέα επιστημολογική και μεθοδολογική πρόταση.




Ο Neil Postman και η παιδική ηλικία.




     Ο Neil Postman επιχειρεί μια δραματική εισαγωγή στο θέμα που επιχειρεί να αναπτύξει και που αποκαλεί "εξαφάνιση της παιδικής ηλικίας". Με τον τρόπο αυτό προσδιορίζει τους παράγοντες που τον οδήγησαν στη διατύπωση της θέσης του. Παιδική εργασία - πορνογραφία - σεξουαλικότητα, εγκληματικότητα των ανηλίκων, τρόπος ενδυμασίας - συμπεριφοράς, παιδικά παιχνίδια και κινήματα για τα δικαιώματα του παιδιού.[9] Όπως προαναφέραμε, αναγνωρίζει ότι  ο Aries  είναι αυτός στον οποίο οφείλεται η τεράστια αυτή ανάπτυξη της φιλολογίας περί παιδικής ηλικίας.
     Η προσπάθεια να οικοδομήσει το επιχείρημά του στηρίζεται σε ιστορικά, ερμηνευτικά σχήματα. Κατά τον Neil Postman, υπάρχει σύγχυση μεταξύ των εννοιών "νέος" και "παιδί". Επιχειρώντας τη δική του ιστορική αναδρομή διαπιστώνει μια σημαντική διαφοροποίηση της έννοιας του παιδιού. Αναφέροντας παραδείγματα από τους αρχαίους κλασσικούς ( Ηρόδοτος, Πλάτων, Πλούταρχος ) καταλήγει στο συμπέρασμα ότι  η έννοια της παιδικής ηλικίας δεν ήταν προσδιορισμένη  κατά την αρχαιότητα.[10] Όμως, αυτό δεν εμπόδιζε τους αρχαίους Έλληνες να αναπτύξουν μια άλλη, σημαντικότατη κατά τον Neil Postman, έννοια. Την έννοια της " εκπαίδευσης ". Κατά την άποψή του, οι Έλληνες ανακάλυψαν και την έννοια του "σχολείου". Βέβαια,  λέει ο  Postman - αναφερόμενος στον 'Πρωταγόρα' του Πλάτωνα - η έννοια της εκπαίδευσης τότε θα ταίριαζε καλύτερα στον όρο " δαρμένα παιδιά " ( De Mause ), όμως, παρ' όλα αυτά οι Έλληνες μας  έδωσαν την πρώτη ιδέα της  παιδικότητας. Δεν είναι αυτοί που ανακάλυψαν την έννοια της 'παιδικής ηλικίας', αλλά ήρθαν τόσο κοντά ώστε, όταν περίπου δύο χιλιάδες χρόνια μετά ανακαλύφθηκε, να  μπορούμε να ξεχωρίσουμε με ευκρίνεια τις ρίζες της.
     Ο Neil Postman προσεγγίζει με ιδιόμορφο τρόπο την έννοια της συντηρητικότητας. Μέσα από αυτή τη δική του οπτική ανοίγει μια σημαντικότατη συζήτηση για το ρόλο της εκπαίδευσης.[11] Όπως αναφέρει ο ίδιος, όλη η συζήτηση για την εξέλιξη της τεχνολογίας οδηγεί σε προφανή συμπεράσματα για την εκπαίδευση. Η αφοσίωσή μας στην τεχνολογία μας τυφλώνει και μας αποκρύπτει  το ζήτημα το οποίο είναι " ο σκοπός της εκπαίδευσης ". Θεωρούμε βελτίωση της εκπαίδευσης την ανάπτυξη της μάθησης τεχνολογιών. Θεωρούμε αναγκαίο να εισάγουμε τους υπολογιστές στην τάξη, όπως κάποτε  θεωρούσαμε αναγκαίο να εισάγουμε την τηλεόραση και τα κλειστά κυκλώματα. Στην ερώτηση "γιατί πρέπει να το κάνουμε αυτό;" απαντάμε πάντοτε : "για να κάνουμε πιο αποτελεσματική και ενδιαφέρουσα τη μάθηση! ". Η απάντηση αυτή, λέει ο Postman, θεωρείται επαρκής, μια και οι φονταμενταλιστές της τεχνολογίας (!) ισχυρίζονται ότι η αποτελεσματικότητα και το ενδιαφέρον δεν χρειάζονται νομιμοποίηση. Όμως, η απάντηση δεν έχει καμία σχέση με το ερώτημα " ποιος είναι ο σκοπός της μάθησης; "[12] Ουδέποτε υπήρξε, συνεχίζει ο Neil Postman, φιλοσοφία της εκπαίδευσης που να μην απαντά στο ερώτημα για το ποιος είναι ο σκοπός της εκπαίδευσης.[13] H τεχνολογία δεν έχει τίποτε να προτάξει ως βαθύτερο σκοπό της εκπαίδευσης των νέων. Έτσι, καταλήγει, αν εξαρτιόταν από αυτόν, θα απαγόρευε στους εκπαιδευτικούς να μιλούν για τις βελτιώσεις της τεχνολογίας μέχρι ότου καταφέρουν να προσφέρουν στην εκπαίδευση την ύψιστη θέση. Μια θέση όπου οι μηχανές δεν υπάρχουν και όπου  οι θεοί  μιας διαφορετικής τάξης θα μιλούν τη γλώσσα τους !
     Η σημασία της εκπαίδευσης είναι πολύ μεγάλη για τον  Postman. Αυτό συμβαίνει επειδή  η εκπαίδευση θωρακίζει τη δική του θεώρηση της κοινωνίας έτσι όπως διασώζεται μέσα από την παράδοση. Μέσα από τη θεώρηση αυτή κτίζεται η διαφορά του ενήλικου από τον ανήλικο και, ουσιαστικά, η έννοια της ' παιδικής ηλικίας '.
     Μια έννοια που χρησιμοποιεί - διιστορικά - ο Neil Postman είναι η έννοια της "ντροπής ".[14] Η έναρξη της χρήσης της οφείλεται στους Ρωμαίους (Quintilianus)  και η εξάπλωσή της στην νεωτερικότητα.[15] Η ικανότητα για εκπαίδευση ( ανάγνωση και γραφή ) μαζί με την έννοια της 'ντροπής' ήταν αυτές που προσδιόριζαν την έννοια της παιδικότητας κατά τους αρχαίους χρόνους. Η εξαφάνιση των στοιχείων αυτών κατά τον Μεσαίωνα και η ανάπτυξη μιας, κατά τον Havelock, craft literacy ( για λίγους προνομιούχους), θα δημιουργήσει  μια κλειστή εγγράμματη τάξη που θα έχει πρόσβαση στα  θεολογικά και πνευματικά μυστικά και , παράλληλα, θα 'εξαφανίσει' την παιδική ηλικία αφού δεν θα υπάρχει τίποτε πλέον να διδαχθεί και να διαιωνίσει, έτσι, τη διαφοροποίηση ενήλικου - ανήλικου. Το διάβασμα θα αντικατασταθεί από τον προφορικό λόγο που θα ενθρονίσει ο Ρουσσώ στην εκπαιδευτική του πολιτική στον 'Αιμίλιο', ως τη μόνη αρμόζουσα στη φυσική κατάσταση του ανηλίκου. Το διάβασμα δημιουργεί τον ενήλικο, λέει ο Postman. Σ' ένα  εγγράμματο κόσμο τα παιδιά πρέπει να γίνουν ενήλικοι. Σ' έναν αγράμματο κόσμο δεν είναι απαραίτητη η διάκριση παιδιού ανηλίκου. Για τον λόγο αυτό κατά τον Μεσαίωνα η  παιδικότητα τελειώνει κατά τον  7ο  χρόνο της ηλικίας του παιδιού. Επειδή είναι ικανό στην ηλικία αυτή να ελέγχει απόλυτα το λόγο του. Είναι : η ηλικία του Λόγου. Δεν είναι απαραίτητη η εκπαίδευση. Η έννοια της παιδικής ανάπτυξης παρουσιάζει μια στασιμότητα από την ηλικία αυτή και μετά.[16] Η τυπογραφία είναι αυτή που θα δημιουργήσει το νέο ενήλικο και θα δώσει τέλος στη 'σύγχυση' των ηλικιών. Όμως πριν αναφερθούμε στην κοσμοϊστορική, κατά τον  Postman, σημασία της τυπογραφίας, ας σταθούμε λίγο ακόμη  στη σημασία της εκπαίδευσης σύμφωνα με τις απόψεις του.
     Ο  Postman φαντάζεται το σχολείο του με διαφορετικό περιεχόμενο και σκοπό, απ' ότι συμβαίνει μέχρι σήμερα.[17] Ο σκοπός του είναι να  περάσει στους νέους  τις  πέντε θεμελιώδεις αφηγήσεις  που θα τους καλλιεργήσουν τη θέληση να συνεχίσουν τη μόρφωση του εαυτού τους. Παράλληλα θα ενισχύσουν το συναίσθημα της 'κοινότητας', της 'προσωπικής ταυτότητας', της ' διάρκειας' και του 'σκοπού'. Οι ξεπεσμένοι θεοί της εποχής μας (!) που δεν είναι άλλοι από  την οικονομική ωφελιμότητα, τον καταναλωτισμό, την τεχνολογία και την Πολυπολιτισμικότητα, πρέπει να εξοντωθούν από τους θεούς που προτείνει αυτός :
1)To ανθρώπινο γένος πρέπει να κατανοήσει ότι είναι υπηρέτης του διαστημόπλοιου που λέγεται γη. Πρέπει να ανακαλύψει τρόπους να δεσμεύσει τους σπουδαστές στη φροντίδα των σχολείων τους, των γειτονιών τους και των πόλεών τους. Για το σκοπό αυτόν, πρέπει να διδαχθούν την αρχαιολογία (φροντίδα για τη γη και συνειδητοποίηση της συνέχειας, της παράδοσης ), την ανθρωπολογία ( συνειδητοποίηση της διαφορετικότητας αλλά και των κοινών μας σημείων ) και την αστρονομία (απαντήσεις για τον άνθρωπο και τον προορισμό του ).[18]
2)Πρέπει να ξεφορτωθούμε τα πανεπιστημιακά βιβλία που δημιουργούν μόνο δογματισμούς αντιπαραθέσεις και μονομερή γνώση. Η διδασκαλία σημαίνει βελτίωση και αυτό θα επιτευχθεί μόνο όταν ο μαθηματικός θα μπορεί να διδάξει τέχνη, ο ειδικός της τέχνης να διδάξει επιστήμη και ο επιστήμων Αγγλικά! Ο Μύθος του Εκπεσώντος Αγγέλου επικεντρώνεται περισσότερο στη μεθοδολογία παρά στο περιεχόμενο. Ο Εκπεσών Άγγελος σημαίνει για μας τη θεραπεία από την αρρώστια της  αναζήτησης  μιας απόλυτης γνώσης.[19]
3) Η αφήγηση του Αμερικάνικου πειράματος. Μέσω αυτού οι νέοι θα διδαχθούν τα επιχειρήματα  για την ελευθερία της έκφρασης, της ανάμειξης των πολιτισμών και των αποτελεσμάτων της τεχνολογίας. Ο πειραματισμός και η επιχειρηματολογία είναι αυτό που κάνει η Αμερική.[20]
4) Η τέταρτη μεγάλη αφήγηση είναι ο Νόμος της Διαφορετικότητας.  Μέσα από τη μελέτη των διαφορετικών γλωσσών, εθίμων, θρησκειών, τεχνών και μουσείων, και
5) Η μελέτη της σχέσης της γλώσσας και της πραγματικότητας. Πως η γλώσσα κατασκευάζει ένα κοσμοείδωλο μέσα από τις μεταφορές, τους ορισμούς και τις ερωτήσεις. Αυτό θα αποτελέσει και τον τελικό στόχο της εκπαιδευτικής διαδικασίας.
     Όπως φαίνεται και από τις παραπάνω θέσεις του Neil Postman, το πρόβλημά του δεν είναι η παιδική ηλικία και ο τρόπος κατασκευής της. Το κύριο σημείο προβληματισμού του είναι η τεχνολογία και ο τρόπος πρόσληψής της στη σύγχρονη κοινωνία. Η καταστροφή της παιδικής ηλικίας είναι μια από τις θέσεις του για να θεμελιώσει ένα συνολικό συντηρητικό επιχείρημα που αναπολεί το Χρυσό Αιώνα μιας θαυμάσιας παράδοσης. Το θεωρητικό του κατασκεύασμα είναι τόσο εύπλαστο ώστε να μπορεί να χρησιμοποιήσει θέσεις από τελείως αντίθετα επιχειρήματα. Από τον Πλάτωνα στον Ρουσσώ, από τους φιλελεύθερους στη συμβολική σχολή και στη διαλεκτική του Διαφωτισμού. Οι θέσεις του αποτελούν συνονθύλευμα των πιο παράδοξων και αντιφατικών αντιλήψεων. Είναι χαρακτηριστική μια διάλεξή του στο Ντένβερ, όπου παρουσιάζει συνοπτικά το επιχείρημά του κατά της τεχνολογικής εξέλιξης.[21] Oι πέντε μεγάλες αφηγήσεις μετατρέπονται σε πέντε θέσεις κατά της τεχνολογικής εξέλιξης:
¨      Κάθε θετική συνεισφορά από μια νέα τεχνολογία στην ανθρωπότητα έχει και κάποια αρνητική λειτουργία,[22] Πάντα πρέπει να θέτουμε το ερώτημα της τεχνολογίας ως εξής : " Τι προσφέρει μια νέα τεχνολογία; - Τι καταστρέφει αυτή η νέα τεχνολογία; "
¨      Τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα της νέας τεχνολογίας δεν κατανέμονται ισότιμα στον πληθυσμό. Κάποιοι κερδίζουν, κάποιοι χάνουν και κάποιοι παραμένουν όπως είναι.[23]
¨      Κάθε τεχνολογία έχει μια φιλοσοφία που είναι έκφραση του πως κάνει - η τεχνολογία αυτή - τον άνθρωπο να χρησιμοποιεί το μυαλό του . Η σκέψη αυτή εντάσσεται ολοκληρωτικά στη λογική του MacLuhan, " The medium is the message ".
¨      Η τεχνολογικές αλλαγές δεν είναι προσθετικές. Είναι οικολογικές. Με την έννοια αυτή υποδηλώνεται ότι η τεχνολογία δεν προσθέτει κάτι νέο στην καθημερινότητα, αλλά μεταβάλλει τα πάντα.[24]
¨      Τέλος, τα media τείνουν να δημιουργήσουν Μύθο. Τα αεροπλάνα, τα αυτοκίνητα, η τηλεόραση, οι ταινίες, οι εφημερίδες δημιουργούν μύθους διότι εμφανίζονται ως χάρισμα της φύσης, ενώ είναι τεχνικά δημιουργήματα παραχθέντα σε συγκεκριμένες πολιτικές και ιστορικές συνθήκες. Ο Ενθουσιασμός για την τεχνολογία θα οδηγήσει σε μια  νέα μορφή ειδωλολατρίας και η πίστη μας στα ευεργετήματά της θα είναι μια απόλυτα ψευδής συνείδηση.[25]
     Η τυπογραφία είναι κεντρικό θέμα και στο έργο του Neil Postman " The Disappearance of the Childhood ".  Χρησιμοποιώντας τις θέσεις των Eisenstein και Anderson, διαπιστώνει ότι η δυνατότητα που πρόσφερε η τυπογραφία να έχουμε τα λόγια και τα έργα κάποιου στοχαστή για π ά ν τ α  κατέστησε την τυπογραφία πρώτη προτεραιότητα στον αγώνα για επιβίωση και  ανέδειξε "εθνικούς" σκοπούς. Ουσιαστικά φτάσαμε στο τέλος του Μεσαίωνα. Οι αλλαγές στην επικοινωνιακή τεχνολογία μεταβάλουν τη δομή των ενδιαφερόντων, αλλάζουν το χαρακτήρα των συμβόλων ( οι σκέψεις τώρα πάνε  μ α ζ ί  με τα πράγματα) και αλλάζουν τη φύση της κοινότητας ( Innis ). Παράλληλα το κείμενο αυτονομείται και εμφανίζεται το " σύνδρομο του  Φρανγκεστάιν ". Η ανακάλυψη του προσωπικού δοκιμίου ( Montaigne ) πυροδοτεί την ανεξέλεγκτη ανάπτυξη του ατομικισμού και την αποθέωση του εαυτού σε βάρος της κοινότητας.[26] Η τάση αυτή μεταφέρεται στον αναγνώστη και καταλύεται η  επικοινωνία που γινόταν πριν μέσα σε  'κοινωνικό' πλαίσιο. Με το τυπωμένο βιβλίο αρχίζει νέα παράδοση. Η παράδοση του μεμονωμένου αναγνώστη και της ατομικής θεώρησης. Το διάβασμα γίνεται αντικοινωνική πράξη. Η ρουσσωική αυτή προσέγγιση του διαβάσματος[27] και τα δεινά που μπορεί να επιφέρει στην κοινότητα στοιχειώνουν τη σκέψη του Postman μέχρι τα σύγχρονα έργα του.[28] O ατομικισμός, μέσα από την τυπογραφία, γίνεται κανονική ψυχολογική συμπεριφορά. Το σημείο αυτό είναι ο ακρογωνιαίος λίθος της θεωρίας του Postman για την  παιδική ηλικία, διότι τώρα, ο κάθε άνθρωπος είναι σημαντικός για τον εαυτό του. Η ζωή του καθενός μετράει και αρχίζει να ξεπερνιέται η ιδέα του αναπόφευκτου της παιδικής θνησιμότητας.[29] Τα πάντα, πλέον, βρίσκονται στα βιβλία. Η μάθηση γίνεται μάθηση από τα βιβλία.  Η ικανότητα για ανάγνωση μπορεί - στην κυριολεξία - να σώσει ακόμη και την ίδια τη ζωή.[30] Δημιουργείται έτσι ο εγγράμματος άνθρωπος. Έρχεται και αφήνει πίσω του τα παιδιά. Η ενηλικίωση πρέπει να κερδηθεί. Οι νέοι θα γίνουν ενήλικες μαθαίνοντας να διαβάζουν. Με τον τρόπο αυτό ο Ευρωπαϊκός πολιτισμός ξανα-ανακαλύπτει τα σχολεία. Η παιδική ηλικία γίνεται  α ν α γ κ α ι ό τ η τ α .
     Ξαφνικά το παιδί γίνεται αντικείμενο σεβασμού, μια ξεχωριστή ύπαρξη με διαφορετική φύση και ανάγκες που προϋποθέτει διαφοροποίηση και προστασία από τον κόσμο των ενηλίκων. Η "διαφοροποίηση" είναι η λέξη κλειδί στην παραπάνω θεώρηση της παιδικής ηλικίας. Η διαφοροποίηση δεν έγινε επειδή αναγνωρίστηκαν οι  διαφορετικές ανάγκες των ανηλίκων. Έγινε αποδεκτό πως είχαν ξεχωριστές ανάγκες επειδή διαφοροποιήθηκαν . Και αυτό γιατί έπρεπε να μάθουν να γράφουν και να διαβάζουν.[31] Ο νέος δεν είναι πλέον μινιατούρα του  ενήλικου. Είναι  Α-μόρφωτος / Αν-εκπαίδευτος ενήλικας. Η παιδική ηλικία προσδιορίζεται πλέον από την παρουσία των σχολείων. Οι τάξεις δεν συγκροτούνται ηλικιακά αλλά ανάλογα με την ικανότητα για ανάγνωση. Η παιδική ηλικία γίνεται, κατά τον Postman,  "κοινωνική" και "πνευματική" κατηγορία.  Οι μεταβολές είναι ραγδαίες. Στην ενδυμασία, στο λόγο, στην τέχνη, στην ονοματοδοσία, στην παιδιατρική και στην παιδική λογοτεχνία. Η παιδική ηλικία γίνεται περιγραφή επιπέδου συμβολικής επίτευξης.[32] Από την νηπιακή ηλικία και τον έλεγχο του λόγου περνάμε στην παιδική ηλικία και την έναρξη της ικανότητας για ανάγνωση.
     Πίσω από όλη αυτή τη συζήτηση βρίσκεται μια ισχυρή μεσαία τάξη που μπορεί να δαπανήσει τον επι-πλέον πλούτο της υπέρ των παιδιών. Η παιδική ηλικία άρχισε, λέει ο Postman, ως ιδέα της μεσαίας τάξης διότι μόνο αυτή μπορούσε να την αντέξει οικονομικά. Η άποψη αυτή τείνει να γίνει αποδεκτή σήμερα, σχεδόν ολοκληρωτικά.[33] Η μεσαία τάξη είναι αυτή που κράτησε ζωντανή την ιδέα της παιδικής ηλικίας.  Ο Διαφωτισμός ωθεί το Κράτος στο να πάρει μέτρα για την προστασία της παιδικής ηλικίας. Ούτε οι Ιησουίτες, ούτε η Εκβιομηχάνιση μπόρεσαν να ανακόψουν την επέκταση των ιδεών του Locke και του Rousseau. Ειδικά οι αντιλήψεις του Ρουσσώ θα δημιουργήσουν μεγάλη παράδοση που καταλήγει στους Froebel, Pestalozzi, Montessori, Piaget, Gessel, A.S. Neil. Η ρουσσωική φυσική κατάσταση και η φυσική αγαθότητα του παιδιού αποκαλύπτουν τις αρετές της αγνότητας, του αυθόρμητου, της χαράς και της σταθερότητας.
     Με την Πάροδο του χρόνου, ανακύπτουν προβλήματα και ερωτήματα. Πως θα ρυθμίσουμε τις απαιτήσεις του πολιτισμού με τις απαιτήσεις της παιδικής φύσης; Η συμβολή των Freud και Dewey κινείται στη λογική αυτή. Ο πρώτος αποστασιοποιείται από τον Ρουσσώ, εν μέρει, και  αναγνωρίζει μια αναμφίβολη 'δομή' στο μυαλό των παιδιών ( σεξουαλικότητα - κόμπλεξ - ενστικτώδεις ψυχικές δυνάμεις ). Για να φτάσουν στην ωριμότητα πρέπει να ξεπεράσουν αυτά τα πάθη.[34]  Το παιδί βρίσκεται σε ένα είδος φυσικής κατάστασης που πρέπει να ληφθεί υπ' όψη, όπως και οι επιδράσεις του οικογενειακού περιβάλλοντος κατά τα πρώτα έτη της ηλικίας του. Ο δεύτερος θεωρεί υψίστης σημασίας την κατεύθυνση  των ψυχικών αναγκών του παιδιού. Πρέπει να κινούμαστε στον άξονα " τι είναι τώρα το παιδί ", όχι στο τι "θα" είναι. Τι χρειάζεται τώρα και τι ανάγκες θα καλύψει τώρα. Μόνο έτσι θα γίνει δημιουργικός συμμέτοχος στην κοινωνία.[35]
      Ο Freud και ο  Dewey  δημιουργούν, κατά τον Postman, το Μοντέρνο Παράδειγμα της Παιδικής Ηλικίας. Είναι αυτό που για λειτουργικούς λόγους αποδέχεται και ο ίδιος και που καθορίζει απόλυτα τις θέσεις του στο ζήτημα της παιδικής ηλικίας. Το παιδί προσδιορίζεται ως μαθητής.  Ένα ον που η ατομικότητά του πρέπει να ενισχυθεί με την ανατροφή, την ικανότητα για αυτοέλεγχο - ικανοποίηση και  λογική σκέψη και του οποίου η γνώση της ζωής πρέπει να είναι  κ ά τ ω  από τον  έ λ ε γ χ ο  του ενηλίκου. Κανείς δεν αμφισβητεί τη διαφορετικότητα του παιδιού και την αναγκαιότητα να γίνει ενήλικας. Όμως η υπεροχή του καλλιεργημένου ενήλικα είναι αυτή που του αποδίδει και την ευθύνη για την ανατροφή του παιδιού.[36] Το νεωτερικό παράδειγμα της παιδικής ηλικίας είναι και το νεωτερικό παράδειγμα του ενηλίκου.
     Έτσι δημιουργήθηκε το στερεότυπο της μοντέρνας οικογένειας. Ακολούθησαν εκατοντάδες νόμοι για τα παιδιά και αναπόφευκτα η παιδική ηλικία μετατρέπεται σε βιολογική κατηγορία και σταματάει να είναι πολιτισμικό προϊόν. Αυτά όλα μέχρι την πυροδότηση της εξέλιξης της τεχνολογίας. Ο  Postman, επιτέλους, εισέρχεται στο κυρίως θέμα του. Η συζήτηση για την κατασκευή  της παιδικής ηλικίας και την εξαφάνισή της του δίνει την ευκαιρία να εξαπολύσει την επίθεση που επιδιώκει με τόσο πάθος κατά της τεχνολογίας και της σύγχρονης μαζικής κοινωνίας.
      Είναι εντυπωσιακή η συλλογή  των επιχειρημάτων που κάνει. Η βασική του  προβληματική εστιάζει στη σημειολογία της εικόνας και τον Barthes. Δεν είναι τυχαίο το ότι χρησιμοποιεί και τις θέσεις του MacLuhan σε σχέση με τον χαρακτήρα της πληροφορίας. Όπως δεν είναι τυχαία και η ανεύρεση στο  κείμενό του ατόφιων τμημάτων της κριτικής που ασκήθηκε από τη Σχολή της Φραγκφούρτης. " Η μαζικά παραγόμενη εικόνα αλλάζει τη φύση της πληροφορίας από 'διαλογική' σε 'μη -διαλογική', από 'προτασιακή' σε 'παροντοκεντρική', από 'ρασιοναλιστική' σε 'συγκινησιακή'. Οι εικόνες δεν αναπαριστούν έννοιες, αλλά πράγματα. Μας ζητούν συναίσθημα, όχι ορθολογικότητα, να αισθανθούμε, όχι να σκεφτούμε". ΄Όχι , απλώς, μεταφορά αλλά σχεδόν ταυτόσημο το κείμενο της Διαλεκτικής του Διαφωτισμού των Horkheimer - Adorno.[37] Ιδιαίτερα η προβληματική της εικόνας μέσα από τη βιομηχανία του κινηματογράφου - τώρα τηλεόρασης. Η
μαζική εικόνα εισήγαγε ένα διαρκές και σταθερό στοιχείο  ανορθολογισμού στο εμπόριο και την πολιτική ( Barthes ). H εικόνα του υποψηφίου είναι πιο σημαντική από το πολιτικό πρόγραμμά του. Η εικόνα του  εμπορεύματος είναι πιο σημαντική από την ωφέλειά του.
     Πως όμως συνδέει την κριτική του στη μαζική κοινωνία με την παιδική ηλικία; Ποια προβληματική τον οδηγεί στην απόρριψη της τεχνολογίας; Γιατί υπάρχει τόσο πάθος κατά της υποψίας αυτονόμησης των ανηλίκων; Γιατί επικεντρώνει τη σκέψη του μόνο στις αρνητικές όψεις της δράσης των  σύγχρονων ανηλίκων;
     Αυτά  είναι τα σημαντικότερα ερωτήματα που πηγάζουν από τον προβληματισμό του Neil Postman. Ο προβληματισμός του  εντοπίζεται βασικά στην αλλαγή του  status  της παιδικής ηλικίας. Η σύγχρονη μαζική δημοκρατία είναι ένας " συμβολικός κόσμος " που  δ ε ν  μπορεί να στηρίξει τις  ι ε ρ α ρ χ ί ε ς  που κάνουν δυνατή τη συγκρότηση της παιδικής ηλικίας.[38] Έμμεσα, όμως, δεν μπορεί να στηρίξει ούτε το όραμα του κ.  Postman, που είναι η επιστροφή ( αν είναι δυνατόν ) στην κοινωνία του 18ου αιώνα και τον κόσμο της ρομαντικής " πληροφόρησης ", όπου υπήρχε σ' αυτή ένας σκοπός : να βοηθήσεις τους συνανθρώπους σου να κάνουν κάτι.[39] Είναι τόσο περιπλεγμένη η επιχειρηματολογία του  και η σταχυολόγηση θεωρητικών επιλογών από άλλα σχήματα ευρύτατου φάσματος ώστε  μπορεί να εμφανιστεί είτε με το μανδύα της ριζοσπαστικής κριτικής της σύγχρονης κοινωνίας[40] είτε με το μανδύα της υπεράσπισης της παραδοσιακής λογικής και κουλτούρας.
    

Η  Τηλεόραση, ο  Postman και τα παιδιά.


     Η  άποψη του  Postman για την τηλεόραση είναι ότι μέσα από αυτή προσδιορίζεται η κοινωνική δομή που θα εξαφανίσει την παιδική ηλικία. Οι λόγοι που συγκροτούν ένα τέτοιο επιχείρημα είναι:
-          Η τηλεόραση μεταλλάσσει την ιδέα πρόσληψης της πληροφορίας ( σε σχέση με τη μορφή στην οποία η πληροφορία είναι  κωδικοποιημένη ). Η κουλτούρα του βιβλίου  και της μάθησης μέσα από αυτό οδήγησε στο διαχωρισμό  των ενηλίκων από τους ανήλικους. Η  ένταξη στην κατηγορία των ενηλίκων είχε μετατεθεί στο 14ο - 16ο  έτος της ηλικίας.
-           Η Τηλεόραση οδηγεί στην κατάρρευση της ιεραρχίας της πληροφορίας.
-          Η εικόνα κυριαρχεί στη συνείδηση και μεταφέρει  τα κριτικά μηνύματα.
-          Η εικόνα αποτελεί ισχυρή, εναλλακτική πρόταση στη γραμμική λογική του τυπωμένου κειμένου.
-          Δεν είναι απαραίτητη η γνώση γραφής - ανάγνωσης
-          Αρκεί η κατανόηση του νοήματος της εικόνας.
-          Η Τηλεόραση δεν απαιτεί δεξιότητες, ούτε δημιουργεί.
-          Η εικόνα μέσα από την τηλεόραση είναι προσβάσιμη στον καθένα.
-          " Τα πάντα είναι για τον καθένα "
-          Είναι εφικτή η παροχή μεγάλου αριθμού "αδιαφοροποίητης" πληροφόρησης που είναι κατανοήσιμη από παιδιά και μεγάλους.
     Η Τηλεόραση είναι αυτή  που καταργεί τη διάκριση παιδιών και ενηλίκων επειδή δεν χρειάζεται εξειδίκευση για την κατανόηση των μορφών της, επειδή δεν έχει  νοητικές ή συμπεριφορικές απαιτήσεις και δεν διαχωρίζει το ακροατήριό της. Όμως, κατά τον  Postman, χ ω ρ ί ς   μυστικά  δ ε ν   μπορεί να υπάρξει παιδική ηλικία.[41] H τηλεόραση  λειτουργεί "around the clock"! Δεν διαχωρίζει το ακροατήριό της. Πρέπει διαρκώς να παρέχει νέες και ενδιαφέρουσες πληροφορίες για  να κρατήσει το κοινό της. Μπορεί και πρέπει να χρησιμοποιεί και να ξεπερνά κάθε taboo που υπάρχει στην κουλτούρα, επειδή χρειάζεται, επειγόντως, υλικό. Δεν είναι μόνο μέσο της εικόνας. Είναι παροντο-κεντρικό μέσο που δημιουργεί ( δεν συλλέγει ) και διοχετεύει πληροφορίες με ταχύτητα φωτός. Είναι ο δημιουργός του "ψευδογεγονότος" (simulacra).[42] Ανοίγει μυστικά, κάνει δημόσιο αυτό που πριν ήταν ιδιωτικό. Έτσι, το παιδί γίνεται ευάλωτο σε ότι δείχνει η τηλεόραση. Παράλληλα ελαττώνεται η αποκλειστικότητα της παγκόσμιας γνώσης και αυτό που συντηρεί τη διαφορά παιδικής ηλικίας και ενηλίκων. Χάνεται η αθωότητα της παιδικής ηλικίας. Εξαφανίζεται η έννοια της 'ντροπής΄ και με τον τρόπο αυτό το στοιχείο που αποκρύψαμε παύει πλέον να είναι μυστηριώδες, άρα δεν το ελέγχουμε πλέον.[43] Υποβαθμίζεται η σημασία των τρόπων, καλλιεργείται ο σκεπτικισμός και η αδιαφορία, ο καταναλωτισμός και η ευτυχία του να αγοράζεις πράγματα. Τα παιδιά ε ξ ο σ τ ρ α κ ί ζ ο ν τ α ι από τον κήπο της παιδικότητας γιατί αποκτούν πρόσβαση  στον απαγορευμένο καρπό της πληροφόρησης των ενηλίκων  για ζητήματα που αφορούν τους ενήλικους.[44]
                                     Ενήλικας   -  Παιδί                                        Γή   
 
Γήρας
 
Νήπιο                                                                     
 
     Η Τηλεόραση καταλύει την παραδοσιακή έννοια της παιδικής ηλικίας[45]. Δημιουργεί ένα καινούργιο ηλικιακό περιβάλλον που προσδιορίζεται από μια πολύ μεγάλη περίοδο Ενηλικότητας που χαρακτηρίζει το σύγχρονο άνθρωπο  που είναι ο Ενήλικας - Παιδί.[46]

     Ο  Postman συνεχίζει με τη δική του διαλεκτική του διαφωτισμού, επαναφέροντας στη συζήτηση θέματα που συναντώνται στην πολιτική σκέψη από τις αρχές του αιώνα. Η κριτική της ομοιομορφίας των TV News Shows, η αδυναμία να σκεφτείς και να αισθανθείς ένα γεγονός, η είσοδος της διαφήμισης, η κυριαρχία των "ειδώλων" παραπέμπουν στη λογική των συμβόλων και της ρητορικής μιας θρησκείας. Η Έκσταση είναι ο χώρος όπου συναντάς τη Θεότητα, δηλαδή την Τεχνολογία. Η Θεολογία της εμπορικής τηλεόρασης είναι άμεσα κατανοήσιμη από τα παιδιά. Ο Θρίαμβος των show business. Οι business στην τηλεόραση είναι να "δείξουμε", να κάνουμε φανερό οτιδήποτε. Αυτός είναι και ο κύριος λόγος που εξαφανίζεται η παιδική ηλικία.
    Η αντίθεση στη σύγχρονη αντίληψη της παιδικής ηλικίας δεν είναι προνόμιο του  Postman. Σύμφωνα με τον David Buckingham, υπάρχει μια συγκροτημένη συνολική κριτική της σύγχρονης μαζικής θεώρησης της παιδικής ηλικίας που συγκροτείται μέσα από το έργο τεσσάρων, κυρίως, στοχαστών.  Οι Neil Postman, Joshua Meyrowitz, Barry Sanders και οι Shirley Steinberg - Joe Kincheloe είναι αυτοί που στέκονται στα αρνητικά σημεία της σύγχρονης πραγματικότητας. [47]Η θέση του Neil Postman αναπτύχθηκε προηγουμένως. Κατά τον David Buckingham πίσω από τις απόψεις του αχνοφαίνεται ένα είδος ηθικού συντηρητισμού. Ο Meyrowitz,[48] επίσης, σχεδόν ταυτίζεται με τη λογική του  Postman και ισχυρίζεται ότι  "το παιδί" και  η "παιδική ψυχολογία" είναι κοινωνικές κατασκευές που αντανακλούν συγκεκριμένες  πολιτισμικές αξίες. [49] Δεν είναι απλά το ότι η τηλεόραση αποκαλύπτει τα μυστικά, αλλά αποκαλύπτει και το "μυστικό των μυστικών" αφήνοντας έκθετους τους ενήλικους. Ο Sanders επικροτεί το επιχείρημα του  Postman περί διαδικασίας μόρφωσης και αποδέχεται την άποψη περί της τηλεόρασης ως κυρίας πηγής της βίας των ανηλίκων[50]. Δεν προσβάλλει μόνο τον γραπτό λόγο αλλά και τον προφορικό. Τα σχολεία πρέπει να αναθεωρήσουν τις αρχές τους και να επαναπροσδιορίσουν το ρόλο της εκπαίδευσης που κατάντησε εμπόρευμα.[51] Τέλος, οι Steinberg - Kincheloe, με θεωρητική βάση την κριτική θεωρία της Σχολής της  Φραγκφούρτης, παραδέχονται την μετάλλαξη της έννοιας της παιδικής ηλικίας μέσα από τη αυξανόμενη δυνατότητα των παιδιών να φτάσουν τη λαϊκή κουλτούρα, ιδίως στο τέλος του 20ου αιώνα. Η προσέγγισή τους γίνεται μέσα από το πλαίσιο της ιδεολογίας και της κατασκευής μιας κυρίαρχης ψευδούς συνείδησης.
     Οι παραπάνω στοχαστές, αν και προέρχονται από διαφορετικές σχολές εστιάζουν σε κοινά σημεία, κυρίως στη μορφή της σύγχρονης μαζικής δημοκρατίας, των μέσων μαζικής ενημέρωσης και του ρόλου της τηλεόρασης. Από την άλλη υπάρχει και ο αντίλογος που κατά τον David Buckingham στηρίζεται στους Don Τapscott, Seymour Papert, John Katz  και Douglas Rushkoff .[52] Η πλευρά αυτή θεωρεί, κατ' αρχάς, θετική την εξέλιξη της σύγχρονης εποχής και εντάσσει στη λογική αυτή μια σειρά από επιχειρήματα που έχουν σαν αποκορύφωμα το θετικό, εξισωτικό και ενημερωτικό - δημοκρατικό ρόλο των  μέσων μαζικής ενημέρωσης. Το internet ισχυρίζεται ο Tapcott είναι δημιούργημα των δυνάμεων της αγοράς αλλά προσφέρει αφάνταστες ευκαιρίες στους χρήστες του και είναι βαθειά δημοκρατικό. Ο Papert βλέπει στην αυξημένη ικανότητα και οικειότητα των παιδιών με τους υπολογιστές μια αντιπαλότητα προς τους γονείς και τους καθηγητές τους που δεν μπορούν να τους μιμηθούν. Αυτό αποτελεί ένα επιπλέον λόγο χειραφέτησης των ανηλίκων, δημιουργίας νέων κοινοτήτων μέσα από τα δια-δίκτυα και, κυρίως, μια ανυπέρβλητη πηγή γνώσης.[53] Στο ίδιο σημείο επικεντρώνεται και ο Rushkoff  προσδιορίζοντας τη  σύγχρονη κατάσταση ως μια διαμάχη μεταξύ "screenagers" και  "boomers". Είναι οι νέοι που είναι πλέον το κλειδί για την κοινωνική εξέλιξη. Χαρακτηριστικό τους είναι η ενεργή συμμετοχή αντί του "γραμμικού" προγραμματισμού. Τα media είναι οι συνεργάτες μας στη πολιτισμική εξέλιξη και η τεχνολογία αντανακλά, με επιτυχία, τις επιθυμίες και τις προτεραιότητες της καθημερινής μας ζωής. Είναι πιο δημοκρατικά και  κοινωνικά υπεύθυνα. Είναι ο θρίαμβος του δημοκρατικού αναρχισμού σαν επιστέγασμα του φιλελευθερισμού της ελεύθερης αγοράς !.

H  τηλεόραση και το παιχνίδι.

     O ηθικός πανικός  της τελευταίας δεκαετίας υπολανθάνει στους κεντρικούς άξονες των επιχειρημάτων στοχαστών, όπως της πρώτης παραπάνω αναφερόμενης ομάδας,  με επίκεντρο τις απόψεις του Postman.  Όμως, η εικόνα που έχουν οι ενήλικες για το παιδί δεν ανταποκρίνεται απόλυτα στην πραγματικότητα. Είναι κατασκευασμένη με βάση εικόνες που παραπέμπουν στη 'χρυσή' και 'αγγελική' περίοδο της παιδικής φύσης. Εικόνες που δημιουργήθηκαν από "επαγγελματίες".[54] Με τη λογική αυτή ο  ρόλος των μέσων μαζικής ενημέρωσης, η μοντέρνα τεχνολογία, η εξαφάνιση της 'ντροπής' ή των 'τρόπων', η ελαχιστοποίηση της αυθεντίας του ενήλικου, η νέα μορφή της επικοινωνίας, η μετάβαση από τον αιώνα της διασάφησης και της έκθεσης στον αιώνα των show business, η μετάβαση σε ένα νέο κόσμο της πληροφορίας και της διαδικασίας κοινωνικοποίησης, η κατάργηση των διακρίσεων, η έκρηξη της επικοινωνίας μέσα από ηλεκτρονικά μηχανήματα, το θάμπωμα των δύο διαφορετικών κόσμων ( ανηλίκων και ενηλίκων ) δεν κάνουν τίποτε άλλο παρά να αποδιαρθρώνουν την κοινωνία και να οδηγούν στο θρίαμβο της τηλεοπτικής παρακμής. Και όλα αυτά διότι κατέρρευσε η διάκριση μεταξύ ενηλίκων και ανηλίκων.
     Στη μετωπική επίθεση κατά της τεχνολογίας υπάρχουν αντεπιχειρήματα. Πολλά αναφέρονται στο έργο της δεύτερης ομάδας στοχαστών που αναλαμβάνουν, κατά κάποιο τρόπο τον συνήγορο του διαβόλου! Όμως, υπάρχει και μια άλλη παράμετρος του επιχειρήματος που αναφέρεται στο ρόλο του παιχνιδιού και τη μετάλλαξή του μέσα από τα ηλεκτρονικά δεδομένα.
     Το παιχνίδι κατευθύνει το  παιδί να είναι παιδί. Συντελεί στην παραγωγή της παιδικότητας στη σημερινή μας κοινωνία. Το παιχνίδι σαν μέσο είναι μια υποστήριξη των σημασιοδοτήσεων που έχουν δημιουργήσει οι ενήλικες για τα παιδιά. Είναι ένα πολιτισμικό προϊόν - και αυτό δεν πρέπει να το ξεχνάμε ποτέ - , ένα αντικείμενο που μεταφέρει σημασίες. Η σχέση του παιχνιδιού και του προσλαμβάνοντος ( παιδί ), κατά τον Gilles Brougere λειτουργεί σύμφωνα με το παρακάτω σχήμα [55]:
                          Αναπαράσταση  (φανταστικό ή πραγματικό)

            Προσλαμβάνων                                 Λειτουργία (παιχνίδι)
     Αυτό που προσδιορίζει σε τελευταία ανάλυση κάθε παιχνίδι είναι τι αναπαριστά. Υποστηρίζει καινούργιες λειτουργικότητες που  μπορούν να οδηγήσουν στη μετατροπή του αντικειμένου. Χειραγωγημένο από τους γονείς και τα παιδιά, βασικά, επιδιώκει να αναπαραγάγει τις δοσμένες κοινωνικές συνθήκες. Κατασκευάζει τη 'νόμιμη' εικόνα του παιδιού και τις χειραγωγήσεις που μπορεί να κάνει στο πλαίσιο του παιχνιδιού. Αναπαράγει, επίσης, το περιβάλλον (Habitat) όπου ζει το παιδί. Με τη λογική αυτή, όπως θα δούμε παρακάτω, τα "τερατώδη" παιχνίδια αναπαράγουν τις δεδομένες πολιτισμικές και κοινωνικές - επομένως - συνθήκες. Σχηματίζουν τη νέα κουλτούρα των παιδιών. Μια κουλτούρα που τείνει να γίνει παγκόσμια.[56]
      Από την άλλη ο Piaget χαρακτηρίζει το συμβολικό παιχνίδι ως το απόγειο του  παιδικού παιχνιδιού. Ανταποκρίνεται, περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, στη βασική λειτουργία που εκπληρώνει το παιχνίδι στη ζωή του  παιδιού,
" ( το παιδί ) υποχρεωμένο αδιάκοπα να προσαρμόζεται σε ένα κοινωνικό κόσμο των ενηλίκων, που τα ενδιαφέροντά τους και οι κανόνες τους είναι έξω από τον δικό του κόσμο, και σε ένα φυσικό κόσμο που δεν τον καταλαβαίνει ακόμη καλά[57], το παιδί δεν καταφέρνει, όπως οι ενήλικες, να ικανοποιήσει τις συναισθηματικές και τις πνευματικές ανάγκες του Εγώ του σ' αυτές τις προσαρμογές που για τους ενηλίκους είναι λίγο πολύ τέλειες, αλλά που για το παιδί όσο μικρότερο είναι τόσο ατελέστερες παραμένουν. Είναι λοιπόν απαραίτητο να διαθέτει ένα τομέα δραστηριότητας μέσα στον οποίο να μην είναι υποχρεωμένο να προσαρμοστεί στο πραγματικό, αλλά αντίθετα να μπορεί να αφομοιώσει το πραγματικό με το Εγώ, χωρίς εναντιώσεις και κυρώσεις. Τέτοιος τομέας είναι το παιχνίδι που  μεταμορφώνει το πραγματικό με καθαρή αφομοίωση με τις ανάγκες του Εγώ, ενώ η μίμηση είναι λίγο -πολύ καθαρή προσαρμογή στα εξωτερικά πρότυπα και η νοημοσύνη είναι ισορροπία ανάμεσα στην αφομοίωση και την προσαρμογή. " [58]
     Ο Piaget διακρίνει τέσσερις ουσιαστικά  κατηγορίες παιχνιδιών. Την αισθησεο-κινητική, τη συμβολική , την κατηγορία με κανόνες και την κατηγορία με κατασκευές. Η συμβολική - λειτουργική σημασία του παιχνιδιού αναγνωρίστηκε πρώτα από τον  Karl Groos.[59]  Αυτός διαπίστωσε την ουσιαστική λειτουργική σημασία του και προχώρησε στη θεώρησή του ως προπαρασκευή για τις μελλοντικές δραστηριότητες του ατόμου. Ο Piaget, αναγνωρίζει εν μέρει τη σημασία της διαπίστωσης αυτής, αλλά δεν αποδέχεται τα καταληκτικά συμπεράσματά της. Παρ' όλα αυτά θα τη συναντήσουμε ξανά στη νεώτερη διαμάχη για το ρόλο και τη σημασία των ηλεκτρονικών παιχνιδιών που τείνουν να υποκαταστήσουν ακόμη και αυτή τη σημασία της τηλεόρασης στην κοινωνικοποίηση των παιδιών.
     Κατ' αρχάς πρέπει να διευκρινήσουμε ότι  το μήνυμα που δέχεται το παιδί από την τηλεόραση και από το παιχνίδι στην οθόνη δεν περιορίζεται, πλέον, στην επαφή του με το μέσο. Η βιομηχανία των παιχνιδιών έχει, εδώ και πολύ καιρό, προετοιμαστεί έτσι ώστε να επεκτείνει τη σχέση της με το παιδί και πέραν του φιλμ ή του ηλεκτρονικού παιχνιδιού.[60] Παιχνίδια, έντυπα, είδη καθημερινής χρήσης, σχολικά είδη, ρούχα, καλλυντικά και πάρα πολλά άλλα αντικείμενα, σχετιζόμενα με το παιχνίδι, διοχετεύονται στο εμπόριο σε σημείο να μη μπορούμε να αναγνωρίσουμε πια αυτό που ήταν ξεκάθαρο κάποτε. Η ταινία και το ηλεκτρονικό παιχνίδι προηγούνται ή τα εμπορικά προϊόντα - για καλύτερο marketing - ωθούνται στη δημιουργία ταινιών και ηλεκτρονικών παιχνιδιών ; [61]
     Η κριτική των παιχνιδιών  αυτών στηρίζεται στην υπερβολική βία. Μια βία που, όμως, δεν είναι απαραίτητα καινούργιο φαινόμενο. Κατά τον Jensen, η άποψη αυτή για την βία είναι υπεραπλουστευμένη και παραγνωρίζει πολλούς παράγοντες. Τα  " άγρια " παιχνίδια δεν ανακαλύφθηκαν από τα ηλεκτρονικά μέσα. Υπήρχαν, καθ' όλη τη διάρκεια της ιστορίας της ανθρωπότητας, βίαια παιχνίδια. Μάλιστα, κατά την άποψή του, τα ηλεκτρονικά παιχνίδια, ουσιαστικά, τείνουν να υποκαταστήσουν τα 'βίαια' παιχνίδια των αγοριών.[62]
     Η βία που είναι πλέον ένα από τα καθημερινά φαινόμενα που πρέπει να αντιμετωπίσουν οι ανήλικοι ( όχι μόνο εκτός σπιτιού, αλλά και μέσα σε αυτό[63]), περνάει μέσα από τα παιχνίδια [64]και ανιχνεύεται σε ένα κόσμο "εικονικής" μεν πραγματικότητας που αναπαριστά σχεδόν όμοια, όμως, την αληθινή πραγματικότητα. Τα παιδιά, κατά την πιο αισιόδοξη εκδοχή του επιχειρήματος αυτού, γίνονται έτσι ικανά να αντιμετωπίσουν τις πιο αντίξοες καταστάσεις που συναντούν στην ( πραγματική ) καθημερινότητα. Αυτή είναι και η επάνοδος στην άποψη του Groos και θα μπορούσαμε να πούμε, η εκ των υστέρων επιβεβαίωσή της. Η συμβολική σημασία των ηλεκτρονικών παιχνιδιών είναι ότι προετοιμάζουν τον ψυχικό κόσμο των παιδιών για τη μεγάλη δοκιμασία. Για το πέρασμα από το δικό τους κόσμο σε μία αδυσώπητη πραγματικότητα. Η ψυχο-λυτρωτική τους σημασία έγκειται στη δυνατότητα των παιδιών να αντιμετωπίσουν ( έστω και virtual ) και, κυρίως, να υπερνικήσουν και το χειρότερο, πιο ανηλεή και 'αιμοβόρο' αντίπαλο. Η αποφόρτιση ενός καταπιεσμένου Εγώ, που έχει να αντιπαρέλθει πολύ περισσότερα και σοβαρότερα κοινωνικά προβλήματα απ' ότι παλαιότερα, ενός Εγώ που ζει και λειτουργεί σε ένα κόσμο που δεν τον αναγνωρίζει ( διότι τα κοινωνικά πρότυπα που πλασάρονται δεν έχουν καμία  σχέση με την ιδιαίτερη θέση του στην καθημερινή δυστυχία ), ενός Εγώ που έχει να αντιπαλέψει με την καθημερινή κατάρρευση και απομυθοποίηση και των τελευταίων πιθανών νησίδων, έστω και προσωρινής, ηρεμίας και ευτυχίας, τέλος, ενός Εγώ που ανδρώνεται στο άκρατο ατομικιστικό[65] κοινωνικό πρότυπο,  αυτή η αποφόρτιση θα γίνει σε έναν αυστηρά περιχαρακωμένο χώρο, ένα χώρο αποκλειστικά δικό του , όπου μπορεί να κάνει τα δικά του φαντασιακά ταξίδια. Το χώρο της ηλεκτρονικής οθόνης. [66]
     Ο Postman προσεγγίζει  το παιχνίδι μέσα από την ανάλυση που κάνει για τους κοινωνικούς παράγοντες που οδηγούν στην εξαφάνιση του παιδιού.  Η μετάλλαξη του "ομαδικού" παιχνιδιού σε δραστηριότητα που αποβλέπει  στην κοινωνική προβολή και το οικονομικό όφελος, συμβάλλει στην ανάλυση που είδαμε παραπάνω για την απομόνωση του παιδιού στον αυστηρά ιδιωτικό του χώρο της τηλεοπτικής οθόνης και την αυξανόμενη απέχθειά του για τα "ομαδικά" παιχνίδια. Όμως δεν είναι μόνο αυτός ο παράγοντας ( ίσως είναι και ο λιγότερο σημαντικός ) που  οδηγεί  στην, κατά Postman, εξαφάνιση της παιδικής ηλικίας. Yπάρχουν και πολλοί άλλοι. Οι αλλαγές στη διατροφή, στις σεξουαλικές σχέσεις, στη λογοτεχνία, στη μουσική, στη γλώσσα, στις σεξουαλικές ασθένειες, στη διασκέδαση,  αποτελούν επι πλέον παράγοντες.[67] Όμως, ο σημαντικότερος από αυτούς είναι οι κοινωνικές μεταβολές που επηρεάζουν τη δομή της σύγχρονης οικογένειας. Για το ζήτημα αυτό είναι πολύ ενδιαφέρουσα  η ανάλυση του Commaille για τη σύγχρονη δομή και μετάλλαξη της οικογένειας στη Γαλλία.



















     

     Το  "Πολιτικό"  Παιδί.


      Σε αντίθεση  με τον Postman ( όπου οι αναφορές, σχεδόν, απουσιάζουν), ο  Buckingham δίνει έμφαση στο ότι τα  media και τα πολιτισμικά δικαιώματα, δεν  μπορούν να ιδωθούν απομονωμένα από τα καίρια ερωτήματα του πολιτικού και κοινωνικού status του παιδιού. Η συζήτηση για τα πολιτισμικά δικαιώματα του παιδιού δεν μπορεί να αποκοπεί από την απαίτηση για πολιτικά δικαιώματα. Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά
" Στην εξέλιξη, παραδοσιακές ερωτήσεις για την ισχύ και  τα δικαιώματα, για το ποιος κατέχει  τα μέσα παραγωγής, για το δικαίωμα στο λόγο και για το ποιες φωνές πρέπει να ακούγονται, παραμένουν στην πολιτική ατζέντα "[68]
        Ο Postman, όμως, δεν παρακάμπτει το "πολιτικό". Ουσιαστικά επιχειρεί να το καλύψει με ανούσιες ηθικές αναφορές. Υπάρχουν συστηματικές προσεγγίσεις του  στα ζητήματα των δικαιωμάτων των παιδιών, της αμερικάνικης κουλτούρας, των φονταμενταλιστικών κινημάτων και των κοινωνικών θεσμών για την απαξίωση της γονεϊκότητας, για την καταξίωση των 'ειδικών', για την απελευθέρωση της γυναίκας και την αλλαγή των ρόλων, για το σχολείο και την παρακμή της αυθεντίας του με την παράλληλη μετάλλαξή του σε τόπο 'κράτησης' και όχι προσοχής κ. α. [69]Τα Ερωτήματα που θέτει στο τέλος του βιβλίου  του εμφανίζουν μια, ουσιαστικά, "πολιτική" προβληματική όπου, όμως, δεν αποτολμά να τη φέρει στα άκρα. Επιστρέφει στην κλασσική συντηρητική λογική που θέλει το γάμο, την οικογένεια και τη γονεϊκότητα ως τη μόνη αντίσταση στη σύγχρονη τεχνολογική λαίλαπα.[70] Ο ίδιος, όμως, αναγνωρίζει ότι η προοπτική του δεν μπορεί να έχει αποτέλεσμα διότι είναι ξεκομμένη από την πραγματικότητα και, ουσιαστικά, καταλήγει στο "σύνδρομο του μοναστηριού "[71] ! Η προοπτική του είναι, καθαρά, ελιτίστικη με επιχειρήματα που, κάθε άλλο παρά, νέα μπορούν να χαρακτηρισθούν. Η εμμονή του στην 'παράδοση', η αντίθεση σε κάθε νέα κοινωνική τάση, ο περιορισμός του όγκου πληροφοριών που δέχονται τα παιδιά και ο έλεγχος αυτών που βλέπουν, είναι θέσεις που έχουν αναπτυχθεί εδώ και χιλιάδες χρόνια και ανακαλούν στη μνήμη μας τα, διαβόητα, Νυκτερινά Συμβούλια.
     Όμως το ζήτημα της σχέσης του πολιτικού και του παιδιού δεν σταματά στην απλουστευτική λογική του κ. Postman. Είναι αποκαλυπτική η πρόσληψη του 'πολιτικού' μέσα από την ιστορία που έγραψε ένας μικρός Δανός για τον πόλεμο στον Κόλπο. Είναι η εποχή που 'θριαμβεύουν' στην οθόνη τα Χελωνονιντζάκια ( Ninja mutant Turtles, 1991) :
" Το Ιράκ  εισέβαλλε στο Κουβέιτ. Οι ΗΠΑ προσπάθησαν να βοηθήσουν το Κουβέιτ. Έτσι στη Δανία γνωρίζουμε όλη αυτή την ιστορία. Έτσι υπάρχει ένα καινούργιο φιλμ κινουμένων σχεδίων που γίνεται και πραγματικό φιλμ, που πρόκειται για κάποιες τεράστιες χελώνες που έρχονται αντιμέτωπες με κάποιον που ονομάζεται Σρέντερ και έτσι στη Δανία λένε Σρέντερ τον Σαντάμ Χουσείν , που εισέβαλλε στο Κουβέιτ και τώρα αρχίζει η ιστορία.
Μέρος 1ο.
Οι ΗΠΑ γνωρίζουν τις χελώνες και έτσι τις ρωτούν αν μπορούν να διώξουν τον Σαντάμ από το Κουβέιτ. Έτσι αυτές λένε, εντάξει θα το κάνουμε. Πετάξανε με το αερόστατό τους στο Ιράκ και βρήκαν τα αμερικάνικα στρατεύματα που πήγαν να βοηθήσουν το Κουβέιτ.
---------------------------------------------------------------------------
Γύρισαν πίσω στις ΗΠΑ για να ρωτήσουν τον πρόεδρο Μπους αν μπορούν να αρχίσουν διαπραγματεύσεις με τον Σανταμ Χουσείν. Αυτός είπε 'ναι', αλλά ο Σαντάμ έβαζε πολλούς όρους. Έτσι μετά από ένα χρόνο προσπάθειας διαπραγματεύσεων με τον Σαντάμ Χουσείν οι Χελώνες αποφάσισαν να επιτεθούν ! "[72]
      Δεν νομίζουμε ότι μπορούμε να βρούμε πιο αποκαλυπτικό κείμενο που να συνδυάζει το ρόλο των μέσων μαζικής ενημέρωσης, το υλικό που διοχετεύουν στα παιδιά, τον τρόπο που αυτά προσλαμβάνουν αυτό το υλικό και την έμμεση, αλλά σαφή, πολιτική κοινωνικοποίησή τους. Όπως αναπτύσσει, πολύ σωστά ο Jessen, η τηλεόραση προωθεί  και το σειριακό υλικό και το μοντέλο της ιστορίας αυτής. Το σημαντικό γεγονός είναι, βέβαια, η επίδραση των media.[73] Είναι ένα παράδειγμα του τι κάνουν τα παιδιά με το υλικό της τηλεόρασης. Η φαντασία αναμειγνύεται με την πραγματικότητα, διαφορετικά δεν λειτουργεί. Το κρίσιμο σημείο είναι ότι η προκατάληψη του αφηγητή εξωτερικεύεται και εκφράζεται. Ο αφηγητής αναλύει τον πόλεμο σε ένα σχήμα που αυτός καταλαβαίνει ( διαρκής αγώνας μεταξύ Καλού - Κακού) και τον τελικό
θρίαμβο του Καλού, όπως τα παραμύθια. Αν μπορεί να προσλάβει την εικόνα του πολέμου, με τον τρόπο αυτό, είναι γιατί έχει την ικανότητα να εκφραστεί με το μέσο που είναι η αφήγηση αυτή. Για να το πούμε διαφορετικά, το Medium είναι το Παιχνίδι.[74] Είναι η πλήρης επιβεβαίωση της λειτουργικής - συμβολικής σημασίας του παιχνιδιού ( Piaget, Groos, Bettelheim ) και της δυνατότητας του παιδιού να αντιπαρέλθει τη βιαιότητα του άγριου κόσμου των ενηλίκων. Με τη λογική αυτή θα μπορούσαμε, τελικά, να δεχθούμε κάποιες ψυχο-λυτρωτικές λειτουργίες της σύγχρονης παιδικής διασκέδασης μέσα από τις παιδικές εκπομπές ( κυρίως των κινουμένων σχεδίων ) της τηλεόρασης και των ηλεκτρονικών παιχνιδιών. Δεν πρέπει να ξεχνάμε άλλωστε ότι ο πραγματικός κόσμος είναι των ενηλίκων και αυτοί είναι που , για λόγους καθαρά κερδοσκοπικούς, δημιουργούν και προσφέρουν στα παιδιά τις διόδους της φαντασιακής απόδρασης.
      Η αυτονομία αυτή του παιδιού ανοίγει ένα άλλο πολύ σημαντικό ζήτημα που είναι τα πολιτισμικά ( και όχι μόνο ) δικαιώματα των παιδιών. Το ζήτημα αυτό είναι πολύ μεγάλο και, απλώς, τελειώνοντας, θα επιχειρήσουμε μια συνοπτική του προσέγγιση μια και εντάσσεται μέσα στη λογική του "πολιτικού".
     Ο Postman  διαχωρίζει τις θεωρητικές ρίζες του ζητήματος των δικαιωμάτων των παιδιών και διαβλέπει δύο τάσεις. Η μία, με ρίζες στον 19ο αιώνα και τη συζήτηση για την παιδική εργασία, αντιλαμβάνεται τα παιδιά σαν κάτι το εύθραυστο που χρειάζεται προστασία. Η άλλη, πιο ακραία, απορρίπτει τελείως τον γονικό έλεγχο και την επίβλεψη των ανηλίκων και τείνει στην πλήρη εξάλειψη της παιδικής ηλικίας. Η τάση αυτή έχει να παρουσιάσει πολλές θεωρητικές κατασκευές που, κατά τον Postman, δεν κάνουν τίποτε άλλο παρά να  προσπαθούν να θεραπεύσουν μια κατάσταση χρησιμοποιώντας λάθος θεραπεία. Σε τέτοιο σημείο μάλιστα που, κατά τη γνώμη του, η αρρώστια είναι η ίδια η θεραπεία ( και δεν θα μπορούσε να μην ήταν για τον ίδιο τον Postman, ο οποίος φρίττει μπροστά στις, ομολογουμένως, ακραίες προτάσεις). Οι θεωρητικοί της δεύτερης αυτής τάσης είναι ο Ivan Illich ("Deschooling society" ), ο John Holt ( "Escape from Childhood " ) και ο πιο ακραίος από όλους, R. Farson ( " Birth Rights"). Η συλλογιστική τους έχει λογική συνοχή, κατά τον Postman, με την έννοια του ότι, αν 'εξαφανιστεί' η παιδική ηλικία, θα επακολουθήσει η εξαφάνιση των σχολείων, η απελευθέρωση των παιδιών και η αναγνώριση,  στα παιδιά, των δικαιωμάτων των ενηλίκων.[75]
     Τα δικαιώματα των ανηλίκων έχουν ενταχθεί στην πολιτική ατζέντα εδώ και πολύ καιρό. Η μεγάλη συζήτηση που άνοιξε η απόφαση του Court of Appeal και των Lords, στην υπόθεση : Gillick vs West Norfolk and Wishech Area Health Authority, ουσιαστικά  έδωσε υπόσταση στην Children Act 1989[76] αλλά, δυστυχώς, έμεινε χωρίς συνέχεια. Η κατασκευή και αναγνώριση μιας οικουμενικής - κοινώς αποδεκτής - ιδέας  του "παγκόσμιου παιδιού" που θα προστατεύεται από ένα οικουμενικό, καταστατικό χάρτη των δικαιωμάτων του, φαίνεται ότι αντιμετωπίζει πάμπολλα προβλήματα, κυρίως, μέσα από τις ανθρωπολογικές και εθνολογικές προσεγγίσεις της παιδικής ηλικίας.[77]
     O Postman χρησιμοποιεί ένα συναισθηματικό  και εύπλαστο λόγο που επιτρέπει τη μεγάλη δημοτικότητα των έργων του. Η απουσία επεξεργασμένων επιστημονικών δεδομένων δεν τον εμποδίζει να προσδιορίζει την τηλεόραση σαν τη μεγαλύτερη απειλή κατά του ελέγχου των ενηλίκων πάνω στους ανήλικους. Τα ηλεκτρονικά μέσα δεν αποτελούν απλώς απειλή για τις αξίες, τους τύπους και τις παραδόσεις. Βασικά απειλούν το ίδιο το σύστημα της πληροφόρησης. Όμως το  ερώτημα του Postman που είναι "πως τα μέσα εκμεταλλεύονται τους ανήλικους; ", ίσως θα έπρεπε να αντιστραφεί : " Πως οι ανήλικοι εκμεταλλεύονται τα μέσα; "[78]
     Παράλληλα, μένει αναπάντητο το ερώτημα τι γίνεται με τις κουλτούρες που δεν υπάγονται στη Δυτικο-Ευρωπαϊκή; Είχαν προγενέστερη αντίληψη της παιδικής ηλικίας ή όχι; Τι υπήρχε πριν την τυπογραφία και τον ιμπεριαλισμό; Οι ανθρωπολογικές έρευνες δείχνουν να καταρρίπτουν το επιχείρημα του Postman για τη σχέση της παιδικής ηλικίας και της γνώσης γραφής και ανάγνωσης.[79] Η προσέγγιση του J. Commaille ενισχύει την άποψη ότι η παιδική ηλικία   δ ε ν   ε ξ α φ α ν ί ζ ε τ α ι. Αναμφίβολα μεταβάλλεται, αλλά αυτό συνέβαινε και στο παρελθόν.[80] Τα media δεν είναι ο αποκλειστικός υπεύθυνος αυτής της αλλαγής. Η αλλαγή αυτή είναι πολύπλοκος συνδυασμός διάφορων παραγόντων που περιλαμβάνουν την οικογένεια,[81] το σχολείο, τους κοινωνικούς κανόνες κ α ι  τα media.
       Όπως αναφέρει και ο Buckingham, δεν μπορούμε να ξαναφέρουμε τα παιδιά στο μυστικό κήπο της παιδικής ηλικίας ή να βρούμε το μαγικό κλειδί που θα τα κρατήσει για πάντα μέσα στους τοίχους της. Τα παιδιά δραπετεύουν στο σκληρό κόσμο των ενηλίκων, ένα κόσμο κινδύνων και ευκαιριών, όπου τα media διαδραματίζουν όλο και σημαντικότερο ρόλο. Η εποχή που πιστεύαμε ότι μπορούμε να προφυλάξουμε τα παιδιά από αυτόν τον κόσμο πέρασε ανεπίστρεπτα. Πρέπει να βρούμε τη δύναμη να τα προετοιμάσουμε να τον αντιμετωπίσουν, να τον καταλάβουν και να γίνουν ισότιμοι συμμέτοχοι μέσα από τα δικαιώματά τους.[82]



 Στεργιος Σ. Μανουράς
                       --------------------------------------------------------










Βιβλιογραφία

¨      Neil  Postman,  " The Disappearance of Childhood ",  Vintage ed., 1994
¨       - " -             ,   " The End of Education ", Knopf, NY, 1996
¨      - " -             ,    " Deus  Machina ", TECHNOS Quarterly, v. 1, No 4, 
                              1992.
¨      - " -            ,    " Five Things We Need to know about Technological
                              Change ", speach in Denver, Colorado, March 27, 1998


¨      Leena Alanen,  " Rethinking Childhood ", Acta Sociologica 1988 (31)
¨      Steve Baird ,   " Children's Media Culture ", 1997
¨      Vikki Bell,        " Governing Childhood : neo-liberalism and the law ",
                              Economy & Society, v. 22, no 3 , 1993
¨      Bruno Bettelheim,  " The Uses of Enchantment ", Penguin, 1991
¨      Gilles Brougere,  " Jouets et Sociologie ", Jouet et Sociologie de l'
                                 Enfance, Musee du Jouet, 1988
¨      David Buckingham, " After the Death of Childhood ", Polity P. 2000
¨      Frederic Chauvaud, " Gavroche et ses Pairs Q Aspects de la violence
                                     politique du groupe enfantin en France au XIXe
                                     siecle ", www.conflits.org/Numeros/18CHAUVA
¨               ---          ,     " Child Culture - Play Culture ",
                                    www.hum.ou.dk/center/kultur/arb_pap
¨      Children Now,       " Boys to Men . Entertainment Media ", 1999
¨      J. Commaille,        " Misere de la Famille-Question d' Etat ",
¨      Contribution de Nord-SudXXI, " Protection international des Enfants
                                                      et Mondialisation ",
                                    www.nordsud21.ch/COMMUNIQUES/Droits-des-
¨      Jenefer Curtis,      " Mr. Postman Delivers A Message ", Globe and
                                   Mail, November 20, 1999.
¨      Diana Gittins,         " The Child in Question ", Macmillan P., 1998
¨      Carsten Jessen,     " Children use TV ",  Unge Paedagoger, no 5, 1991
¨      - " -              ,      " Children's computer culture ", Dansk Paedagogisk
                                 Tidsskrift, no 5, 1995
¨      - " -                 ,   " Imperative Communities ", 1998
¨      S. Matthew Liao,    " Children and Contemporary Political Theories ",
                                         Contemporary Political Studies , Dobson & 
                                        Stanyer, v. 1, 1998
¨      Δημητρα Μακρυνιώτη, " Παιδική Ηλικία ", Νήσος, 1997
¨      Elisabeth Murphy,     " The End of Education ", Fall, 1996
¨      Jean Piaget - Barbel Inhelder,  " Η Ψυχολογία του Παιδιού ", Ι.
                                        Ζαχαρόπουλος, 1990
¨      Robert D. Putnam,    " The Strange Disappearance of Civic America ",
                                      The American Prospect, issue 24, winter 1996
¨      Jens Qvortrup,    " Childhood and Societal Macrostructures ", 
                                    Odense U.P., 1999
¨      - " -               ,     " Childhood Exclusion by Default ",  Odense UP,
                                  1999
¨      Sharon Stephens,    " Children & The Politics of Culture ", Princeton
                                  UP, 1995.
¨      Horkheimer - Adorno, " Η Διαλεκτική του Διαφωτισμού ", Υψιλον, 1986.

                                  ------------------------------------







[1] S. Papert, " The  Connected Family ", p.1, Atlanta: Longstreet, όπως αναφέρεται στο  David Buckingham " After the Death of Childhood ", p. 43, Polity Press, 2000.
[2] Neil Postman, " The Disappearance of Childhood ", Vintage Books, NY, ( 1982 ) 1994.
[3] -    David Buckingham, " After the Death of Childhood ", p. 6-7, Polity press, 2000,
-          Sharon Stephens, " Children and the politics of culture ", p. 8-9, Princeton UP, 1995,
-          Jens Qvortrup, " Childhood and social macrostructures ", p. 15, Odense University Press, 1999,
-          Jens Qvortrup, " Childhood Exclusion by Default ", p. 34-35, Odense University Press, 1999,
-          Leena Alanen, " Rethinking Childhood ", Acta Sociologica, n. 31, 1988, p.53- 54.
[4] Jens Qvortrup, " Childhood and social macrostructures ", σελ. 3-4, ο.π. Αναφέρεται στα Συνέδρια της Διεθνούς Κοινωνιολογικής Οργάνωσης και της Αμερικάνικης  Κοινωνιολογικής Οργάνωσης (Κοινωνιολογία του παιδιού ), στο Μόντρεαλ και το Σαν Φρανσίσκο , τον Ιούλιο και Αύγουστο  του 1998, αντίστοιχα.
[5] Jens Qvortrup, " Childhood and Societal Macrostructures ", ο.π., σελ. 5.
[6]Για αυτούς τους στοχαστές και κείμενά τους για την παιδική ηλικία, στο Δήμητρα Μακρυνιώτη, "Παιδική Ηλικία ", Νήσος, 1997, σελ. 317 επ., 415 επ., 451 επ.
[7] Η Alanen αναγνωρίζει το παράδοξο της εμφάνισης  της παιδικής ηλικίας ως τάξης και προσπαθεί να το αντιπαρέλθει λέγοντας ότι ακόμη και αν δεν μπορούμε να συγκροτήσουμε ταξικά μια παιδική ηλικία, λόγω αδυναμίας  εστίασης σε ιδιαίτερα δικαιώματα και συμφέροντα, παρ' όλα αυτά  αποτελεί πολιτικό θέμα που συναντάται στην καθημερινή αντιπαράθεση. Leena Alanen, "Rethinking childhood", Acta Sociologica, n. 31, 1988, p. 65.
[8] Diana Gittins, "The  Child in Question ", Macmillan Press, 1998, p. 12 ff.
[9] Neil Postman, "The Disappearance of  Childhood ",  ο.π., σελ. 3-5.
[10] Neil Postman, ο.π., σελ. 7.
[11] Κυρίως στο Neil Postman , "Teaching as a Conserving Activity", Delacorte P., NY, 1979.
[12] Neil Postman, "Deus Machina ", TECHNOS Quartely, V. 1, No. 4, Winter 1992.
[13] Ο Confucius, o Πλάτων, o Quintilianus, o Cicero, o Comenius, o Erasmus, o Locke, o Rousseau, o Jefferson, o  Russell, o Montessori, o Whitehead, o Dewey  όλοι  πίστευαν ότι υπάρχει μια  θεμελιώδης ιδέα που πρέπει  να υποστηριχθεί μέσα από την εκπαίδευση. Ο Δρόμος, ο Φιλόσοφος-βασιλιάς, η απελευθέρωση από το Παρόν, η προστασία των Ελευθεριών, η  απελευθέρωση από τις αφύσικες συνέπειες μιας ανίσχυρης και  συναινετικής δημόσιας τάξης, η βοήθεια των νέων να λειτουργήσουν  σε ένα κόσμο διαρκούς μεταβολής και  συγκεχυμένων αμφιβολιών, υπήρξαν ιδέες που έπρεπε να υποστηριχθούν μέσα από την εκπαίδευση. Neil Postman, " Deus Machina ", ο.π., σελ. 3.
[14] Και στο : Δήμητρα Μακρυνιώτη, " Παιδική Ηλικία ", Νήσος, 1997, τα αποσπάσματα των έργων του Ν. Ελίας, σελ. 184 - 197.
[15] Aναφέρει χαρακτηριστικά το απόσπασμα του N. Elias, από το "The civilizing process ", ότι "χαρακτηριστικό της κουλτούρας μας είναι ότι η σεξουαλική δραστηριότητα  βρίσκεται κάτω από ασφυκτικό  έλεγχο και μεγάλη πίεση στους ενηλίκους να ιδιωτικοποιήσουν τις ορμές και τα ερεθίσματά τους καθώς και μία 'συνομωσία' σιωπής ..όταν παρευρίσκονται νέοι ", Neil Postman, ο.π., σελ . 9.
[16] Neil Postman, ο.π., σελ. 13.
[17] Neil Postman, "The End of Education : Redefining the Value of School ", Knopf, NY, 1996.
[18] Neil Postman, "The End of Education..", p 100 - 110, ο.π.,  και στο  Elizabeth Murphy, "The  End of Education", Fall, 1996 στο www.stemnet.nf.ca/~elmurphy.
[19] Neil Postman, ο.π., σελ. 114.
[20] Neil Postman, ο.π., σελ. 142.
[21] Neil Postman, " Five Things we need to know about Technological Change ", Denver, Colorado, 27 - 3 - 1998.
[22] Για παράδειγμα αναφέρει την τυπογραφία που έδωσε την πρόζα στη Δυτική κοινωνία, αλλά έκανε, παράλληλα, την ποίηση μια εξωτική και  ελιτίστικη μορφή πρόληψης. Μας έδωσε τον σύγχρονο εθνικισμό, αλλά από την άλλη μετέτρεψε τον πατριωτισμό σε  άθλιο και ανώμαλο συναίσθημα. ( Αυτή είναι και μια διαφοροποίησή του από το ρόλο της τυπογραφίας, όπως τον παρουσιάζει στο "The Disappearance of Childhood "), Neil Postman,  "Five Things we need to know about Technological Change ", ο.π..
[23] Το παράδειγμά του εδώ είναι ο ρόλος της τυπογραφίας κατά τον Μεσαίωνα και η σύγκρουση των εκκλησιών. Οι Προτεστάντες κέρδισαν, οι Καθολικοί έχασαν. Neil Postman,  "Five Things we need to know about Technological Change ", ο.π.
[24] Στο σημείο αυτό φτάνει στο αποκορύφωμα η παραδοξότητα της σκέψης του Neil Postman.  Λέγοντας ότι  οι επεμβάσεις της τεχνολογίας είναι τεράστιες, απρόβλεπτες και χαώδεις, καταλήγει στο ότι πρέπει να υποπτευόμαστε πάντα τους καπιταλιστές, διότι δεν είναι μόνο αυτοί που αναλαμβάνουν το οικονομικό ρίσκο, αλλά και αυτοί που αναλαμβάνουν το πολιτισμικό ρίσκο. Είναι, λέει, παράδοξο γιατί οι καπιταλιστές θεωρούνται συντηρητικοί !!( Σπεύδει δε αμέσως να ξεκαθαρίσει ότι δεν είναι σοσιαλιστής ). Βέβαια, από μια άποψη το επιχείρημά του δεν είναι παντελώς, παράδοξο. Ακολουθεί μια Σχολή που εκφράζει τη συντηρητική κριτική του  φιλελευθερισμού και παρουσιάζεται ως θεωρητικό 'όλο' που ξεκινάει από την κριτική της Γαλλικής Επανάστασης και φτάνει ως την κριτική του σύγχρονου φιλελευθερισμού, De Maistre, Schmitt, Strauss. (Σχετικά στο Stephen Holmes, " The Anatomy of the Antiliberalism ", Harvard U.P., 1993, ειδικότερα σελ. 13 - 85), Neil Postman,  "Five Things we need to know about Technological Change ", ο.π..
[25] Ο Neil Postman δεν μας παρουσιάζει κάτι καινούργιο. Είναι ξαναδουλεμένη, και μάλιστα κακόγουστα, η λογική της Διαλεκτικής του Διαφωτισμού, όπως παρουσιάζεται  τόσο από μια αριστερή οπτική (Horkheimer - Adorno ) όσο και από μια δεξιά θεώρηση ( Schmitt ).
[26] Neil Postman, "The Disappearance of the Childhood ", ο.π., σελ. 27.
[27] Για μία άλλη προσέγγιση του προφορικού λόγου μέσα από τη σημασία της προφορικής αφήγησης των παραμυθιών στο B. Bettelheim, "The Uses of Enchantment ", Penguin, 1991, ειδικότερα σελ. 57-61.
[28] Κριτική του βιβλίου του Neil Postman " The End of Education " στο  Elizabeth Murphy, Fall 1996, ο.π.
[29] Το ίδιο επιχείρημα, αλλά αντεστραμμένο, παρουσιάζεται στην αποδοχή της άρνησης τεκνοποίησης ως ατομικού δικαιώματος και στην αποδόμηση της οικογένειας στη σύγχρονη εποχή. Στο Leena Alanen, " Rethinking childhood ", ο.π.
[30] Neil Postman, " The Disappearance of Childhood ", για τη διαφοροποίηση των ποινών ανάλογα με την ικανότητα για  ανάγνωση, ο.π., σελ. 29.
[31] Στη λογική της διαφοροποίησης θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για "τάξεις". Εδώ, ίσως, θα μπορούσε να  ενταχθεί και η  λογική της  τάξης της παιδικής ηλικίας σύμφωνα με το σκεπτικό της  Leena Alanen, βλ. παραπάνω υποσημείωση 6.
[32] Για τη συμβολική επίτευξη της ωριμότητας που προσφέρει η ενηλικίωση, κυρίως μέσα από το ξεπέρασμα των διαφόρων φάσεων της παιδικής ηλικίας ( στοματικό - πρωκτικό ), αλλά και  για μία άλλη, απολαυστική, φροϋδική προσέγγιση των παραμυθιών στο: B. Bettelheim, " The Uses of Enchantment", Penguin, 1991. Ειδικότερα τις σελ. 3-41, για τον αγώνα του Νοήματος στα παραμύθια και τη διαφοροποίησή τους από τους μύθους, σελ .61-66, για την ανάγκη εξωτερίκευσης του  φαντασιακού κόσμου των παιδιών, σελ. 74-76, για την τάξη που δημιουργεί το παραμύθι και σελ. 111 - 116 για το Οιδιπόδειο σύμπλεγμα.
[33] Σχετικά, βλ. :
-          Leena Alanen, " Rethinking childhood ", σελ.54 επ., ο.π.
-          Sharon Stephens, " Children and the Politics of Culture ", σελ.  15 επ., ο.π
[34] Και στο  B. Bettelheim, " The Uses of Enchantment ", ο.π., σελ. 23-28, 61-66.
[35]  Η αναφορά του Neil Postman, στους δύο στοχαστές γίνεται στα έργα τους :  " The Interpretation of Dreams " και  " The School  and Society ", στο Neil Postman,  " The Disappearance of the Childhood ", ο.π., σελ. 62 επ.
[36] Neil Postman, ο.π., σελ. 63.
[37] Horkheimer - Adorno,  " Η Διαλεκτική του Διαφωτισμού ", Υψιλον, 1986, ιδίως το κεφάλαιο της βιομηχανίας της κουλτούρας, σελ. 161,167,172,174, 175,176, 177.
[38] Neil Postman, " The Disappearance of the Childhood ", o.π., σελ. 77 - 78.
[39] Jenefer Curtis, " Mr. Postman delivers a message  - Building a bridge to the Eighteenth Century ", Globe and Mail, Nov. 20, 1999.
[40] Jenefer Curtis, ο.π.
[41] Neil Postman, " The Disappearance of the Childhood ", ο.π., σελ. 79-80.
[42] Είναι αποκαλυπτική  της επιστημολογικής λογικής του Neil Postman η χρησιμοποίηση ενός καθαρά μετα-νεωτερικού επιχειρήματος - του 'ψευδογεγονότος' - για να ερμηνεύσει την κοινωνική διάσταση της τηλεόρασης ως ΜΜΕ., ενώ είναι σαφής η αντιπάθεια του για οτιδήποτε εντάσσεται στο χώρο αυτό. Βλ. σχετικά για τον Neil Postman, την αποδόμηση και τη μετα-νεωτερικότητα στο Jenefer Curtis, " Mr. Postman delivers a message  - Building a bridge to the Eighteenth Century ", Globe and Mail, Nov. 20, 1999
[43] Ο Neil Postman χρησιμοποιεί στο σημείο αυτό τον B. Bettelheim για να  αποκαλύψει την ωφελιμότητα των παιδικών παραμυθιών στην καταπολέμηση του "σατανικού', χωρίς παιδικά τραύματα, κυρίως μέσα από την προφορική αφήγηση, Neil Postman, "The Disappearance of the Childhood ", σελ. 86, 93,και στο  B. Bettelheim. " The Uses of Enchantment ", Penguin, 1991, σελ.4.
[44] Ο  μύθος του Εκπεσώντος Αγγέλου είναι πολύ προσφιλής στον Neil Postman και ουσιαστικά προσδιορίζει τις προϊδεάσεις του. Δεν είναι τυχαίο το ότι τον θεωρεί μία από τις μεγάλες αφηγήσεις που πρέπει να αποτελέσουν το σκελετό της εκπαιδευτικής διαδικασίας στο προτεινόμενο, από αυτόν, σύστημα. Neil Postman, "The End of Education ", ο.π., σελ.  116.
[45] Τα χαρακτηριστικά της παιδικής ηλικίας που τείνουν να εκλείψουν, σύμφωνα με τον Neil Postman, μέσα από το θρίαμβο της τηλεόρασης είναι : ο Αυτοέλεγχος, η Ικανότητα σκέψης μέσα από έννοιες, η Προκατάληψη για μια ιστορικότητα και για το μέλλον και η σημασία του Λόγου και της ιεραρχίας. Neil Postman, " The Disappearance of the Childhood ", ο.π., σελ.103.
[46] Η τοποθέτηση αυτή του  Postman θέτει και ένα άλλο σημαντικό στοιχείο στη συζήτηση που είναι  η αντίστροφη πλευρά της πρώιμης ενηλικίωσης του παιδιού. Η, αποκαλούμενη, "παιδικότητα" του ενήλικα. Και αυτή χαρακτηριστικό της εποχής μας. Σχετικά στο " Child  Culture - Play Culture ", στο : www.hum.ou.dk/center/kultur/arb_pap.
[47] David Buckingham, " After the Death of Childhood ", Polity P.,  2000, p. 25 ff.
[48] Για μια συγκριση των επιχειρημάτων Postman και Meyrowitz , αλλά και κριτική τους στο Steve Baird, "Children's Media Culture  ", 1997, gabrielmedia.org/research/childrenessay.
[49] O David Buckingham στηρίζεται στα βιβλία :  Meyrowitz "No sense of Place ",  Barry Sanders  " A is for Ox ", S. Steinberg - J. Kincheloe, " Kinderculture ", ο.π.
[50] Για την πολιτική βία των ανηλίκων στη Γαλλία του ΧΙΧ αιώνα, ένα πολύ καλό κείμενο του Frederic Chauvaud, " Gavroche et ses pairs : Aspects de la violence politique du groupe enfantin en France au XIXe siecle ", στο   www.conflits.org/Numeros/18CHAUVA.
[51] Σχεδόν ταυτίζεται με τις θέσεις του  Postman στο μεταγενέστερο έργο του " The End of Education ".
[52] Tα βασικά κείμενά τους είναι :  Don Τapscott " Growing up digital ", Seymour Papert " The connected family ", John Katz " Virtuous reality ", Douglas Rushkoff  "Playing the future ",  στο NM "After the Death of Childhood ", ο.π., σελ. 46.
[53] Το επιχείρημα αυτό είναι πλέον πολύ σύνηθες και σε άλλους τομείς των κοινωνικών επιστημών που έχουν σχέση ( ή αρχίζουν να έχουν σχέση ) με τους υπολογιστές και τα δια-δίκτυα. Χαρακτηριστική περίπτωση είναι η φιλολογία που έχει αναπτυχθεί για τις Μη-Κυβερνητικές οργανώσεις και τη δυνατότητά τους να οργανώνονται σε διεθνές και πολυεθνικό επίπεδο μεταλλασσόμενες στα, περίφημα, νέα μαζικά κινήματα. Βλ. σχετικά Jackie Smith/ Charles Chatffield/ Ron Pagnucco , "Transnational Social Movements and Global Politics", Syracuse U.P., 1997, και Robin Cohen / Shirin Rai " Global Social Movements ", The Athlone Press, 2000.
[54] Βλ.  Steve Baird, " Children's Media Culture ", ο.π.
[55] Gilles Brougere, " Jouets et Sociologie ", Jouet et Sociologie de l' Enfance, Musee du Jouet, 1998 , και " Le Jouet, objet extreme ", Design Recherche, Sept. 1992, 37 - 44.
[56] Gilles Brougere, " Jouets et Sociologie ", ο.π.
[57] Εμείς θα λέγαμε ότι δεν τον καταλαβαίνει καθόλου, διότι είναι, κατά τον Baudrilliard, ένας κόσμος  "ψευδο-πραγματικός", ένας κόσμος της  virtual reality.
[58]  Jean Piaget - Barbel Inhelder , " Η Ψυχολογία του Παιδιού ", Ι. Ζαχαρόπουλος , 1990, σελ. 58 - 59.
[59]  Jean Piaget - Barbel Inhelder , " Η Ψυχολογία του Παιδιού ", ο.π., σελ. 60 - 61.
[60] Carsten Jessen, "Children use TV", Unge Paedagoger, No 5, 1991
[61]  Μιλάμε για παιδικές ταινίες ή ηλεκτρονικά παιχνίδια, διότι εδώ και μερικά χρόνια  η κάθε εμπορική ταινία - όχι απαραίτητα παιδική - μετατρέπεται σε ηλεκτρονικό παιχνίδι και, αντίστοιχα, κάθε επιτυχημένο ηλεκτρονικό παιχνίδι μεταφέρεται στην οθόνη ( Batman, Mortal Combat, Jurassic Park, Spiderman, Pokemon, James Bond, Spawn κ. α. ).
[62] - Carsten Jessen, "Children use TV", Unge Paedagoger, No 5, 1991. Στο ίδιο και για τη λανθάνουσα πολιτική κοινωνικοποίηση και των κοριτσιών , μέσα από τα παιχνίδια αυτά.
    - Για μια πιο αναλυτική προσέγγιση του φαινομένου των ηλεκ. παιχνιδιών και τη σχέση τους με τα φύλα στο : Carsten Jessen, " Children's computer culture ", Dansk Paedagogisk Tidsskrift, No 5, 1995.
[63] Για μια διαφορετική προσέγγιση της θέσης των παιδιών στη σύγχρονη οικογένεια, βλ. Vikki Bell, "Governing childhood : neo - liberalism and the law", Economy and Society, v.22, no 3, August 1993.
[64] Βλ. παραπάνω σελ. 26, για τα "τερατώδη" παιχνίδια.
[65] Η μοναχική ενασχόληση με το παιχνίδι πρέπει να  ερμηνευθεί σε σχέση με δύο παράγοντες: α) δεν είναι η μοναδική ενασχόληση και β) υπολανθάνουν κοινωνικές σχέσεις. Πίσω από το παιχνίδι υπάρχει η σχέση με τους γονείς, με τους ενήλικους, με άλλα πρόσωπα. Gilles Brougere, " Jouets et Sociologie", ο.π.
[66] Carsten Jessen, " Children's computer culture ", Dansk Paedagogisk Tidsskrift, No 5, 1995
[67] Neil Postman, "The Disappearance of the Childhood", ο.π., σελ.131.
[68] David Buckingham, " After the Death of childhood ", ο.π., σελ. 206 - 207.
[69] Neil Postman, "The Disappearance of the Childhood ", ο.π., σελ. 143 - 153.
[70] Για μια παραπλήσια προσέγγιση της σύγχρονης αμερικάνικης πραγματικότητας, αλλά με πιο αισιόδοξη προοπτική και προβληματισμούς στο : Robert D. Putnam, "The Strange Disappearance of Civic America", The American Prospect online, issue  24, Winter 1996.
[71] Neil Postman, "The Disappearance of the Childhood ", ο.π., σελ 152 -153.
[72] Carsten Jessen, " Children use TV ", Unge Paedagoger, No 5, 1991.
[73] Μια ενδιαφέρουσα μελέτη δείχνει τον τρόπο που προσλαμβάνουν την έννοια της αρρενωπότητας οι νεαροί το 2000, στις ΗΠΑ, μέσα από τα μηνύματα που δέχονται από την τηλεόραση. Ακόμη και αν μεγαλώνουν σε ένα υγιές και ευχάριστο περιβάλλον  πρέπι να  αντιμετωπίσουν πανίσχυρα κοινωνικά μηνύματα που οριοθετούν και  συγκεκριμενοποιούν την έννοια της αρρενωπότητας.. Τα μηνύματα αυτά κατακλύζουν την τηλεόραση, τα μουσικά video, τις ταινίες και τα video games. Ο ρόλος των ΜΜΕ στον καθορισμό της αρρενωπότητας είναι καθοριστικός. Και όχι μόνο αυτό. Τα media έχουν την ικανότητα να διευρύνουν τις επιλογές και να προβάλλουν στους ανήλικους μια πιο ελκυστική, πιο πλήρη εικόνα  που δεν πρόκειται ποτέ να φτάσουν. Στο : "Boys to Men. Entertainment Media.", Children Now, 1999.
[74] Carsten Jessen, " Children use TV ", Unge Paedagoger, No 5, 1991. Ο συγγραφέας στο κείμενο αυτό, αναλύει και τη πλευρά της πρόσληψης του πολιτικού από τα κορίτσια, μεσα από παιδικές εκπομπές στην τηλεόραση και τη μεταφορά στον παιδικό λόγο ( "Μικρό μου Πόνυ" ).
[75] Neil Postman, "The Disappearance of the Childhood ", ο.π., σελ 139 - 142.
[76] Vikki Bell, "Governing childhood : neo - liberalism and the law", Economy and Society, v.22, no 3, August 1993, σελ. 396  επ.
[77] Diana Gittins, " The Child in Question ", Macmillan P., 1998, 17, 33 επ. και στο : "Protection internationale des Enfants et Mondialisation ", Nord-Sud XXI, Colloque International des Droits des Enfants,UniversitedeGeneve,30-31Janvier1993, www.nordsud21.ch/COMMUNIQUES/Droits_des_enfants.
[78] Hoikkala et al, " Wait a Minute Mr Postman! Some critical Remarks on Neil Postman's Childhood Theory", Acta Sociologica 30 (1), 1987, σελ. 93 επ.
[79] Steve Baird, "Children's Media Culture ", ο.π.
[80] Για την πολιτική προσέγγιση της μεταβολής της "παιδικής ηλικίας" και τη διαμάχη φιλελεύθερων και κοινοτιστών στο : S. Matthew Liao, " Children and Contemporary Political Theories ",  Contemporary Political Studies, v.1, Dobson & Stanyer, 1998, ειδικότερα σελ. 499, 500, 504.
[81] Για την αλλαγή της φύσης της οικογένειας , σε σχέση με την κλασσική έννοια του " οίκου ", στο Jens Qvortrup , " Childhood Exclusion by Default ", ο.π., σελ. 24 επ.
[82] David Buckingham, " After the Death of childhood ", ο.π., σελ 207.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου